«Οι ελεύθεροι σκοπευτές της Φλωρεντίας» του Curzio Malaparte


Η 11η Αυγούστου του 1944 είναι η ημερομηνία «απελευθέρωσης» της Φλωρεντίας. Βρετανοί και παρτιζάνοι του C.T.L.N. εισβάλλουν νικηφόρα στην πρωτεύουσα της Τοσκάνης μετά από ένα μήνα μαχών ενώ οι Γερμανοί Εθνικοσοσιαλιστές και οι πιστές στον Duce ομάδες μάχης μαζί με τα στελέχη του Φασιστικού κόμματος υποχωρούν. Κατά την διάρκεια της «μάχης της Φλωρεντίας» αλλά και σε άλλες περιοχές της χώρας διακρίθηκαν για το μαχητικό τους πνεύμα και την αυτοθυσία τους οι μονάδες ελεύθερων σκοπευτών που οργάνωσε ο Alessandro Pavolini και εκπαίδευσαν τα Waffen - SS




Ο Pavolini υπήρξε  μόνιμος κάτοικος της πόλης και πρώτος γραμματέας του Φασιστικού κόμματος. Επανδρώθηκαν οι μονάδες των ελεύθερων σκοπευτών από στρατιώτες μεταξύ 14 και 16 ετών με ελάχιστα μέλη τους να φτάνουν τα 20 χρόνια επειδή δεν μπορούσαν να ενταχθούν στις κύριες μονάδες του R.S.IΕκτός από αυτά τα παιδιά που θυμίζουν τους υπερασπιστές του Βερολίνου, εκατοντάδες κάτοικοι της πόλης - και των δυο φύλων - όλων των ηλικιών αποφάσισαν να αντισταθούν μέχρι το τέλος και έστησαν ενέδρες σε παράθυρα, στέγες και γωνίες των δρόμων. 


Παρόλο την μειονεκτική τους θέση αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους και στις εκκλήσεις των στρατιωτών που υποχωρούσαν απάντησαν «η παράδοση μας είναι να πεθάνουμε». Αποφάσισαν να μην ακολουθήσουν τους Μελανοχίτωνες, να υπερασπιστούν με ελάχιστα όπλα αλλά περίσσια τιμή και πίστη, την πόλη τους απέναντι στις ορδές της δημοκρατίας και της πλουτοκρατίας.




Οι ήρωες δεν κλαίνε ... αλλά μιμούνται!

«Οι ελεύθεροι σκοπευτές της Φλωρεντίας» του Curzio Malaparte

μετάφραση: Αλεξόπουλος Στέλιος


« … Τα αγόρια κάθονταν στα σκαλιά της Santa Maria Novella, το μικρό πλήθος των θεατών μαζεύτηκε γύρω από τον οβελίσκο και ο αξιωματικός των παρτιζάνων καθισμένος στο σκαμνί που είχε τοποθετήσει στην αρχή των σκαλιών της εκκλησίας με τους αγκώνες στο τραπέζι από σίδερο και έναν καφέ που πήρε στην πλατεία.

Η ομάδα των νέων υποστηρικτών της κομμουνιστικής μεραρχίας ‘’Potente’’ οπλισμένοι με υποπολυβόλα και παρατεταγμένοι μπροστά στα πτώματα που είναι το ένα πάνω στο άλλο σαν από το χέρι του Masaccio ζωγραφισμένα που στο ασβεστοκονίαμα του αέρα φαίνονται γκρι. Φωτεινό φως αιχμής βρώμικος σοβάς που πέφτει από τον συννεφιασμένο ουρανό, όλοι ήταν σιωπηλοί, ακίνητοι, τα πρόσωπα τους γυρισμένα προς την ίδια πλευρά. Σταγόνες αίματος κυλούσαν στα μαρμάρινα σκαλοπάτια.

Οι Φασίστες που κάθονταν στα σκαλιά της εκκλησίας ήταν αγόρια δεκαπέντε ή δεκάξι χρονών, χωρίς μαλλιά ψηλά, με μαύρα μάτια και πολύ χλωμό πρόσωπο. Ο νεότερος ντυμένος με ένα μαύρο πουκάμισο και ένα ζευγάρι κοντά παντελόνια που τον άφηναν από τις κνήμες με γυμνά πόδια, ήταν σχεδόν ένα παιδί.

Υπήρχε επίσης και ένα κορίτσι ανάμεσα τους. Νεαρής ηλικίας με μαύρα μάτια και τα μαλλιά της χαλαρά να πέφτουν πάνω στους ώμους της, το σκούρο ξανθό χρώμα που βρίσκεις μεταξύ των γυναικών του λαού στην Τοσκάνη, καθόταν με το πρόσωπο να ατενίζει τα καλοκαιρινά σύννεφα πάνω από τις στέγες της Φλωρεντίας που έλαμπαν από την δυνατή βροχή, ο ουρανός βαρύς και χάλκινος, σκασμένος εδώ και εκεί παρόμοιος με τον ουρανό του Masaccio στις τοιχογραφίες της Carmine.

Όταν ακούσαμε τους πυροβολισμούς ήμασταν στα μισά του δρόμου στη Scala στο Oricellari του Orti . Βρίζοντας στην πλατεία σταματήσαμε στην βάση των σκαλοπατιών της Santa Maria Novella πίσω από τον αξιωματικό που καθόταν μπροστά από το σιδερένιο τραπέζι. Από το σφύριγμα του φρενάρισματος των 2 τζιπ ο αξιωματικός δεν κουνήθηκε ούτε γύρισε να κοιτάξει πίσω. 

Αλλά μετά από λίγο έδειξε με τεταμένο το δάχτυλο ένα από αυτά τα παιδιά και είπε:

- Εξαρτάται από σένα, ποιο είναι το όνομα σου;

- Σήμερα είμαι εγώ - είπε το παιδί όταν σηκώθηκε - αλλά αυτή η ημέρα ή η επόμενη είναι στο χέρι σας

- Ποιο είναι το όνομα σου;

- Το όνομα μου είναι αυτό που φαίνεται

- Αυτή είναι η απάντηση που πρέπει να δώσεις σε αυτόν τον ηλίθιο, είπε ένας σύντροφος του που καθόταν δίπλα του …

- Η απάντηση αυτή θα τον μάθει να φέρεται, απάντησε το αγόρι σκουπίζοντας τον ιδρώτα από το μέτωπο του. Ήταν χλωμός και τα χείλη του έτρεμαν αλλά γέλασε βλέποντας τον αξιωματικό των παρτιζάνων. Μιλούσε με την τοπική προφορά του San Frediano, Santa Croce, Palazzolo

Ο παρτιζάνος αξιωματικός σήκωσε το κεφάλι και είπε:

- Βιαστείτε, μην με κάνετε να σπαταλώ τον χρόνο μου, εξαρτάται από εσάς

- Αν είναι να σπαταλώ τον χρόνο σου - είπε το αγόρι με ειρωνικό ύφος - τότε να βιαστώ. Προσπέρασε τους συντρόφους του και πήγε και στάθηκε μπροστά στους παρτιζάνους που ήταν οπλισμένοι με υποπολυβόλα δίπλα στον σωρό των πτωμάτων ακριβώς στο κέντρο της λίμνης του αίματος που απλωνόταν στον μαρμάρινο περίβολο της εκκλησίας

- Πρόσεξε μην λερώσεις τα παπούτσια φώναξε ένας από τους συντρόφους του και όλοι γέλασαν

- ο Τζακ και εγώ βγήκαμε έξω από το τζιπ

- Σταματήστε! φώναξε ο Τζακ

Αλλά εκείνη την στιγμή το αγόρι φώναξε: Viva Mussolini! Και έπεσε διάτρητο από τις σφαίρες … »



1 σχόλιο:

  1. Οι ήρωες δεν κλαίνε ... αλλά μιμούνται!

    «Τους ήρωες δεν τους θρηνούν, τους μιμούνται».

    ΑπάντησηΔιαγραφή