Στον απόηχο της απολογίας του "μικρού Νικόλα" (του Σωτήρη Δεβελέκου)



Κάποτε αρκετοί Έλληνες Εθνικιστές πιστέψαμε σε έναν τύπο τον οποίο όσοι τον είχαν γνωρίσει πριν από εμάς τον απεχθάνονταν. Τους θεωρούσαμε όλους όσους “λέρωναν” το στόμα τους για αυτόν ως ψεύτες, πληρωμένους, συκοφάντες και εν τέλει ως εχθρούς μας και ας ήταν πάραυτα Εθνικιστές με ιστορία και έργο στις “πλάτες” τους. Κανένας δεν θα έπρεπε να κρίνει τον συγκεκριμένο άνθρωπο γιατί ήταν ο “αρχηγός” μας και ως Εθνικιστές ο “αρχηγός” είναι κάτι το ιερό γιατί θεωρητικά είναι ο καλύτερος όλων, ο πιο άριστος ανάμεσα στους άριστους. Κάποιοι λίγοι που βρισκόντουσαν δίπλα του, όπως ο γράφων του κειμένου, θα μπορούσαμε να δεχτούμε μέχρι και σφαίρα στο στήθος σε περίπτωση που κάποιος πήγαινε να βλάψει τον "αρχηγό" μας.

Τα χρόνια πέρναγαν και βήμα βήμα ο Εθνικισμός άρχιζε να μεγαλώνει ραγδαία. Τα προβλήματα που μάστιζαν την Πατρίδα μας έκαναν τους συμπατριώτες μας να ξυπνούν από τον λήθαργο τον οποίο βρίσκονταν. Έτσι λοιπόν οι Εθνικιστές μπήκαμε στην βουλή και μέσα μας επιθυμούσαμε όσο τίποτα άλλο να γίνουμε η κυβέρνηση αυτού του τόπου. Μια κυβέρνηση όπου θα έφερνε την κάθαρση απέναντι στην ασυδοσία των πολιτικάντιδων και θα έκανε την Πατρίδα μας μεγάλη και άξια ξανά. Θεωρούσαμε τους εαυτούς μας ευλογημένους και απίστευτα τυχερούς που τα όνειρα μας ήταν έτοιμα να πάρουν σάρκα και οστά και πιστεύαμε ακόμα πως και οι ίδιες μας οι ζωές ήταν μικρές μπροστά σε ένα τέτοιο μεγαλείο. Βέβαια η αλήθεια ήταν πως ελάχιστοι πιστεύαμε σε όλα αυτά και εκ του αποτελέσματος λογαριάζαμε χωρίς τον ξενοδόχο...

Πολύ σύντομα οι μάσκες άρχισαν να πέφτουν από τα οφέλη που παρέχει το σύστημα, για κάποιους οφέλη για εμάς δηλητήριο. Το πραγματικό πρόσωπο του "αρχηγού" μας άρχισε να φαίνεται, πάραυτα κάναμε υπομονή για το γενικότερο καλό. Όμως η ανοχή μας έδωσε χώρο δράσης σε αριβίστες, τυχοδιώκτες, οπορτουνιστές και καρεκλοκένταυρους που μόνο τους ενδιαφέρον ήταν πως θα κάνουν τις μεγάλες κοιλιές τους ακόμα μεγαλύτερες. Η ηδονή που έβρισκαν δεν ήταν σαν την ηδονή που νιώθαμε και νιώθουμε εμείς μέσω του Αγώνα . Ο σκοπός ο δικός μας ήταν η επικράτηση της Ιδέας και η απελευθέρωση της Ελλάδας, ενώ ο δικός τους ήταν να βλέπουν τους ήδη παχυλούς αριθμούς των ATM να παχαίνουν ακόμα περισσότερο. Ο κόμπος είχε φτάσει στο χτένι, το κλίμα που υπήρχε ήταν κάτι πολύ περισσότερο από άρρωστο και το μεγαλύτερο κομμάτι των αξιόλογων Συναγωνιστών άρχισε να αποχωρεί. Το άλλοτε μάχιμο Εθνικιστικό κίνημα δεν είναι τίποτα άλλο πλέον πέρα από ένα Κ.Α.Π.Ι και αυτό ήταν μια απόφαση του κάποτε "αρχηγού" μας και της αυλής του.

Ήμουν πεπεισμένος πως στη χθεσινή του απολογία θα προσπαθήσει να διασώσει τα τελευταία ψήγματα αξιοπρέπειας που του είχαν απομείνει. Ειδικά όταν είχαν προηγηθεί τουλάχιστον δύο απολογίες αξιοπρεπέστατες, θεωρούσα πως είναι για αυτόν μονόδρομος. Μάταια όμως, το βαρέλι όντως δεν είχε και δεν έχει πάτο και η υστεροφημία είναι κάτι που δεν απασχολεί τον πρώην "αρχηγό" μας.

Έτσι λοιπόν, μέσα σε πολλούς Συναγωνιστές που "άδειαζε" και σε Ιδέες που απαρνιόταν με τρομερή άνεση και ευκολία, αναφέρθηκε και σε εμένα χαρακτηρίζοντας με ως άτομο μη άξιο της εμπιστοσύνης του. Στην χρυσή αυγή 16 χρόνια συναπτά πέρασα ως επικεφαλής από αρκετά πόστα τα οποία ήταν πρότυπο όσο βρισκόταν υπό την διοίκηση μου. Ως γνωστόν υπήρξα και συνοδός του λεγόμενου "αρχηγού", πάραυτα όλα αυτά έγιναν εν αγνοία του διότι ήμουν άτομο το οποίο δεν ήταν άξιο για την εμπιστοσύνη ενός τόσου μεγάλου άντρα.

Θέλω να δηλώσω πως όταν ένας αποδεδειγμένος ψεύτης, ένας αρνητής των ιδεών του, ένας ρουφιάνος των συντρόφων του, ένας οικονομικά αδηφάγος, ένας προσκυνητής του συστήματος, με αποκαλεί ως άτομο ανάξιο της εμπιστοσύνης του, αυτό για μένα είναι ένας τίτλος Τιμής και παράσημο το οποίο με κάνει ιδιαίτερα υπερήφανο σε προσωπικό επίπεδο όσο και στα μάτια των πραγματικών Εθνικιστών και Συναγωνιστών μου. Βέβαια δείξε μου τον κουμπάρο σου να σου πω ποιος είσαι. Ένα άλλο ακόμα θλιβερό άτομο που μέχρι και την ώρα που βρισκόταν στην τουαλέτα χαιρετούσε με το δεξί του χέρι τεντωμένο αλλά όλα αυτά ήταν ένα αστείο και έκαναν απλά πλάκα όπως είπε και ο ίδιος... Σύντομα θα καταλάβετε ότι δεν έχουμε όλοι μας το ίδιο χιούμορ και δεν κάνουμε όλοι πλάκα.

Πολλοί θεωρούν πως η πτώση της χρυσής αυγής σήμανε και το τέλος του Εθνικισμού. Η απάντηση είναι Όχι! Η πτώση της χρυσής αυγής έφερε την κάθαρση που είχε ανάγκη η Ιδέα μας και όλα θα φτιαχτούν από την αρχή, αλλά αυτή την φορά οι βάσεις μας θα είναι γερές και όχι σαπισμένες. Το κάστρο το οποίο ήδη φτιάχνουν οι Εθνικιστές από άκρη σε άκρη της Ελλάδας δεν πρόκειται αυτή την φορά να πέσει εκ των έσω, γιατί οι εφιάλτες φάνηκαν και σύντομα θα παραδοθούν στην λήθη της Ιστορίας, στο μοναδικό σημείο στο οποίο τους αξίζει να βρίσκονται.

Σωτήρης Δεβελέκος

Υ.Γ(1):Ένα μεγάλο συγχαρητήρια σε όσους δεν έσκυψαν το κεφάλι απέναντι στο κυνήγι μαγισσών που εξαπέλυσε το σύστημα και κυρίως στον Ηλία Κασιδιάρη και στον Γιάννη Λαγό που κοίταξαν την Ιστορία κατάματα.

Υ.Γ(2):Το σύστημα και οι πολιτικοί αντίπαλοί μας, ήσασταν πολλοί τυχεροί που υπήρξε ως αρχηγός των Εθνικιστών το εν λόγω άτομο. Μην βιαστείτε όμως να το γιορτάσετε και να θυμάστε πως η τύχη δεν κρατάει για πάντα και κάποτε τελειώνει. 

Dominique Venner, Προς μία θετική κριτική (1962)



“Η ανάγνωση κατασκοπικών διηγημάτων, οι μνήμες από την Αντίσταση και άλλες ειδικές υπηρεσίες, οι ιστορίες με συνωμότες, Γκωλλικούς και άλλους, καθιστούν  τους «εθνικόφρονες» δέσμιους  μίας ατμόσφαιρας επίμονων φαντασιώσεων.  Ένας γύρος μπρίτζ με έναν απόστρατο στρατηγό, με ένα μέλος του κοινοβουλίου ή με έναν έφεδρο λοχία   μετατρέπεται σε  μία σκοτεινή και ισχυρή συνωμοσία.  Εάν στρατολογήσουν το πολύ δέκα μαθητές Γυμνασίου, θεωρούν τους εαυτούς τους Μουσολίνι.  Εάν υπερηφανεύονται ότι διοικούν μία ομάδα πέντε χιλιάδων οργανωμένων ανδρών, σημαίνει ότι μετά βίας διαθέτουν ένα ετερόκλητο πλήθος μερικών εκατοντάδων. Εάν κατά τύχη λάβουν επιστολή από κάποιον  στρατιωτικό οργανισμό, επιδεικνύουν τον φάκελο με συνωμοτικό τρόπο, με αναστεναγμούς και σιωπηρούς  οιωνούς με υπαινιγμούς . Είναι υπέρμαχοι της ενότητος και μόνον πικρόχολες μομφές έχουν  εναντίον του σεκταρισμού των αγωνιστών, οι οποίοι αρνούνται  να τους πάρουν στα σοβαρά. Οι ίδιοι «εθνικόφρονες», σε μία περίοδο αυθεντικής μυστικότητας, συλλαμβάνονται βάσει καταλόγων με διευθύνσεις και με έγγραφα, και αρχίζουν να μιλάν αμέσως μόλις οι αστυνομικοί υψώσουν την φωνή τους.” 

Ιούλιος Έβολα: H παρανόηση του Νέου «Παγανισμού» απόσπασμα από το Grundrisse, 1942



Είναι ίσως ορθό να επισημάνουμε τις παρεξηγήσεις που υπάρχουν την στιγμή αυτήν σε κάποιους ριζοσπαστικούς κύκλους, οι οποίοι πιστεύουν ότι η λύση ευρίσκεται στην κατεύθυνση ενός νέου παγανισμού. Η παρεξήγηση αυτή είναι ήδη ορατή στην χρήση των όρων «παγανιστικός» και «παγανισμός». Εγώ ο ίδιος έχοντας χρησιμοποιήσει αυτές τις εκφράσεις ως μοτίβο σε ένα βιβλίο που εξεδόθη στην Ιταλία το 1928, και στην Γερμανία το 1934, έχω λόγους για ειλικρινείς τύψεις.

Η λέξη, συγκεκριμένα, για τον παγανιστή ή για τον εθνικό, paganus, εμφανίζεται σε κάποιους Λατίνους συγγραφείς όπως ο Λίβιος δίχως κάποια συγκεκριμένη αρνητική χροιά. Τούτο, όμως, δεν αναιρεί το γεγονός ότι με την άφιξη της νέας θρησκείας, η λέξη paganus απέκτησε μία αναμφισβήτητα υποτιμητική έννοια, όπως αυτή χρησιμοποιήθηκε στους πρώτους Χριστιανούς απολογητές. Προέρχεται από την λέξη pagus, που σημαίνει μικρή πόλη ή χωριό, με αποτέλεσμα η λέξη paganus συλλήβδην να παραπέμπει στον χωριάτικο τρόπο σκέψεως : έναν ακαλλιέργητο, πρωτόγονο και δεισιδαιμονικό τρόπο σκέψεως. Προκειμένου να προωθήσουν και να δοξάσουν την νέα θρησκεία οι απολογητές είχαν την άσχημη συνήθεια να ανυψώνουν εαυτούς μέσω της δυσφημήσεως των άλλων θρησκειών. Υπήρχε συχνά μία συνειδητή και συστηματική υποτίμηση και ψευδής καταχώρηση όλων σχεδόν των παλαιότερων παραδόσεων, δογμάτων και θρησκειών, που κατηγοριοποιήθηκαν υπό τον περιφρονητικό χαρακτηρισμό παγανισμός ή εθνική θρησκεία. 

Προς την κατεύθυνση αυτήν οι απολογητές φανερά έκαναν μία προσχεδιασμένη προσπάθεια να υπερτονίσουν τις όψεις αυτές των προ-χριστιανικών θρησκειών και παραδόσεων που στερούνταν κάθε κανονικού ή πρωτόγονου χαρακτήρος, αλλά αποτελούσαν ξεκάθαρα μορφές που είχαν περιπέσει σε παρακμή. Μία τέτοια πολεμική διαδικασία οδήγησε, συγκεκριμένα, στον χαρακτηρισμό ο,τιδήποτε προϋπήρξε του Χριστιανισμού, και εκ τούτου δεν ήταν χριστιανικό, ως απαραίτητα αντί-χριστιανικό.

Κάποιος θα μπορούσε να αναλογισθεί, λοιπόν, ότι ο «παγανισμός» είναι κατά βάσιν μία μεροληπτική και τεχνητή σύλληψη που μόλις και μετά βίας ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα αυτού που στον πρό-χριστιανικό κόσμο ήταν πάντοτε υπό τις κανονικές του εκδηλώσεις, εκτός ορισμένων παρηκμασμένων στοιχείων και όψεων που προήρχοντο από εκφυλισμένα κατάλοιπα παλαιοτέρων πολιτισμών.

Έχοντας ξεκαθαρίσει αυτό, φθάνουμε σήμερα σε μία παράδοξη συνειδητοποίηση: ότι αυτός ο φανταστικός παγανισμός που ουδέποτε υπήρξε, παρά εφευρέθηκε από τους χριστιανούς απολογητές, εξυπηρετεί στη εποχή μας ως το σημείο εκκινήσεως για συγκεκριμένους αυτοαποκαλούμενους παγανιστικούς κύκλους και απειλεί, έτσι, να καταστεί πραγματικότητα για πρώτη φορά στην ιστορία – τίποτα περισσότερο ή λιγότερο από αυτό.

Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της βλέψεως του σύγχρονου παγανισμού, όπως οι δικοί του απολογητές πιστεύουν και διακηρύσσουν ότι είναι ; Ο πρώτος είναι ο εγκλωβισμός στην Φύση. Κάθε μορφή υπερβατικότητας είναι ολοκληρωτικά άγνωστη στην παγανιστική άποψη για την ζωή : παραμένει προσκολλημένη σε μία μίξη Πνεύματος και Φύσεως , σε μία ασαφή ενότητα Σώματος και Πνεύματος. Δεν υπάρχει στην θρησκεία του τίποτα, παρά μία δεισιδαιμονική θεοποίηση των φυσικών φαινομένων ή από φυλετικές ενέργειες που προήχθησαν στο επίπεδο των ελασσόνων θεών. Από την κατάσταση αυτήν αναφύεται πρώτα από όλα ένας αιμάτινος – και εδαφικός- ωφελιμισμός. Ακολουθεί μία απόρριψις των αξιών της προσωπικότητος και της ελευθερίας και μία κατάσταση αθωότητος ελάχιστα ανθρώπινης, μη επαγρυπνισμένη μέχρι από οποιοδήποτε υπερφυσικό κάλεσμα. Πέραν αυτής της αθωότητας υπάρχει μόνον η έλλειψη αναστολής, η «αμαρτία», και η ευχαρίστηση του αμαρτάνειν. Με άλλα λόγια δεν υπάρχει τίποτα άλλο από δεισιδαιμονία ή από μία καθαρά βέβηλη κουλτούρα υλισμού και μοιρολατρείας. Μοιάζει σαν η έλευση του Χριστιανισμού και μόνον ( αγνοώντας συγκεκριμένους προδρόμους που παραλείπονται ως ασήμαντοι ) να επέτρεψε τον κόσμο της υπερφυσικής ελευθερίας να εισβάλλει, επιτρέποντας την χάρη και την προσωπικότητα, σε αντίθεση με τις μοιρολατρικές και φυσιοκρατικές πεποιθήσεις που αποδίδονται στον «παγανισμό» φέρνοντας μαζί μία καθολική ιδέα ( με την ετυμολογική έννοια την παγκοσμιότητας ) και έναν υγιή δυϊσμό, με τον οποίον κατάφεραν να υποτάξουν την Φύση σε έναν ανώτερο νόμο, και στο «Πνεύμα» να θριαμβεύσει επί του νόμου της σάρκας, του αίματος και των ψεύτικων θεών.

Αυτά είναι τα κύρια στοιχεία της επικρατούσης αντίληψης για τον παγανισμό, π.χ για ο,τιδήποτε δεν ενστερνίζεται μία σαφώς Χριστιανική κοσμοαντίληψη. Οποιοσδήποτε κατέχει κάποια άμεση εξοικείωση με την ιστορία του πολιτισμού και της θρησκείας, στοιχειώδη ωστόσο, μπορεί να δεί πόσο λανθασμένη και μονόπλευρη είναι η νοοτροπία αυτή. Στους πρώιμους Πατέρες της Εκκλησίας, παρόλαυτά, υπάρχουν συχνά σημεία μίας ανώτερης κατανόησης των συμβόλων, των δογμάτων και των θρησκειών των προηγούμενων πολιτισμών. Θα δώσουμε εδώ μόνον ένα δείγμα.

Αυτό που διέκρινε περισσότερο τον προχριστιανικό κόσμο , σε όλες τις μορφές του, δεν ήταν η δεισιδαιμονική θεοποίηση τα φύσης, αλλά η διά συμβόλων κατανόηση της, λόγω της οποίας ( όπως έχω συχνά επισημάνει ) κάθε φαινόμενο και κάθε γεγονός παρουσιαζόταν ως η αισθητή αποκάλυψη ενός υπεραισθητού κόσμου. Η παγανιστική κατανόηση του κόσμου και του ανθρώπου χαρακτηριζόταν ουσιωδώς από έναν ιερό συμβολισμό.

Ο παγανιστικός , παραπέρα, τρόπος ζωής ουδεμία απολύτως σχέση είχε με μία ανέμελη αθωότητα ούτε με μία φυσική εγκατάλειψη στα πάθη, ακόμα και όταν κάποιες συγκεκριμένες μορφές του ήσαν φανερά εκφυλισμένες. Γνώριζε ήδη έναν υγιή δυϊσμό, ο οποίος αντανακλάται στις παγκόσμιες θρησκευτικές και μεταφυσικές συλλήψεις. Στο σημείο αυτό μπορούμε να αναφέρουμε την δυϊστική πολεμική θρησκεία των Ιρανών Αρίων, που έχει συζητηθεί και έγινε οικεία σε όλους, την Ελληνική αντίθεση μεταξύ των «δύο φύσεων», του Κόσμου και του Κάτω Κόσμου ή της Νορδικής μεταξύ της φυλής των Εζίρ και των στοιχειακών όντων, και, τέλος, την Ινδοάρια αντίθεση ανάμεσα στην sam’ra, το «ρεύμα των μορφών» , και το m(o)khti , την «απελευθέρωση» και την «τελειότητα».

Επί της βάσεως αυτής όλοι οι μεγάλοι προχριστιανικοί πολιτισμοί μοιραζόταν τον αγώνα για μία υπερφυσική ελευθερία , π.χ για την μεταφυσική τελειοποίηση της προσωπικότητας, και όλοι αναγνώριζαν Μυστήρια και Μυήσεις. ‘Εχω ήδη επισημάνει ότι τα Μυστήρια σήμαιναν συχνά την επανάκτηση της πρωτόγονης πολιτείας, την πνευματικότητα των ηλιακών, Υπερβορείων φυλών, στην θεμελίωση μίας παράδοσης και μίας γνώσης που αποκρύπτονταν μέσω της μυστικότητας και της αποκλειστικότητας από τους πληθυσμούς ενός περιβάλλοντος που βρισκόταν ήδη σε παρακμή. ‘Εχουμε επίσης δεί ότι στις Ανατολικές χώρες η Άρια ποιότητα είχε ήδη συσχετισθεί με μία «δεύτερη γέννηση» που επιτυγχάνετο μέσω της μυήσεως. Όσο για την φυσική αθωότητα όπως η παγανιστική λατρεία για το σώμα, αυτή αποτελεί ένα παραμύθι και χωρίς μία απόδειξη μεταξύ των αγρίων , γιατί παρόλη την εσώτερη έλλειψη διαφοροποιήσεως, που έχει ήδη αναφερθεί σε σύνδεση με τις φυλές «κοντά στην φύση», οι λαοί αυτοί περιστέλλουν και περιορίζουν τις ζωές τους με αναρίθμητα ταμπού κατά τρόπο συχνά αυστηρότερο από την ηθική των αποκαλούμενων «θετικών θρησκειών». Και όσο για αυτό που φαίνεται στην επιφανειακή άποψη να ενσωματώνει το πρωτότυπο μίας τέτοιας «αθωότητας», το κλασικό, δηλαδή, ιδεώδες, αυτό δεν ήταν η λατρεία του σώματος : δεν ανήκε σε αυτήν την όψη της δυϊκότητας σώματος – πνεύματος, αλλά στην άλλη όψη της. Όπως έχει ήδη καθορισθεί , το κλασικό ιδεώδες είναι αυτό του Πνεύματος το οποίο κυριαρχεί τόσο πολύ, ώστε υπό συγκεκριμένες πνευματικές συνθήκες διαπλάθει το Σώμα και την Ψυχή καθ’ ομοίωσή του και ,τοιουτοτρόπως , επιτυγχάνει μία τέλεια αρμονία μεταξύ του εσώτερου και του εξώτερου.

Τελευταία, επικρατεί μια τάση μακριά από ωφελιμισμό, ευρισκόμενη σε όλον τον παγανιστικό κόσμο, σύμφωνα με την οποία τα αυτοκρατορικά καλέσματα ήταν αυτά που σημάδευσαν την ανοδική φάση των Νορδικών φυλών. Τέτοια καλέσματα συχνά κατά τρόπο μεταφυσικό εμπλουτιζόταν ,εξευγενιζόταν και εμφανίζονταν ως η φυσική συνέπεια της επέκτασης της αρχαίας ιερής αντίληψης του κράτους. Επίσης όπως η μορφή στην οποία η νικηφόρος παρουσία του «ανώτερου κόσμου» και της πατρικής, Ολύμπιας αρχής επεδίωκε να φανερωθεί στον επερχόμενο κόσμο. Κατ’ αυτήν την άποψη, ανακαλούμε την παλαιά Ιρανική αντίληψη της Αυτοκρατορίας και του «Βασιλέως των Βασιλέων» , που σχετίζεται με το δόγμα του hvareno ( η «ουράνια δόξα» την οποίαν περιεβάλοντο οι Άριοι άρχοντες) και την Ινδοάρια παράδοση του «Βασιλέως του κόσμου» ή chakravartin κ.λ.π. , σύμφωνα με την επανεμφάνιση των «Ολύμπιων» αξιώσεων της αρχαίας ρωμαϊκής ιδέας του Κράτους και της Αυτοκρατορίας. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία είχε , επίσης, το ιερό της περιεχόμενο, που συστηματικά παρεξηγήθηκε ή υποτιμήθηκε όχι μόνον από την Χριστιανοσύνη, αλλά και από τους συγγραφείς της «θετικής» ιστορίας. Ακόμα και η λατρεία του Αυτοκράτορα είχε την έννοια της ιεραρχικής ενότητας στην κορυφή ενός πάνθεου, το οποίο αποτελείτο από μία σειρά ξεχωριστών τοπικών και προγονικών θρησκειών που ανήκαν σε μη ρωμαϊκούς λαούς και αυτές μπορούσαν να λατρεύονται ελεύθερα, όσο παρέμεναν εντός των φυσιολογικών ορίων τους. Όσον αφορά, τελικά, την «παγανιστική» ενότητα των δύο δυνάμεων, πνευματική και κοσμική, απέχει πολύ από το να θεωρηθεί ότι συγχωνεύονταν. Όπως το κατανοούσε μία «ηλιακή» φυλή, εξέφραζε τα ανώτερα δικαιώματα που πρέπει να συσσωρεύονται στην πνευματική εξουσία στο επίκεντρο κάθε φυσιολογικής πολιτείας. Ήταν, έτσι, κάτι αρκετά διαφορετικό από την χειραφέτηση και την «ανωτερότητα» ενός μερικά κοσμικού κράτους. Εάν επρόκειτο να κάνουμε παρόμοιες τροποποιήσεις στο πνεύμα της πραγματικής αντικειμενικότητας, οι πιθανότητες θα ήταν υπερβολικές.

Περαιτέρω Παρεξηγήσεις Αναφορικά με την «Παγανιστική» Κοσμοθεωρία

Έχοντας ειπωθεί όλα αυτά, παραμένει η πραγματική πιθανότητα μεταμορφώσεως κάποιων απόψεων του Χριστιανισμού. Πρέπει, όμως, να γίνει ξεκάθαρο ένα πράγμα : ο λατινικός όρος «transcendere» σημαίνει κατά γράμμα το να αφήνει κάποιος κάτι πίσω καθώς ένα άλλο εμφανίζεται προς τα πάνω και όχι προς τα κάτω! Αξίζει να επαναλάβουμε ότι πρωτεύον δεν είναι η απόρριψη του Χριστιανισμού : δεν είναι το ζήτημα να δείξουμε την ίδια έλλειψη κατανόησης απέναντί στον Χριστιανισμό, όπως ο ίδιος επέδειξε, και κατά μέγα μέρος συνεχίζει να δείχνει, απέναντι στον αρχαίο παγανισμό. Θα μπορούσε να αποτελέσει θέμα η ολοκλήρωση του Χριστιανισμού με μέσα μίας ανώτερης και αρχαιότερης κληρονομίας , εξουδετερώνοντας κάποιες από τις απόψεις του και τονίζοντας άλλες σημαντικότερες, στις οποίες η πίστη αυτή δεν αντιτίθεται απαραίτητα στις συμπαντικές αντιλήψεις της προχριστιανικής πνευματικότητας.

Αυτό, αλοίμονο, δεν είναι το μονοπάτι που ακολουθούν οι ριζοσπαστικοί κύκλοι που αναφέραμε. Πολλοί από αυτούς τους νεοπαγανιστές φαίνεται ότι έχουν πέσει σε μία παγίδα που στήθηκε σκόπιμα για αυτούς, που συχνά απολήγει στην συνηγορία και την υπεράσπιση ιδεών που λίγο-πολύ ανταποκρίνονται στον ούτως εφευρημένο ,φυσιολατρικό ωφελιμιστικό παγανισμό, φτωχό σε φώς και σε υπερβατικότητα, που ήταν το δημιούργημα πολεμικής ενός Χριστιανού, που παρεξήγησε το προχριστιανικό κόσμο, και ο οποίος βασίζεται το πολύ σε μερικά διάσπαρτα στοιχεία του κόσμου αυτού στην παρακμή του και στον εκφυλισμό του. Και σαν να μην έφταναν αυτά, οι άνθρωποι καταφεύγουν σε μία αντί-Καθολική πολεμική, η οποία, ανεξαρτήτως πολιτικής της δικαιολογίας, συχνά ανασύρει και υιοθετεί τις παλαιές τυποποιημένες εκφράσεις ενός εντελώς σύγχρονου, ορθολογιστικού και πεφωτισμένου τύπου που έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον από τον Φιλελευθερισμό, την Δημοκρατία και τον Ελευθεροτεκτονισμό. Τέτοια ήταν ως έναν βαθμό η περίπτωση του H.S.Chamberlain και εμφανίζεται ξανά σε ένα συγκεκριμένο ιταλικό κίνημα, που προσπαθεί να συνδέσει την φυλετική σκέψη με το «ιδεαλιστικό» δόγμα του έμφυτου.

Στον νέο-παγανισμό ενυπάρχει μία γενική και αλάνθαστη τάση προς δημιουργία ενός νέου, δεισιδαίμονος μυστικισμού βασισμένου στην δοξολογία του εμφύτου , της Ζωής και της Φύσεως, που έρχεται στην οξύτερη αντιπαράθεση με το Ολύμπιο και ηρωικό ιδεώδες των μεγαλύτερων Αρίων πολιτισμών της προχριστιανικής αρχαιότητος. Θα επιδείκνυε μία πολύ μεγαλύτερη στροφή προς την υλική, μητρική και τελλουρική πλευρά , εάν δεν είχε εξαντληθεί με μία ομιχλώδη και ερασιτεχνική φιλοσοφία. Για να δώσουμε ένα παράδειγμα, μπορούμε να ρωτήσουμε τι ακριβώς εννοούν με τον όρο «Φύση», με ποιά από τις ομάδες αυτές είναι τόσο ενθουσιώδεις; Μικρή χρησιμότητα θα έχει η παρατήρησή μας ότι ο αρχαίος, παραδοσιακός άνθρωπος δεν αναγνώριζε και δεν βίωνε την Φύση, αλλά μία λογική κατασκευή της περιόδου των Γάλλων Εγκυκλοπαιδιστών. Οι Εγκυκλοπαιδιστές ήταν εκείνοι που με αναμφιβόλως ανατρεπτικά και επαναστατικά μοτίβα δημιούργησαν τον μύθο ότι η Φύση είναι «καλή», σοφή και ηθικά υγιής, σε αντίθεση με την σαπίλα κάθε ανθρώπινου πολιτισμού. Μπορούμε έτσι να δούμε ότι ο αισιόδοξος μύθος της Φύσεως του Ρουσσώ και των Εγκυκλοπαιδιστών συμβαδίζει με το «φυσικό δίκαιο», την παγκοσμιότητα, τον φιλελευθερισμό, τον ανθρωπισμό και την άρνηση κάθε θετικής και δομημένης μορφής κυριαρχίας. Ο μύθος, επιπλέον, υπό εξέταση ουδεμία απολύτως βάση έχει στην φυσική ιστορία. Κάθε ειλικρινής επιστήμων γνωρίζει ότι δεν υπάρχει χώρος για την «Φύση» στο πλαίσιο εργασίας των θεωριών του, που έχουν ως αντικείμενο τον καθορισμό των καθαρά αφηρημένων ισοδυναμιών και μαθηματικών σχέσεων. Όσον αφορά στην βιολογική έρευνα και στην γενετική, μπορούμε ήδη να δούμε την ανισορροπία που θα προέκυπτε από την στιγμή που κάποιος θα θεωρούσε ότι συγκεκριμένους νόμους ως τελικούς, όταν αυτοί εφαρμόζονται μόνον σε μία μερική όψη της πραγματικότητας. Αυτό που σήμερα οι άνθρωποι αποκαλούν «Φύση», ουδεμία σχέση έχει με αυτό που σήμαινε η Φύση για τον παραδοσιακό, ηλιακό άνθρωπο ή για την γνώση, στην οποίαν είχε πρόσβαση ένας τέτοιος άνθρωπος χάρις στην Ολύμπια και βασιλική θέση του, για αυτήν. Δεν υπάρχει κάποια ένδειξη για αυτό, ωστόσο, στις συνηγορίες υπέρ του νέου αυτού μυστικισμού.

Παρεξηγήσεις της ίδιας πάνω-κάτω φύσεως ανακύπτουν αναφορικά με την πολιτική σκέψη. Ο παγανισμός εδώ χρησιμοποιείται συχνά ως το συνώνυμο για μία εγκόσμια και εντούτοις αποκλειστική αντίληψη της κυριαρχίας, η οποία αντίληψη αναποδογυρίζει τις σχέσεις. Έχουμε ήδη δεί ότι στις αρχαίες πολιτείες η ενότητα των δύο εξουσιών σήμαινε κάτι το αρκετά διαφορετικό. Παρείχε την βάση για την πνευματοποίηση της πολιτικής, ενώ ο νεοπαγανισμός καταλήγει να πολιτικοποιεί το πνευματικό, και επομένως να βαδίζει για ακόμη μία φορά στο λάθος μονοπάτι των Γαλλικανών και των Ιακωβίνων. Η αρχαία, αντιθέτως, αντίληψη του Κράτους και της Αυτοκρατορίας πάντοτε έδειχνε μία σύνδεση με την Ολύμπια ιδέα.

Τι πρέπει, λοιπόν, να σκεφθούμε για την νοοτροπία που εκλαμβάνει τον Ιουδαϊσμό, την Ρώμη, την Καθολική Εκκλησία, τον Ελευθεροτεκτονισμό και τον Κομμουνισμό ως λίγο -πολύ ένα και το αυτό πράγμα, μόνον επειδή οι προϋποθέσεις τους διαφέρουν από την απλή σκέψη του Λαού? Η σκέψη του Λαού μέσα στις σειρές αυτές κινδυνεύει να άθεοι στο σκοτάδι, όπου δεν είναι δυνατή πλέον κάποια διαφοροποίηση.

Ας περιοριστούμε σε ένα και μόνον παράδειγμα : ο Καθολικός δογματισμός εκπληρώνει συγκεκριμένα έναν χρήσιμο προληπτικό ρόλο σταματώντας τον εγκόσμιο μυστικισμό και παρόμοιες κάτωθεν εκρήξεις από το να περάσουν ένα συγκεκριμένο όριο. Δημιουργεί ένα ισχυρό φράγμα που προστατεύει την περιοχή όπου κυριαρχούν η υπερβατική γνώση και τα γνήσια υπερφυσικά και μη ανθρώπινα στοιχεία - ή τουλάχιστον όπου θα έπρεπε να κυβερνούν. Θα μπορούσε κάποιος να ασκήσει κριτική στον τρόπο με τον οποίο αυτή η υπέρβαση και η γνώση έχουν γίνει κατανοητές από τον Χριστιανισμό, αλλά δεν μπορεί να περάσει σε μία « βέβηλοι» κριτική , η οποία αρπάζεται από κάποιο πολεμικό όπλο ή κάτι άλλο, φαντάζεται την υποτιθέμενη Άρια φύση του δόγματος του έμφυτου, της «φυσικής θρησκείας», της λατρείας της «ζωής» κλπ, χωρίς στην πραγματικότητα να χάσει το επίπεδό του : με λίγα λόγια, δεν μπορεί κάποιος τοιουτοτρόπως να φθάσει τον κόσμο των αρχέγονων απαρχών, αλλά σε αυτόν της Αντί-Παράδοσης ή των τελλουρικών και πρωτόγονων τρόπων υπάρξεως. Τούτο θα ήταν στην πραγματικότητα ο κάλλιστος τρόπος επαναπροσηλυτισμού στον Καθολικισμό των ανθρώπων με τα καλύτερα «παγανιστικά» ταλέντα !


Πρέπει, λοιπόν να προσέχει κάποιος να μην υποπέσει σε παρεξηγήσεις και λάθη που έχουμε αναφέρει, τα οποία κατά βάσιν εξυπηρετούν μόνον την υπεράσπιση του κοινού εχθρού. Οφείλει κανείς να αναπτύξει την ικανότητα να τοποθετεί τον εαυτό του στο επίπεδο εκείνο, όπου η διδακτική σύγχυση δεν μπορεί να φθάσει και όπου κάθε ερασιτεχνισμός και αυθαίρετη διανοητική δραστηριότητα αποκλείονται, όπου κάποιος αντιστέκεται ενεργά σε κάθε επιρροή από μπερδεμένες, παθιασμένες επιθυμίες και από την βιαία επιθυμία στις πολεμικές, όπου, τέλος και βασικά, τίποτα δεν μετράει παρά η ακριβής, αυστηρή, αντικειμενική γνώση του πνεύματος της Αρχεγόνου Παραδόσεως. 

Ο Μπασάρ Αλ Άσαντ προς τους Κούρδους


"Ο Αμερικανός δεν θα σας προστατεύσει.
Ο Αμερικανός δεν σας φέρει ούτε στην καρδιά του, ούτε στα σωθικά του. Θα σας βάλει στην τσέπη του σαν αντικείμενο ανταλλαγής. Αν δεν υπερασπιστείτε την χώρα σας θα γίνεται σκλάβοι του Οθωμανού. Μόνο η κυβέρνηση σας θα σας προστατεύσει και δεν θα σας υπερασπιστεί κανένας άλλος από τον Συριακό Αραβικό στρατό" 

Guillaume Faye



[Η κοινοβουλευτική Δεξιά] ουδέποτε κατάφερε να αποδεχθεί το γεγονός ότι η πολιτική είναι μία μάχη, κατά την οποίαν είναι τόσο ουσιώδες, όσο και αναπόφευκτο το να δυσαρεστήσεις ένα μέρος των ψηφοφόρων, να αντιμετωπίσεις συμφέροντα και να υποστείς την ηθική επίπληξη της Αριστεράς. Οι κυβερνήσεις  της Δεξιάς υπήρξαν ανέκαθεν μαλακές. Φοβούνται την αντιπαράθεση και δεν τολμούν να εφαρμόσουν τις ιδέες και τα προγράμματα, βάσει των οποίων ήλθαν στην εξουσία, διότι νοιώθουν ότι δεν διαθέτουν την νομιμοποίηση, για να κάνουν κάτι τέτοιο. Μία κυβέρνηση της Δεξιάς θα απέφευγε να δυσαρεστήσει όσους ψήφισαν εναντίον της παρά να ικανοποιήσει τους δικούς της ψηφοφόρους. Η απόκτηση της προτιμήσεως της Αριστεράς αποτελεί την ευχαρίστηση της Δεξιάς.


Guillaume Faye 

Αρνούμενοι να υποταχθούμε στις μαριονέτες της αντιφασιστικής ακροδεξιάς.



του Αλεξόπουλου Στέλιου

Με τις μαριονέτες της αντιφασιστικής ακροδεξιάς και της δεξιάς δεν μπορεί να υπάρξει κανένας διάλογος. Καμιά υποχώρηση και καμιά διάθεση για διαπραγματεύσεις. Διαχρονικά βρέθηκαν απέναντι μας και μας πολέμησαν μαζί με τους κομμουνιστές. Θυμίζω τα λόγια του Βέλγου Degrelle: "Προσοχή στην δεξιά. Για μένα, η δεξιά είναι πιο επικίνδυνη από την αριστερά. Η δεξιά, είναι ένας εχθρός που έχει το πρόσωπο του «φίλου». Είναι ένας αντίπαλος σε αυτά που πιστεύουμε. Είναι δειλοί, που συμμαχούν με τους πάντες, ακόμη και με τους Κομμουνιστές , προκειμένου να μας χτυπήσουν. Αυτοί θέλουν την εξουσία για να κλέβουν και να τρώνε. Εμείς, όταν εισήλθαμε με το REX στο κοινοβούλιο, μπήκαμε για να το διαλύσουμε. Όχι για να παίξουμε το κοινοβουλευτικό παιχνίδι".

Ενοχλήθηκαν σφόδρα λοιπόν οι antifa ακροδεξιοί με τα άρθρα του «Μαύρου Κρίνου» και απάντησαν. Προσπαθούν να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα. Κάποιοι καλοπροαίρετοι συναγωνιστές που συμφωνούν μαζί μας μπροστά στην σύγκρουση με τους «πατριώτες» επιλέγουν να αλλάξουν τακτική και να δουν τα κοινά σημεία με τους σαλτιμπάγκους της δόλιας «εθνικοφροσύνης». Δεν υπάρχουν όμως κοινά σημεία με αυτούς θέλουν απλά να φάνε από τον κοινοβουλευτικό κορβανά. Είναι τα ίδια πρόσωπα σε διαφορετικό κομματικό μαντρί.

Οι δήθεν ιδεολογικοί «ακροβατισμοί» μαζί με ένα πασάλειμμα εννοιών και όρων είναι το σήμα κατατεθέν όλων των «πατριωτών» που θα ένιωθαν μεγάλη ευχαρίστηση αν το κράτος μας έβαζε πίσω από τα κάγκελα της καταστολής. Έχουν άποψη για τα πάντα και κρύβονται πίσω από τις γονυκλισίες στις εκκλησίες και την υποταγή στο κράτος. Το μειλίχιο ύφος τους εμφανίζεται όταν τους στριμώχνεις στην γωνία και καταρρίπτεις τα επιχειρήματα τους. Μιλάνε για ελευθερία και ιδεολογία ή για ελευθεροστομία και ελεύθερη σκέψη  και την ίδια στιγμή έχουν στους κόλπους τους ανθρώπους που ποτέ δεν πίστεψαν σε αυτές τις τακτικές.

Επειδή γνωρίζουν ότι είμαστε ικανοί να τραβήξουμε τις μάσκες τους και να αποκαλύψουμε το πραγματικό τους πρόσωπο εκνευρίζονται τόσο πολύ που ο κίνδυνος εμφράγματος είναι ορατός περισσότερο από ποτέ. Ο αντιφασίστας ακροδεξιός θα ενδυθεί κάθε προβιά που θα του είναι χρήσιμη για τον δόλιο σκοπό του. Άλλες φορές θα εμφανιστεί ως «αγνός πατριώτης» ή και «εθνικοδημοκράτης» πάντα όμως στο πίσω μέρος του μυαλού του θα έχει έναν στόχο. Να πλήξει τις Αντιδημοκρατικές Ιδέες. Είμαστε όμως εδώ για να υπερασπιστούμε τα ιδανικά μας.

Το τέρας της αστικής «εθνικοφροσύνης» είναι όμοιο με το τέρας της Λερναίας Ύδρας. Πολλά κεφάλια και μια θανατηφόρα αναπνοή. Δεν έχουμε παρά να την κόψουμε σε κομμάτια και να καυτηριάσουμε με φωτιά. Αυτή η φωτιά δεν είναι άλλη εκτός από την ιδεολογική μας συνέπεια. Είναι η πίστη σε αρχές και αξίες. Άγρυπνοι φρουροί μπροστά στην μεγάλη κληρονομιά που άφησαν σε εμάς όλοι αυτοί που πολέμησαν με όπλα την αστική δημοκρατία και τον ασιατικό μπολσεβικισμό. Στην πορεία προς την υπεράσπιση των «επάλξεων» δεν έχουμε μόνο να αντιμετωπίσουμε τους γνωστούς εχθρούς αλλά και τους «φίλους» που προσπαθούν να εμφανιστούν στο πολιτικό προσκήνιο σε γαλανόλευκο φόντο.


Δεν φοβόμαστε να δηλώσουμε Εχθροί του καθεστώτος και Αντιδημοκράτες. Δεν έχουμε καμιά διάθεση να απολογηθούμε ή να υπογράψουμε δηλώσεις μετανοίας. Θα έρθει η ώρα που θα λογαριαστούμε μια και καλή με τους «πατριώτες» της κακιάς ώρας. Τους χρωστάμε μια νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών από την ανάποδη.

Η δίκη Τσολάκογλου: κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Historia"



Η δίκη Τσολάκογλου και των λοιπών κατοχικών πρωθυπουργών και υπουργών

Για πρώτη φορά έρχονται στο φως τα επίσημα πρακτικά μιας από τις πιο ιστορικές και κρίσιμες δίκες της νεώτερης Ελλάδας, στη διάρκεια της οποίας εξετάστηκε όχι μόνο η πολιτεία των κατοχικών κυβερνήσεων, αλλά και η σύναψη της Συνθηκολόγησης του Απριλίου 1941. Μέσα από την ακροαματική διαδικασία και τις καταθέσεις των μαρτύρων, αναδεικνύεται η όλη ιστορική αλήθεια όπως ακριβώς καταγράφηκε στις εκατό εκείνες μέρες που διεξήχθη η δίκη στα δικαστήρια της οδού Σανταρόζα (21 Φεβρουαρίου έως 31 Μαΐου 1945), λίγους μόλις μήνες μετά την Απελευθέρωση και τα Δεκεμβριανά. 

Όταν ακόμη η τραγωδία της Κατοχής ήταν νωπή και κανείς δεν μπορούσε να επικαλεσθεί ότι είχε ξεχάσει… Όλοι οι παράγοντες της δίκης, όλες οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, καθώς και οι απολογίες των κατηγορουμένων. Το πλήρες κείμενο της δικαστικής ετυμηγορίας. Λέξη προς λέξη...

524 σελίδες, τιμή 24 ευρώ 

Dominique Venner



“Ο επαναστάτης εξεγείρεται ενάντια σε οτιδήποτε θεωρεί παράνομο, απατηλό ή ιερόσυλο.  Ο επαναστάτης είναι ο ίδιος ο νόμος του. Αυτό είναι  που τον ξεχωρίζει. Το δεύτερο διακριτό του στοιχείο είναι  η βούλησή του να εμπλακεί σε αγώνα, ακόμα και όταν δεν υπάρχει ελπίδα επιτυχίας. Εάν αντιμάχεται μία εξουσία, είναι επειδή απορρίπτει την νομιμότητα της, καθόσον  θέλγεται από μία άλλη νομιμότητα, αυτήν της ψυχής ή του πνεύματος.”

Με αφορμή το άρθρο του Συμιγδαλά: Εθνικοσοσιαλιστές & Φασίστες ή «Εθνοδημοκράτες» ;



του Αλεξόπουλου Στέλιου

Εύκολο το συμπέρασμα για όσους γνωρίζουν πρόσωπα και καταστάσεις. Ο Συμιγδαλάς είναι ο ανερχόμενος  «αστέρας» της λεγόμενης αντιφασιστικής ακροδεξιάς.  Ως γνωστόν το δεξί χέρι του Κωνσταντίνου Πλεύρη. Εμφανίζεται ως ο οργανωτικός νους της κίνησης του Γιάννη Λαγού ο οποίος είχε υπάρξει φιλοξενούμενος σε σειρά εκπομπών. Ο άνθρωπος που έχει αναλάβει τις εκδόσεις «Ήλεκτρον» καθώς και τον διαδικτυακό δίαυλο «Επανελλήνισις». Για πολλούς ένας «αλεξιπτωτιστής» του «χώρου» για άλλους μια προσωπικότητα που προσπαθεί να ισορροπήσει στις εξελίξεις που έρχονται μετά την εκλογική ήττα της «Χρυσής Αυγής».

Αφορμή για το παρακάτω κείμενο το άρθρο του με τίτλο «Εθνικοδημοκρατία ή Εθνοδημοκρατία» το οποίο μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Δεν χρειάζεται να μπει κάποιος στην διαδικασία να απαντήσει σε όλο το εύρος του κειμένου. Άλλωστε είναι ένα άρθρο που όχι μόνο δεν έχει να προσθέσει κάτι στην ιδεολογική αναζήτηση των αναγνωστών αλλά προκαλεί και τις όποιες αναμενόμενες αντιδράσεις ανάμεσα σε αυτούς που μισούν κάθε τι το δημοκρατικό και αισθάνονται σήμερα ΕΧΘΡΟΙ του Καθεστώτος. Καμιά αναφορά για την πραγματική φύση της Δημοκρατίας, κανένας σχολιασμός για τους διαπρύσιους κήρυκες αυτής, καμιά αναφορά στα εγκλήματα του Δημοκρατικού καθεστώτος.  

Στο εν λόγω άρθρο κάνει αρχικά μεγάλη εντύπωση ο τίτλος αφού στον λεγόμενο «εθνικιστικό χώρο» είναι λίγοι αυτοί που ξέρουν να δίνουν την πρέπουσα σημασία και βαρύτητα στις λέξεις. Διαβάζοντας το άρθρο του θυμήθηκα έναν άλλο αστέρα της ίδιας «γραμμής» τον Χρίστο Γούδη για τον οποίο είχαμε γράψει εδώ. Μια από τα ίδια. Και οι 2 απαιτούν με θράσος χιλίων πιθήκων είναι η αλήθεια να συμπορευτεί αναγκαστικά ο εθνικισμός … με την δημοκρατία! Χωρίς καμιά ιδεολογική συνέχεια και συνέπεια προσπαθούν να εμφανίσουν το άσπρο ως μαύρο, αποδέχονται πλήρως τον κοινοβουλευτισμό και την αστική δημοκρατία και κραδαίνουν την «δαμόκλειο σπάθη» πάνω από τα κεφάλια όλων αυτών που δεν αποδέχονται τα λεγόμενα τους.

Το ύφος του κειμένου στο σύνολο του με κορυφαία κατάληξη φυσικά το «κλείσιμο του ματιού» προς τον Μητσοτάκη - στο τέλος του άρθρου - είναι αρκετά για να καταλάβουμε τι παιχνίδι παίζουν κάποιοι. Βρίσκονται φυσικά στο άμεσο περιβάλλον ενός ανθρώπου που παρουσιάζεται την ίδια στιγμή ως ο «Πατριάρχης» του ελληνικού εθνικισμού ενώ οι αντιφασίστες τον θεωρούν ως την κορυφαία προσωπικότητα του «ελληνικού νεοναζισμού». Ουδεμία αντίδραση φυσικά για τα γραφόμενα του Συμιγδαλά, γεγονός που αποδεικνύει στην πράξη ότι και ο Πλεύρης συμφωνεί με τους λίβελους και τις θεωρητικές «αναζητήσεις» του στενού συνεργάτη του. Τον δικαιολογώ όμως έως ένα σημείο. Όταν έχεις γιο βουλευτή στην προδοτική Καραμανλική Δεξιά είναι δύσκολο να δηλώνεις εχθρός της Δημοκρατίας στα γεράματα.

Να σημειώσω τέλος ότι ο Συμιγδαλάς στον δίαυλο που έχει υπό την εποπτεία του φιλοξενεί γνωστή εκπομπή μιας ομάδας του «χώρου» στην οποία ακούγεται σε ρυθμό πολυβόλου η φράση «Εθνικοσοσιαλισμός». Και όμως σε ένα χαρακτηριστικό κρεσέντο θράσους γράφει σε ένα απόσπασμα χαρακτηριστικά: «Οι κρατούσες παγκοσμίως ιδεολογίες είναι συγκεκριμένες. Ο κομμουνισμός με όλες τις αποχρώσεις και τα άρρωστα βλαστήματα του, ο Σοσιαλισμός και ο Αριστερισμός η άμεσοι απόγονοι του κομμουνισμού, ο Εθνικισμός με τις καρκινικές αποφύσεις του, του φασισμού και του ναζισμού, η Δημοκρατία, η Μοναρχία, η δικτατορία καθώς και συνδυασμοί αυτών των βασικών ιδεολογικών ρευμάτων και καθεστώτων όπως Εθνικοσοσιαλισμός, Σοσιαλδημοκρατία, και άλλοι».


Καρκίνος του Εθνικισμού σύμφωνα με τον Συμιγδαλά ο Φασισμός και ο Εθνικοσοσιαλισμός … Θα τολμήσουν άραγε αυτοί που υπερασπίζονται στις ζωντανές εκπομπές  κατά τα λεγόμενα τους τον «Εθνικοσοσιαλισμό» να απαντήσουν σε αυτή την αισχρή ρητορική; Έχουν κάποιο λόγο να μην το κάνουν; Και αν ναι ποιοι είναι αυτοί οι λόγοι;

O Ίων Δραγούμης και η ζωή ως πνευματική μάχη




του Σταμάτη Μαμούτου

Ο Ίων Δραγούμης (1878-1920) ως λογοτέχνης κατατάσσεται στην γενιά των ρεαλιστών η οποία ανήλθε στο προσκήνιο κατά την δεκαετία του 1880 και διαμόρφωσε τα λογοτεχνικά πρότυπα στην χώρα μας μέχρι και τις αρχές εκείνης του 1930. Ωστόσο μια συνολική μελέτη του έργου και της ζωής του που πέρα από τα μυθιστορήματα θα συμπεριλάβει την αρθρογραφία, την επιστολογραφία και την ιστορική του διαδρομή, μπορεί να βοηθήσει τον ερευνητή να αντιληφθεί ότι στον φιλοσοφικό και τον πολιτικό του στοχασμό καθώς επίσης και στην προσωπική του στάση ζωής, ο Δραγούμης αποτέλεσε έναν γνήσιο Έλληνα εκφραστή του ρομαντικού πνεύματος, μολονότι ο Ρομαντισμός είχε υποχωρήσει ως πνευματική τάση στην χώρα μας, ήδη από την δεκαετία του 1880.

Πολυσχιδής και φαινομενικά αντιφατικός ο Δραγούμης, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις αρκετών μελετητών, δεν κατάφερε να ισορροπήσει τις φιλοσοφικές και λογοτεχνικές του επιρροές σε μια συνεκτική προσωπική πρόταση. Ωστόσο είμαι πεπεισμένος πως η άποψη αυτή χωρά πολλή συζήτηση. Και τούτο γιατί δεν υπάρχει σήμερα ικανοποιητικός αριθμός Ελλήνων ερευνητών που έχουν αντιληφθεί τι πραγματικά ήταν ο Ρομαντισμός. Και η αλήθεια είναι πως η κατανόηση ενός ρομαντικού στοχαστή καθίσταται από δύσκολη έως αδύνατη στην περίπτωση που δεν έχει μελετηθεί επαρκώς το ρομαντικό πεδίο.

Γνώμη μου είναι ότι η περίπτωση του Δραγούμη διαθέτει μια μοναδικότητα, ιδιότροπη βέβαια και με ριψοκίνδυνες ισορροπίες όπως καθετί ρομαντικό, στην οποία όμως μπορεί να ανιχνευθεί η προσωπική του πρόταση στο πνευματικό γίγνεσθαι της νεότερης Ελλάδος. Μέσω των φιλοσοφικών του αναζητήσεων ο Ίων Δραγούμης εισήλθε κατά την διάρκεια της ζωής του σε έναν πνευματικό αγώνα ο οποίος εκδηλώθηκε σε δυο πεδία. Σε εκείνο της ιδεολογίας και σε αυτό της απόπειρας να ερμηνεύσει τον προσωπικό του ρόλο στα πράγματα και την ιστορία.


Στο πεδίο της ιδεολογίας ο Έλληνας στοχαστής προσπάθησε να ισορροπήσει ανάμεσα σε δυο αντίθετους πόλους, τον οικουμενιστικό ανθρωπισμό και τον ρομαντικό εθνικισμό. Από την μια ένοιωθε ότι ήταν ένας άνθρωπος που υιοθετούσε την εποπτική θέαση ενός οικουμενικού πνεύματος και από την άλλη αντιλαμβανόταν ότι ο στοχαστικός του προσανατολισμός ήταν προδιαγεγραμμένος από την εθνική του καταγωγή. Στα κείμενα του Δραγούμη αυτή η αντίθεση επανέρχεται συνεχώς και με ισχυρή ένταση. Η ισορροπία που επιχειρεί να επιτύχει τον κάνει να μοιάζει με πνευματικό σχοινοβάτη, που ενώ επιθυμεί να διαλεχθεί με την ιδέα της οικουμενικότητας αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως κύτταρο ενός συγκεκριμένου συλλογικού οργανισμού όπως είναι το έθνος. Όπως πολύ χαρακτηριστικά έγραφε σε ένα χωρίο που παραπέμπει στην πολιτική σκέψη του Έντμουντ Μπέρκ «μεσ’ στην πατρίδα ταξιδεύω δουλευτής, μεσ’ στην πατρίδα θυμούμαι περασμένα, τωρινά κι ερχόμενα και πρέπει να είμαι δεσμός των παλαιών με τα μελλούμενα[1]», καθώς επίσης και σε μια δήλωση της οργανιστικής πολιτικής του αντίληψης υποστήριξε «εγώ δεν είμαι άτομο, μα πρέπει το άτομό μου να το καταλάβω για να νοιώσω πως δεν είμαι άτομο. Εγώ δεν είμαι τίποτα μπροστά στο Γένος[2]». Από την άλλη, όμως, ποτέ δεν έπαψε να θεωρεί πως ο πνευματικός άνθρωπος είναι «πάντα ξένος, ερημοσπίτης, δίχως σταθμό και δίχως λιμάνι κανένα ποτέ[3]» και δεν κάνει τίποτε άλλο από το να «περπατεί στο δρόμο που η μοίρα του προόρισε. Βλέπει σα σε ζωγραφιά, και τη δική του ζωή και των άλλων ανθρώπων και τις ζωές ανθρώπων άλλων καιρών και την ιστορία όλη των ανθρώπων. Και μέσα σ’ αυτή την κοντή προοπτική, που ανοίγει τόσο μεγάλον ορίζοντα, σβήνουν και χάνονται οι ψιλοκοπιές της καθημερινής τους ζωής κι απομένουν μόνον εκείνα που χαράζονται άθελα στην ψυχή του, τα κύρια χαρακτηριστικά του ανθρώπου, που αιώνια θα μείνουν ανάλλαχτα[4]». 

για να διαβάσετε ολόκληρο το άρθρο εδώ

Το DNA του ΠΑΣΟΚ και των άλλων Δημοκρατικών δυνάμεων.


Ποιος θα μπορούσε να πιστέψει ή έστω να το δεχτεί ως υπόθεση εργασίας, ότι ο Τρότσκυ θα μπορούσε να έχει ερείσματα στην χώρα μας; 

Ποιος θα μπορούσε να δεχτεί ότι θα υπήρχαν άνθρωποι, που μάλιστα κυβέρνησαν, οι οποίοι ελκύονταν από τις ανεφάρμοστες ιδέες του; Είναι δυνατόν η ηγεσία ενός κόμματος, του ΠΑΣΟΚ, που για 2 δεκαετίες ταλάνισε την χώρα μας να εμπνέονταν από τον σφαγέα, έναν εκ των πολλών, του ρωσικού λαού; 

Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να είναι η συνέχεια αυτής της ιστορίας και το κυριότερο μπορεί η Νέα Δημοκρατία να εξυπηρετεί κατά βάθος τους ίδιους σκοπούς με τους Διεθνείς τροτσκιστές; 

Μπορεί να παίζουν κάποιο ρόλο σε αυτό οι ΗΠΑ και κυρίως οι ανατολικές ακτές τους;Όλα είναι πιθανά και σε όλα μας δίνει απαντήσεις ο καθηγητής Δημήτρης Μιχαλόπουλος με αυτό το νέο του αποκαλυπτικό βιβλίο.   

για να το παραγγείλετε εδώ

Ούτε με την Σκύλλα, ούτε με την Χάρυβδη!



του Wolverine

Πολλές οι διεργασίες μέσα στον εθνικιστικό «χώρο». Συναντήσεις, προτάσεις, ζυμώσεις, ατέρμονες συζητήσεις και μια απίστευτη παραφιλολογία συνθέτουν το σκηνικό. Δυο στρατόπεδα ξεχωρίζουν στην σκακιέρα των εξελίξεων. Από την μια μεριά τα πολιτικά «ζόμπι» της «Χρυσής Αυγής» που προσπαθούν να μας πείσουν ότι θα επιστρέψουν στις πολιτικές επάλξεις και από την άλλη κάποια πρώην μέλη και στελέχη του κόμματος του Μιχαλολιάκου που βρήκαν καταφύγιο στην αγκαλιά του Κωνσταντίνου Πλεύρη.

Η «αλεπού» της ελληνικής ακροδεξιάς προσπαθεί να παίξει κομβικό ρόλο στις εξελίξεις μέσω αντιπροσώπων, χωρίς ο ίδιος να εκτίθεται ιδιαίτερα. Από τον εκδοτικό του οίκο στο Κολωνάκι και την πολυτελή έπαυλη του στα περίχωρα των Αθηνών είναι σίγουρο ότι απολαμβάνει την προσπάθεια πολλών να τον συμβουλευτούν και να πάρουν την πολιτική του «ευλογία» αφού θεωρείται ο Πάπας του «εθνικισμού». Είναι γνωστός ο βίος και η πολιτεία του στις τάξεις των Ελλήνων Εθνικοσοσιαλιστών. Μπορεί να μην κατάφερε να πείσει τον ίδιο του τον γιο και βουλευτή για την «ποιότητα» του Καραμανλισμού και της «δεξιάς» αλλά σίγουρα κατάφερε να πείσει χιλιάδες άλλους για τον δήθεν ενδιαφέρον του. Για άλλη μια φορά θα εμφανιστεί ως ο «άγιος» του «χώρου» λόγω της κατάρρευσης της «Χρυσής Αυγής».

Από την άλλη ο Κασιδιάρης δείχνει να έχει την δική του ατζέντα στα εσωτερικά του κόμματος. Οι φήμες που έκαναν λόγο για το δαχτυλίδι της διαδοχής δείχνουν να μην επιβεβαιώνονται μέχρι στιγμής. Η εμφάνιση του στην Θεσσαλονίκη με αφορμή την ΔΕΘ αποτέλεσε ένα επικοινωνιακό show που είχε ως στόχο την απάντηση στις διάφορες φήμες που κυκλοφορούν. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά σε ποιο μονοπάτι θα κινηθεί στο μέλλον. Οι εξελίξεις στο επερχόμενο τέλος της δίκης του κόμματος είναι σίγουρο ότι θα σημάνουν την έναρξη νέων φυγόκεντρων δυνάμεων στα εσωτερικά της οργάνωσης.

Απλοί θεατές απέναντι στις όποιες εξελίξεις παραμένουν χιλιάδες Συναγωνιστές και Συναγωνίστριες. Υπάρχουν και αυτοί που δεν γοητεύονται από τις Σειρήνες της ακροδεξιάς «διανόησης» αλλά και του κομματικού «ακτιβισμού». Προτιμούν να παραμείνουν αμέτοχοι παρά να λάβουν μέρος σε κινήσεις με ημερομηνία λήξης. Είναι λογικό να συμβαίνει αυτό αφού τόσο το περιβάλλον και οι συνεργάτες του Πλεύρη όσο και οι κινήσεις των Χρυσαυγιτών που συνεχίζουν να στηρίζουν τον Μιχαλολιάκο, δεν μπορούν να πείσουν όλους αυτούς που έχουν ένα άλλο όραμα και άλλες προσδοκίες.


Κανένα από τα 2 κύρια «στρατόπεδα» δεν δείχνει ικανό να συγκρουστεί με την αστική δεξιά και την κυβερνητική συμμορία. Κανείς από τους εμφανιζόμενους ως «σωτήρες» δεν μπορεί να αφουγκραστεί τις ανάγκες της κοινωνίας και να προτείνει άμεσες λύσεις. Η κίνηση του Λαγού πορεύεται στα ίδια επικοινωνιακά βήματα με αυτά του παρελθόντος, οι φλυαρίες του Κασιδιάρη δεν έχουν να δείξουν κάτι το καινούργιο στον μέσο εθνικιστή και εθνικοσοσιαλιστή.  Και οι 2 πλευρές αδυνατούν να πιάσουν τον παλμό των ημερών μας και να συγκροτήσουν την επαναστατική πρόταση που είναι αναγκαία σήμερα. Οι Συναγωνιστές μας είναι κουρασμένοι και αηδιασμένοι αφού κατάλαβαν τον ρόλο της αστικής ακροδεξιάς τα προηγούμενα επτά χρόνια. Κάποιοι έχουν ξυπνήσει και δεν πρόκειται να παίξουν τον ρόλο του θηράματος στο στόμα των «τεράτων» της ντόπιας «εθνικοφροσύνης».

Dominique Venner, Ο αιών του 1914



“Οι άνδρες των Freikorps ήταν υιοί του πολέμου, της ήττας και της επαναστάσεως του Νοεμβρίου. Ήταν απ’ ευθείας συγγενείς των «arditi»  του Fiume και των «squadristi», οι οποίοι εμφανίσθηκαν λίγο αργότερα στην Ιταλία και ενσάρκωναν ένα συγκεκριμένο τύπο ανθρώπου, που δεν θα εμφανιζόταν ποτέ ξανά. Σχηματίσθηκαν αρχικά στα χαρακώματα του Α’ Π.Π. Ο πόλεμος είχε εξαλείψει τους άνδρες που είχαν καταρρεύσει ψυχολογικά ή ηθικά συνθλιμμένοι από το μαρτύριο, και είχε ξεχωρίσει εκείνους, οι οποίοι βγήκαν δυνατότεροι και σκληρότεροι από πριν. 

Ο Jünger τους συνέκρινε με τους παλαιούς Γερμανούς μισθοφόρους, των οποίων η μοναδική πατρίδα ήταν η σημαία τους. Ο πόλεμος είχε καταργήσει όλες τις κοινωνικές διαφορές μεταξύ τους, εξισώνοντάς τους σύμφωνα με κριτήρια, τα οποία δεν είχαν σχέση με την ζωή του πολίτη. Οι κοινωνικές ταξινομήσεις είχαν αντικατασταθεί από την τόλμη και το θάρρος, και ήθελαν πλέον να μεταφέρουν αυτήν την νέα ιεράρχηση  αξιών στην μεταπολεμική αστική κοινωνία. Με τον τρόπο τους ήταν σοσιαλιστές. Ο σοσιαλισμός τους, όμως, ήταν στρατιωτικός και δεν είχε σχέση με την επιδίωξη της ασφαλείας και της υλικής ευμάρειας.  

Η μόνη ιεραρχία που αναγνώριζαν ήταν αυτή της αξίας. Όλοι τους μοιράζονταν την ίδια πίστη στην δύναμη της θελήσεως και στην ειλικρινή απόλαυση των συνοπτικών μεθόδων. Ενώ αναμφισβήτητα δεν αποτελούσαν την επιτομή όλης της ουσίας του φασισμού και του εθνικοσοσιαλισμού, ήταν θεμελιώδες στοιχείο των κινημάτων αυτών, υπό την έννοια ότι ενσάρκωναν στην εποχή τους την πλέον ριζοσπαστική εξέγερση εναντίον του αστικού κόσμου”. 


Georges Sorel



του Alain de Benoist


Μολονότι η βία βρίσκεται πάντα στην ημερησία διάταξη, η πεντηκοστή επέτειος του θανάτου του Georges Sorel θα είχε περάσει απαρατήρητη, εάν οι εκδόσεις Marcel Rivière δεν είχαν την ιδέα να επανεκδώσουν το «Σκέψεις πάνω στην βία» (Réflexions sur la violence , Paris: Éditions Marcel Rivière, 1973).

«Ο Sorel, το αίνιγμα του εικοστού αιώνος, φαίνεται να είναι η μετενσάρκωση του Proudhon, του αινίγματος του δεκάτου ενάτου αιώνος», έγραψε ο Daniel Halévy στο πρόλογο του στο βιβλίο του M. Pierre Andreu «Ο Δάσκαλός μας, M. Sorel» (Paris: Grasset, 1953). Αίνιγμα, πράγματι: ένας ιδεολόγος με διάπλαση γίγαντος, με αυτιά κολλημένα στο κεφάλι, δυνατή μύτη, καθαρά μάτια, λευκή γενειάδα. Αίνιγμα: αυτός ο ανένδοτος σοσιαλιστής, ο οποίος δεν ένοιωθε άνετα με την Ρωσική Επανάσταση, ο οποίος συμπαθούσε την Action Française και ήταν θαυμαστής των Renan, Hegel, Bergson, Maurras, Marx, and Mussolini.


Ο Georges Sorel γεννήθηκε στο Cherbourgon στις 2 Νοεμβρίου 1847. Η καταγωγή του ήταν Νορμανδική και από δύο πλευρές: από την Μάγχη και την Calvados. Ο πρώτος του εξάδελφος, Albert Sorel, θα γινόταν ο ιστορικός της Αυτοκρατορίας και της Επαναστάσεως. Απόφοιτος του Πολυτεχνείου, μηχανικός γεφυρών και δρόμων, ο Sorel αφοσιώθηκε στα κοινωνικά προβλήματα μόνον μετά το 1892. Τα βιβλία του, τα οποία ελάχιστοι διαβάζουν πια, έχουν το δίχως άλλο διατηρήσει την αξία τους - ιδιαιτέρως τα «Οι ψευδαισθήσεις της προόδου» (Les illusions du progrès) «Σκέψεις πάνω στην βία» (Réflexions sur la violence) «Περί της Εκκλησίας και του Κράτους» (De l’Église et de l’État), «Περί της χρησιμότητας του Πραγματισμού» (De lutilité du pragmatisme), «Η αποσύνθεση του Μαρξισμού» (La décomposition du marxisme), «Από τον Αριστοτέλη στον Μαρξ» (DAristote à Marx), «Η κατάρρευση του αρχαίου κόσμου» (La ruine du monde antique), «Η δίκη του Σωκράτη» (Le procès de Socrate) κλπ.

Το βιβλίο «Σκέψεις πάνω στην βία» εξεδόθη για πρώτη φορά το 1908 και έκτοτε επανεξεδόθη το 1973 στην συλλογή «Σπουδές πάνω στην κοινωνική αλλαγή» (Études sur le devenir social), της οποίας υπεύθυνος είναι ο M. Julien Freund, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου. Το βιβλίο αυτό αμέσως παρουσιάσθηκε ως το θεμελιώδες έργο του επαναστατικού συνδικαλισμού.

Εχθρικά διακείμενος απέναντι στον κοινοβουλευτικό σοσιαλισμό και στον Jean Jaurès, τον οποίον κατηγόρησε ότι εξετράφη με αστική ιδεολογία, ο Georges Sorel τους αντέταξε αυτό που αποκαλούσε «νέα σχολή». Είδε στην απεργία την ουσιώδη μορφή κοινωνικής διαμαρτυρίας. Μέσω της γενικής απεργίας η κοινωνία θα χωρισθεί σε εχθρικές φατρίες και το αστικό κράτος θα καταστραφεί. Η απεργία είναι «η πιο καταστρεπτική εκδήλωση της ατομικιστικής δυνάμεως εντός των στασιαζουσών μαζών». Η απεργία συνεπάγεται βία. Σε αντίθεση με τους σοσιαλιστές της εποχής του (εξαιρουμένου του Proudhon), ο Sorel δεν αντέτασσε την εργασία στην βία. Ηρνείτο την επίφαση «της επιθυμίας των εργατών για ειρήνη». Η βία ήταν για εκείνον μία πράξη πολέμου. «Μια πράξη γνησίου αγώνος, παρόμοια με αυτόν των στρατών σε εκστρατεία», έγραφε.

«Η εξομοίωση αυτή της απεργίας με τον πόλεμο είναι καθοριστική» σημειώνει ο Claude Polin στον πρόλογο της καινούργιας εκδόσεως του Réflexions sur la violence, «διότι ο,τιδήποτε αγγίζει ο πόλεμος γίνεται δίχως μίσος και δίχως πνεύμα εκδικήσεως: στον πόλεμο ουδείς σκοτώνει τους ηττημένους, ουδείς υποβάλει τους αμάχους στα ίδια μαρτύρια, από τα οποία υποφέρουν οι στρατοί στο πεδίο της μάχης». Τούτο εξηγεί γιατί ο Sorel κατέκρινε την «εκδικητική βία» των επαναστατών του 1793: «Είναι απαραίτητο να μην συγχέουμε την βία με τις ανούσιες αιμοδιψείς ωμότητες.»

Εν αρχή ήν η δράσις

Εκκινώντας από την διάκριση, έκτοτε κλασική, μεταξύ «δικαίου» και «αδίκου» πολέμου, αντιτάσσει την αστική βία στην προλεταριακή βία. Στα μάτια του η τελευταία κατέχει μία διπλή αρετή. Όχι μόνον πρέπει να εξασφαλίσει την μελλοντική επανάσταση, αλλά αποτελεί το μοναδικό μέσον των Ευρωπαϊκών εθνών, «αποχαυνωμένων από τον ανθρωπισμό», να επανακτήσουν την προτέρα ενέργεια τους. Η ταξική πάλη είναι, επομένως, μία σύγκρουση βουλήσεων, οι οποίες είναι ακλόνητες και όχι τυφλές. Η βία γίνεται η εκδήλωση μίας βουλήσεως. Ασκεί, ταυτοχρόνως, και ένα είδος ηθικής λειτουργίας: παράγει μία «επική» διανοητική κατάσταση. «Η βία» διεκήρυττε ο Sorel στον φίλο του Jean Variot «είναι μία διανοητική διδασκαλία: η θέληση των ισχυρών εγκεφάλων, που γνωρίζουν τι θέλουν. Η πραγματική βία είναι αυτό που είναι απαραίτητο να ακολουθεί τις ιδέες μέχρι τέλους». (Propos de Georges Sorel [Paris: Gallimard, 1935]).

Ο Sorel θα ενέκρινε τον στίχο του Goethe: «Εν αρχή ήν η δράσις.» Για εκείνον, ο άνθρωπος που δρά, ο,τιδήποτε και εάν κάνει, είναι πάντοτε ανώτερος από εκείνον που υποτάσσεται: «Η πραγματική βία φανερώνει, πρώτον και πάνω απ’ όλα, την υπερηφάνεια των ελεύθερων ανθρώπων.» Προκειμένου να επανακτηθεί η ενέργεια στον σύγχρονο κόσμο, είναι απαραίτητος ένας μύθος, φερ’ ειπείν ένα θέμα, το οποίο δεν είναι ούτε αληθές ούτε ψευδές, αλλά το οποίο ενεργεί ισχυρά στο μυαλό, το κινητοποιεί και του υποδαυλίζει την δράση.

Ο Georges Sorel είδε στην Πρωσία του 19ου αιώνος τον κληρονόμο της αρχαίας Ρώμης. Εξυμνώντας τις «Πρωσικές αρετές», υιοθετεί έναν τόνο, ο οποίος είναι υποβλητικός στον Moeller van den Bruck (Der preussische Stil). «Ο Sorel, ο χειροτέχνης, πίστευε στην θρησκεία της καλής και ολοκληρωμένης δουλειάς» παρατηρεί ο Claude Polin «και αυτή η δουλειά συνιστά από μόνη της έναν σκοπό, ανεξάρτητο από τα οφέλη που μπορεί να αποκομίσει κάποιος από αυτόν. Η ανιδιοτέλεια αυτή αποτελεί την ποιότητα της βίας: στην βάση της σκέψεως του Sorel υπάρχει αυτή η διαίσθηση, ότι κάθε εργασία είναι μία μάχη και ειδικά κάθε καλή και ολοκληρωμένη δουλειά, ακόμα ότι κάθε δουλειά γίνεται καλά μόνον εάν είναι μία μάχη. Η ιδέα αυτή ανατρέχει στην διαίσθηση του θεμελιωδώς προμηθεϊκού χαρακτήρος της εργασίας»

Βαθμιαία, ο Sorel τελειώνει αποκηρύσσοντας την δημοκρατία (την «γνήσια δικτατορία της ανικανότητας») συνδυάζοντας τις ρήσεις ενός Μωρράς, ενός Μπακούνιν και ενός Σεκρετάν. Η δικτατορία του προλεταριάτου φάνταζε σε εκείνον εξίσου απατηλή: «Πρέπει να είσαι πολύ αφελής, ώστε να υποθέτεις ότι οι άνθρωποι που επωφελούνται από την δημαγωγική δικτατορία θα είναι έτοιμοι να εγκαταλείψουν τα κέρδη τους» Απορρίπτει τον πρωτοποριακό ρόλο, τον οποίον ισχυρίζεται ότι παίζει η διανόηση του Μπολσεβικισμού : «Ολόκληρο το μέλλον του σοσιαλισμού εναπόκειται στην αυτόνομη ανάπτυξη των εργατικών σωματείων.» (Matériaux pour une théorie du prolétariat, υλικά για μια θεωρία του προλεταριάτου). «Ο Μαρξ δεν είχε πάντοτε και πολλή έμπνευση» συνέχιζε. «Τα γραπτά του κατέληγαν να επαναλαμβάνουν πολλά από τα σκουπίδια των ουτοπικών σοσιαλιστών.»

Η ιδέα αυτή της δράσεως έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις θεωρίες περί «πρωτοπορίας» (για παράδειγμα, ο Τροτσκισμός). Την βρίσκουμε, όμως, στις προτάσεις για επαναστατικό συνδικαλισμό και αναρχο-συνδικαλισμό.

Τελικώς, εάν ο Sorel υπερασπίσθηκε το προλεταριάτο με τόση επιμονή, δεν το έπραξε μέσω συναισθηματισμού, όπως ο Ζολά, ούτε λόγω ενός μικροπρεπούς αστικούς αισθήματος ενοχής, ούτε καν επειδή ένοιωθε μία «ταξική συνείδηση». Το έκανε, επειδή είχε πεισθεί ότι εντός της αστικής κοινωνίας, μόνον μέσα από τον λαό μπορούσε ακόμα κάποιος να ανακτήσει την ενέργεια, την οποίαν είχαν απωλέσει οι άρχουσες τάξεις. Έχοντας συνείδηση των «ψευδαισθήσεων της προόδου», διεπίστωσε ότι οι κοινωνίες, όπως και οι άνθρωποι, είναι θνητές. Σε αυτήν την μοιρολατρία αντέταξε μία θέληση για ζωή, μία από τις εκδηλώσεις της οποίας είναι η βία.

Σήμερα ο Sorel θα απεκήρυττε την εμπορική κοινωνία όπως και τους ηγετικούς αντιφρονούντες της Νέας Αριστεράς. «Ο Μαρκούζε θα εκπροσωπούσε κατά την κρίση του» γράφει ο Polin «το τυπικό παράδειγμα ανθρώπου που έχει εκφυλισθεί από την αφελή πίστη στην πρόοδο, που έχει παραπλανηθεί από την πρόοδο, επειδή δεν καταλαβαίνει τίποτα και περιμένει τα πάντα, που είναι ανίκανος να εναποθέσει τις ελπίδες του οπουδήποτε αλλού παρά στην επαυξημένη και ριζοσπαστικοποιημένη πρόοδο, σε αυτό το όνειρο μίας αφθονίας τόσο αυτοματοποιημένης, ώστε θα μοιράζει Ευτυχία και θα καθιστά δυνατή την τυχαία ικανοποίηση των πλέον τρελλών παθών: με λίγα λόγια, ανίκανος να κατανοήσει ότι η πηγή του κακού έγκειται στην ψυχή του ανθρώπου, ο οποίος έχει από-αρρενοποιηθεί εξαιτίας της πίστεως στην οικονομία.»

Το Όνομα της Αρχαίας Αντιοχείας

Ξεκινώντας από το 1907, ο Georges Sorel ήταν ο αρχιτέκτων μίας προσεγγίσεως μεταξύ των αντιδημοκρατών της Δεξιάς και της Αριστεράς. Το όργανο της προσεγγίσεως αυτής ήταν το “Revue critique des idées et des livres» (Κριτική Επιθεώρηση των ιδεών και των ελευθεριών), όπου ο εθνικιστής Georges Valois εξέδιδε τα αποτελέσματα των ερευνών του για την μοναρχία και την εργατική τάξη. Το 1910 εμφανίσθηκε η επιθεώρηση La Cité française και έπειτα από το 1911 μέχρι το 1913 η LIndépendance (Η Ανεξαρτησία). Μπορεί να βρεί κάποιος σε αυτές τις υπογραφές των Georges Sorel, Jean Variot, Édouard Berth, και Daniel Halévy, όπως και των αδελφών Tharaud, των René Benjamin, Maurice Barrès και Paul Bourget.

Το 1913 ο δημοσιογράφος Édouard Berth, συγγραφέας του Les Méfaits des intellectuels, χαιρέτισε στους Maurras και Sorel «τους δύο ηγέτες της Γαλλικής και της Ευρωπαϊκής αναγεννήσεως.» Τον Σεπτέμβριο, όμως, του 1914 έγραψε ο Sorel σε αυτόν: «Εισήλθαμε σε μια εποχή, η οποία μπορεί να χαρακτηρισθεί άνετα από την σύγκριση με την αρχαία Αντιόχεια. Ο Renan περιέγραψε πολύ καλά αυτήν την μητρόπολη των αυλικών, των τσαρλατάνων και των εμπόρων. Πολύ σύντομα θα έχουμε την ευχαρίστηση να δούμε τον Maurras να καταδικάζεται από το Βατικανό, η οποία θα είναι η ποινή για τις παρεκτροπές του. Και τι μπορούσε να ανταποκρίνεται σε ένα βασιλόφρον κόμμα σε μία Γαλλία που θα κυριαρχείται από την απόλαυση της εύκολης ζωής της Αντιοχείας;»

«Ο Sorel», εξηγεί ο κοινωνιολόγος Gaëtan Pirou, «κατηγόρησε τον Maurras ως πολύ δημοκρατικό, μία κατηγορία, η οποία, εκ πρώτης όψεως, μπορεί να φανεί παράδοξη. Στην πραγματικότητα αυτό που ο Sorel ήθελε να πει είναι ότι ο Maurras, θετικιστής και διανοητής, είχε αποκηρύξει την δημοκρατία μόνον ως προς την πολιτική της διάσταση και όχι στο φιλοσοφικό της θεμέλιο» (Georges Sorel [Paris: Marcel Rivière, 1927]).

Εθνικο-επαναστάτες

Ο Sorel θα επηρέαζε τους Barrès και Péguy, όπως, επίσης, και τον Lenin. Ο τελευταίος, ωστόσο, θα τον απεκήρυσσε ως «ομιχλώδη διανοητή» στο έργο του «Υλισμός και Εμπειριοκρατία».

Μετά την Γαλλία, παρατήρησε ο Alexandre Croix στο έργο του «La Révolution prolétarienne» (Η προλεταριακή επανάσταση), η Ιταλία ήταν αυτή που θα γινόταν «η γη της επαγγελίας για τον Σορελιανισμό». Εξ αρχής ο Sorel ήσκησε μεγάλη επιρροή στην ιταλική συνδικαλιστική σχολή με επικεφαλής τον Arturo Labriola, μέλλοντα Ιταλό Υπουργό Εργασίας (1920–1921). Ο Labriola, από το 1903, μετέφρασε το βιβλίο Lavenir socialiste des syndicats στην Εμπροσθοφυλακή του Μιλάνο. Ένας από τους συνεργάτες του, ο Enrico Leone, έγραψε τον πρόλογο στην πρώτη έκδοση του Réflexions, η οποία θα κυκλοφορούσε στην Ιταλία το 1906 με τον Lo sciopero generale e la violenza(Η γενική απεργία και η βία).

Μεταγενέστερα, ο Sorel επηρέασε, επίσης, τους Vilfredo Pareto, Benedetto Croce, Giovanni Gentile και με ενδιάμεσο τον Hubert Lagardelle, τον Benito MussoliniΣτην Γερμανία ο Σορελιανισμός βρήκε ένα είδος συνέχειας του στα εθνικο-επαναστατικά και τα εθνικο-κομμουνιστικά ρεύματα που εμφανίσθηκαν κατά την διάρκεια της Βαϊμάρης στα μέσα της δεκαετίας του 1920. (Cf. Michael Freund, Georges Sorel: Der revolutionäre Konservatismus [Frankfurt am Main: Vittorio Klostermann, 1932 and 1972].)

Όταν ο Sorel πέθανε το 1922 ο μοναρχικός Georges Valois στην L’Action française, και ο σοσιαλιστής Robert Louzon, στην La Vie ouvrière έκαναν αφιερώματα με τον ίδιον θαυμασμό. Μερικές εβδομάδες αργότερα ο Μουσολίνι, εισερχόμενος στην Ρώμη, δήλωσε σε έναν Ισπανό δημοσιογράφο: «Στον Sorel οφείλω τα περισσότερα». Η Σοβιετική κυβέρνηση και το Φασιστικό κράτος πρότειναν την ίδια ημέρα να αναλάβουν την συντήρηση του τάφου του.

Βιβλιογραφικό Σημείωμα

Ο Jules Monnerot, σε μία συλλογή άρθρων υπό τον τίτλο Inquisitions (José Corti, 1974), δημοσίευσε το εκπληκτικό κείμενο “Georges Sorel ou l’introduction aux mythes modernes” [(pp. 7–47), («Georges Sorel ή εισαγωγή στους σύγχρονους μύθους», σελ. 7-47). Σε αυτό χαρακτηρίζει την «συνοχή της Σορελιανής προσεγγίσεως» ως μία επίμονη αναζήτηση για το «ανυπέρβλητο», όρος ο οποίος καθορίζει την πηγή, συλλογική και ατομική, «των ψυχολογικών κινητοποιήσεων, οι οποίες είναι ανίκητες σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή-ανίκητες κατά περίπτωση.» Για τον Sorel το ανυπέρβλητο είναι μία «ψυχική τροφή» απαραίτητη για τις Δυτικές Κοινωνίες, Όταν εξαφανίζεται, εμφανίζεται η παρακμή. «Το όλο μυστικό του περάσματος του Sorel από τον επαναστατικό συνδικαλισμό, έπειτα στον ακτιβιστικό εθνικισμό, μετά σε ένα είδος Μπολσεβικισμού ή ενός Ευρωπαϊκού εθνικού σοσιαλισμού, τον οποίον ο θάνατος δεν άφησε να αναπτύξει ολοκληρωτικά», γράφει ο Monnerot, «το όλο μυστικό του έργου του Sorel φαίνεται να συμπυκνώνεται στην φράση του: “το ανυπέρβλητο είναι νεκρό στην μπουρζουαζία…”»