Δύο νέες εκδόσεις από την «Νέα Γενεά» - «Robert Brasillach - Τα αίτια μιας στράτευσης» & «Σίτσα Καραϊσκάκη Μεταστροφή του Γκαίτε από το γοτθικό προς το αρχαίο ελληνικό πνεύμα»




6945951077
Ωράριο Επικοινωνίας: 
Δευτέρα, Τετάρτη, Σάββατο 9:00 - 15:00
Τρίτη, Πέμπτη, Παρασκευή 9:00 - 18:00

info@neageneabooks.gr


Το παρόν κείμενο είναι σημειώσεις γραμμένες στις φυλακές της Φρέν, απ’ τον Ρομπέρ Μπραζιγιάκ, ενώ ανέμενε την εκδίκαση της υπόθεσής του. Ο κρατούμενος, με τη βοήθεια των επίσης φυλακισμένων συντρόφων του, προετοιμαζόταν για ν’ απαντήσει στις ερωτήσεις που μπορεί να του απηύθυνε το δικαστήριο. Στο εδώλιο, ο Ρομπέρ Μπραζιγιάκ, δεν είχε την ευκαιρία να εξηγήσει παρά ορισμένα από τα σημεία που είχε ήδη ετοιμάσει. Οι σημειώσεις δίνουν μια λεπτομερή αναφορά αυτών των σημείων και περιέχουν πληροφορίες και εξηγήσεις για ερωτήσεις οι οποίες δεν τέθηκαν κατά τη διάρκεια της δίκης. Μας επιτρέπουν να καταλάβουμε τα κίνητρα του Ρομπέρ Μπραζιγιάκ κατά τη διάρκεια της περιόδου της Συνεργασίας και σκιαγραφούν την πορεία του συγγραφέα μέσα από τις αναταραχές του πολέμου, όταν ήταν γοητευμένος από τον δυναμισμό και την ορμή των φασιστικών νεολαιών αλλά, παρόλα αυτά, αμετακίνητα πιστός στις αρχές του γαλλικού Εθνικισμού.

Στο ντοκουμέντο αυτό, το οποίο είναι περισσότερο πολιτικής και αυτοβιογραφικής φύσης απ’ ότι νομικής, ο Ρομπέρ Μπραζιγιάκ αναφέρεται στις σχέσεις του με τους Γερμανούς μετά την επιστροφή του από την αιχμαλωσία, στην άρνησή του να καταφύγει στη Γερμανία το 1945, στην υποστήριξή του για τη Λεγεώνα των Γάλλων Εθελοντών, στην αντιπαράθεσή του με την πολιτοφυλακή, στις επαφές του με την κυβέρνηση του Βισύ, στα τεκταινόμενα της εφημερίδας «Είμαι Παντού» (Je suis partout), στους λόγους για τον αντισημιτισμό του, κτλ.

Αυτές οι σημειώσεις δεν προορίζονταν για το κοινό αλλά το ενδιαφέρον που εκδηλώθηκε γι’ αυτές εξηγεί απόλυτα την έκδοσή τους στα «Άπαντα» (Oeuvres Complètes) του Ρομπέρ Μπραζιγιάκ. Το πρωτότυπο έχει χαθεί και το παρόν κείμενο αναδομήθηκε με βάση δύο δακτυλογραφημένα αντίγραφα. Κάποιες λέξεις που έλειπαν έχουν προστεθεί εντός αγκυλών απ’ τον Μορίς Μπαρντές, του οποίου έχουμε διατηρήσει και τις υποσημειώσεις με την ένδειξη «NDMB». Τα σχόλια που ο ίδιος ο Ρομπέρ Μπραζιγιάκ είχε γράψει στο περιθώριο μετασχηματίστηκαν είτε σε τίτλους ενοτήτων είτε ενσωματώθηκαν ως επιπρόσθετες υποσημειώσεις.

Ερώτηση: Όπως και να ‘χει, ο φασισμός ήταν η ιδεολογία μιας χώρας η οποία βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση με τη Γαλλία.

Ρ: Απ’ όταν αυτός ο πόλεμος κηρύχθηκε, τον αποδέχθηκα άπαξ. Κατά τη διάρκεια των εχθροπραξιών, δεν έγραψα παρορμητικά τίποτα το οποίο θα μπορούσε να προκαλέσει την οργή της πλέον διεισδυτικής λογοκρισίας. Έκανα πάντοτε τον διαχωρισμό ανάμεσα σ’ αυτό που αποκαλούμε, γενικά, φασιστικές ιδέες και στις χώρες εκείνες όπου οι ιδέες αυτές βρίσκονται στην εξουσία. Θα μπορούσα πάντοτε να παραμείνω φασίστας, να εύχομαι την εγκαθίδρυση του φασισμού στη Γαλλία και ταυτόχρονα να επιθυμώ την ήττα των φασιστικών χωρών οι οποίες θα βρίσκονταν σε σύγκρουση με τη δική μου χώρα. Υποθετικά μιλώντας, θέλω να πιστεύω ότι αν αύριο γινόταν μια σύρραξη ανάμεσα στη Γαλλία και τη Σοβιετική Ένωση, όπως και θα έπρεπε να είχε συμβεί, οι κομμουνιστές θα πολεμούσαν ενάντια στους Σοβιετικούς, επιθυμώντας να νικήσουν.

Στις 19 Ιανουαρίου του 1945 ο Ρομπέρ Μπραζιγιάκ θα δικαστεί με συνήγορο υπεράσπισης τον Ζακ Ιζορνί. Ο Ζακ Ιζορνί επτά μήνες μετά θα υπερασπιζόταν και τον Πεταίν. Η δίκη ήταν ανοιχτή για το κοινό και εισαγγελέας ήταν ο Μαρσέλ Ρεμπούς. Πρόεδρος του δικαστηρίου ο Μορίς Βιντάλ. Ο Μαρσέλ Ρεμπούς χρησιμοποίησε αποσπάσματα από τα άρθρα του Μπραζιγιάκ με ερωτήσεις που εν πολλοίς ταιριάζουν με τις ερωτήσεις που απαντούσε ο Γάλλος διανοούμενος στην προετοιμασία της δίκης του. Σχετικά με τον αντισημιτισμό απάντησε ότι είχε τις ρίζες του στη γαλλική παράδοση και όχι στη γερμανική. Για τον φασισμό απάντησε πως ο φασισμός ήταν ένας γαλλικός φασισμός. Θα αναλάβει έξι φορές την ευθύνη των πράξεών του και θα αρνηθεί να ζητήσει συγνώμη στη δημοκρατία. Θα πει περήφανα και με αυταπάρνηση: «Δε μετανιώνω για τίποτα από όσα ήμουν». Ευθέως ο Μαρσέλ Ρεμπούλ θα ζητήσει τη θανατική του ποινή και θα επιχειρήσει να μειώσει το έργο του Μπραζιγιάκ κατά την αγόρευσή του. Θα αναφερθεί μάλιστα σε ένα άρθρο όπου ο Μπραζιγιάκ είχε αναφέρει τη δημοκρατία «συφιλιδική πόρνη που βρωμάει πατσουλί».

Στην αγόρευσή του ο Ζακ Ιζορνί θα διαβάσει ένα ποίημα του Μπραζιγιάκ που είχε γράψει στη φυλακή της Φρεν και θα ρωτήσει τους ενόρκους: «Οι πολιτισμένοι λαοί τουφεκίζουν τους ποιητές τους;». Ο πρόεδρος Βιντάλ θα ρωτήσει τον Μπραζιγιάκ αν έχει να προσθέσει κάτι και εκείνος θα απαντήσει αρνητικά. Στις 19:00 το απόγευμα ανακοινώθηκε η απόφαση: ένοχος για προδοσία, δήμευση περιουσίας και εκτέλεση διά τουφεκισμού. Το ακροατήριο θα ξεσηκωθεί και ένας νεαρός θα φωνάζει «δολοφόνοι, είναι ντροπή, δολοφόνοι» για να συλληφθεί από την αστυνομία. Ο Μπραζιγιάκ θα χαμογελάσει και θα πει: «Είναι τιμή μου».

Η ποινή θα εκτελεστεί στις 6 Φεβρουαρίου του 1945, ανήμερα της επετείου των δολοφονηθέντων εθνικιστών από τη γαλλική αστυνομία στη συγκέντρωση της 6ης Φεβρουαρίου του 1934 με αφορμή το σκάνδαλο Σταβίνσκυ. Περήφανος ο μάρτυρας της ηττημένης Ευρώπης θα σταθεί μπροστά στους εκτελεστές και θα φωνάξει «Vive la France». Πιστός στη δική του Γαλλία μέχρι την τελευταία του ανάσα, όρθιος να προσπαθεί να κοιτάξει κατάματα τον ήλιο και τον θάνατο ενώ άλλοι δεν προσπάθησαν ποτέ. Γιατί ο Μπραζιγιάκ αρνήθηκε να του δέσουν τα μάτια. Ήταν μόνο 35 ετών. Κι ας πέθαινε σε τόσο μικρή ηλικία, εκείνος ήταν ευτυχισμένος αφού ο νεαρός φασίστας είναι πάνω απ’ όλα ένα χαρούμενο πλάσμα, όπως ο ίδιος έλεγε. Ο Γάλλος ποιητής αναγνώρισε όλα εκείνα τα στοιχεία της ποίησης στον Φασισμό και ονειρεύτηκε έναν γαλλικό φασισμό. Μπορεί να ηττήθηκαν οι αξίες του φασισμού από τον απατηλό φιλελευθερισμό και τον καπιταλισμό αλλά δεν πέθαναν. Ο άλλος μεγάλος λογοτέχνης που θα διωχθεί από την δημοκρατία, ο Κνουτ Χάμσουν, θα πει πως σε έναν αιώνα τα ονόματα των δικαστών θα έχουν ξεχαστεί αλλά το όνομα του Μπραζιγιάκ ποτέ.  Τα όσα έγραψε στα ποιήματά του μέσα από τη φυλακή διατηρούν άσβεστη τη φλόγα της ψυχής και της πίστης του και μας εμπνέουν σήμερα:

«Το έργο των ψεμάτων… θα καταπέσει
Τα είδωλα του χρήματος όπου είναι ανεβασμένα
θα καταρρεύσουν μια μέρα στα σαθρά θεμέλιά τους»


«Οι ψυχικές αυτές στενές σχέσεις του Γκαίτε με το αρχαίο ελληνικό πνεύμα και η προσήλωση στις φιλοσοφικές τους θεωρίες είναι δίκαιο να μας πληρούν περηφάνεια και αγαλλίαση. Νοιώθουμε πως ψηλώνουμε και μεις κοντά του ανευρίσκοντας μέσα στο λαμπρό προγονικό μας παρελθόν τον ίδιον τον εαυτό μας. Γελούσε για τις θεωρίες του Φαλμεράγιερ και ενθουσιαζότανε σαν έπαιρνε ένα γράμμα του Μπάυρον από την μαχόμενη Ελλάδα την απόγονη εκείνης της χώρας που του έλαμψε με τον ήλιο του πνεύματος της. Και ήθελε κι αυτός να ήτανε νέος για να πολεμήσει ο ίδιος για την ελευθερία της. Κι απαντούσε στον Μπάυρον με τέτοιους στίχους:

Ο νους φτερό, όμως μολύβι το κορμί.
Αχ, πλάι σου νάμουν με της νιότης την ορμή.

Κι όταν επεσκέφτηκα το σπίτι του στη Βαϊμάρη είδα με μεγάλη συγκίνηση πάνω στον μικρό μαυροπίνακα που κρέμονταν πλάγια στο απλό του κλινάρι ανάμεσα σε άλλα γραμμένες τις λέξεις «Griechenland auferstanden» δηλ. «Η Ελλάδα αναστήθηκε». ‘Ητανε ανάμεσα στα θέματα που είχε στο νού του να καταπιαστεί.»

«Στα πρώτα του έργα τα πρόσωπα πρόσωπα του ήσαν αχνά, απαλά και κάπως αβέβαια, ενώ κατόπιν απέκτησαν οριστικότητα και στερεότητα. Προτήτερα μας περιέγραφε στο τοπίο τη διάθεση και την ατμόσφαιρα, κατόπιν μας δίνει, αυτό καθ’ εαυτό, το τοπίο με όλες του τις λεπτομέρειες χωρίς και να του αφαιρεί τη διάθεση και την ατμόσφαιρα. Ότι στη νιότη του μας έδωσε ζωγραφισμένο με αχνό μολύβι τώρα στην ωριμότητα του μας το δίνει πλαστικό και ανάγλυφο σαν το άγαλμα της αρχαιότητος. Κι αυτό είναι το αποτέλεσμα του ταξιδιού του στην Ιταλία.

«Η κυριώτερη πρόθεση του ταξιδιού μου ήτανε τα φυσικά και ηθικά ελαττώματα να θεραπεύσω που με τυραννούσαν στη Γερμανία και να ησυχάσω την καφτή δίψα για την τέχνη», αυτά έγραφε ο Γκαίτε στις 25 Ιανουαρίου του 1788 στον ηγεμόνα του στη Βαϊμάρη. Και οι δυο του αυτοί σκοποί ξεπληρώθηκαν. Ο δεύτερος του μάλιστα σκοπός όχι μόνο την εκπλήρωση του βρήκε, αλλα τον ξεπέρασε κάνοντας τον ποιητή κυρίαρχο πάνω στα προβλήματα της τέχνης. Και όσον αφορά τα φυσικά – ηθικά ελαττώματα, από τα οποία απαλλάχτηκε, όπως λέγει, είναι αλήθεια. Απόκτησε μιαν αξιοπαράτηρητη σιγουριά στο δρόμο της ζωής του, που φαίνεται γεμάτος κάποια μυστικά θέλγητρα, που πολλοί δεν μπορούν να εξηγήσουν. Γίνεται με τον παράξενο τρόπο ζωής, ο »Ολύμπιος», όπως τον ωνόμασε ο κατόπιν κόσμος.»

Από το οπισθόφυλλο:

Η Σίτσα Καραϊσκάκη ήταν ποιήτρια, συγγραφέας και δημοσιογράφος. Είχε σπουδάσει στο Μόναχο όπου έλαβε και τον τίτλο της διδάκτορος. Είχε σπουδάσει Βυζαντινολογία, Γερμανική Φιλολογία και Ψυχολογία στη Βιέννη, τη Ζυρίχη και την Πράγα. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου το 1936 υπήρξε η οργανώτρια του Τύπου και της Προπαγάνδας της ελληνικής αποστολής. Είχε βραβευτεί με την πλακέτα Γκαίτε στο Ιλμενάου της Βαϊμάρης. Αρθρογραφούσε στο περιοδικό «Η Νεολαία» της 4ης Αυγούστου και επί κατοχής συνεργάστηκε με τους Γερμανούς πραγματοποιώντας ραδιοφωνικές εκπομπές στο κατοχικό ραδιόφωνο προωθώντας τις ιδέες του εθνικοσοσιαλισμού. Κατηγορήθηκε ως δοσίλογος και ερήμην της καταδικάστηκε δις εις θάνατον. Είχε διαφύγει στην Ανατολική Γερμανία με τον Γερμανό σύζυγό της Μπάχμαν, Το 1968 αμνηστεύθηκε κι επέστρεψε στην Μυτιλήνη. Από το 1972 και μετά ζούσε στο Παλαιό Φάληρο στην Αθήνα. Είχε γεννηθεί το 1897 στα Μοσχονήσια της Μικράς Ασίας και πέθανε στις 30 Απριλίου του 1987. Το έργο της ως τις μέρες μας έμεινε άγνωστο λόγω πολιτικών πεποιθήσεων. Το παρόν βιβλίο αποτελεί ανατύπωση της πρωτότυπης έκδοσης του 1974 και είναι μια μελέτη στο έργο του μεγάλου Γερμανού ποιητή.

Συνέντευξη με τον Αλέξανδρο Καρρά των εκδόσεων «Νέα Γενεά»


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου