Ο Μαύρος Βαρόνος Ιούλιος Έβολα (metapedia)



Ο Ιούλιος Έβολα, [Giulio Cesare Andrea Evola] γνωστός ως Julius Evola, Ιταλός με οικογενειακή καταγωγή από τη Σικελία, βουδιστής, φιλόσοφος ένας από τους σπουδαιότερους Ευρωπαίους του 20ου αιώνα, κοινωνικός στοχαστής, ζωγράφος, συγγραφέας και ποιητής, γεννήθηκε στις 19 Μαΐου 1898 στη Ρώμη και πέθανε στις 11 Ιουνίου 1974, στην ίδια πόλη. Η έντονη προσωπικότητα, οι φιλοσοφικές και πολιτικές του ιδέες καθώς και το συγγραφικό του έργο τον καθιέρωσαν ως μια σημαντική φυσιογνωμία της Ευρωπαϊκής εσωτερικής Παραδόσεως.

Ήταν απόγονος οικογένειας βαρόνων της Ρώμης με καταγωγή από τη Σικελία και η πρώτη αλλά καθοριστική επίδραση που δέχθηκε ήταν ο Νίτσε. Μετά από επιτυχείς εξετάσεις άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα στο Πολυτεχνείο, το οποίο εγκατέλειψε χωρίς ποτέ να αποφοιτήσει ή να αποκτήσει κάποιο πανεπιστημιακό τίτλο, λόγω της περιφρονήσεως του για τους ακαδημαϊκούς τίτλους. Υπηρέτησε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ως αξιωματικός πυροβολικού. Συνεργάστηκε με την επιθεώρηση «Bleu e Noi», επεξεργάστηκε θεωρητικά κείμενα, όπως το 1920 το «Arte astratta», ενώ την ίδια περίοδο έγραψε ποιήματα και ποιητικές πρόζες, όπως το 1921 τη συλλογή «La parole obscure du paysage interieur». Στα νεανικά του χρόνια η ενασχόληση με την τέχνη θα τον φέρει κοντά στον Φιλίππο Μαρινέττι και τον Τζιοβάνι Παπίνι, ενώ η αλληλογραφία του με τον Τριστάν Τζαρά τον ανέδειξε ως τον κύριο εκπρόσωπο του Νταντά στην Ιταλία καθώς ζωγραφίζει και εκθέτει τα έργα του στη Ρώμη και στο Βερολίνο. Ο Ντανταϊσμός έγινε γι’ αυτόν ένα βήμα για να περάσει αλλού: αρχίζει να επεξεργάζεται ένα φιλοσοφικό έργο το οποίο αντιλαμβάνεται ως υπέρβαση του κλασικού ιδεαλισμού και εκδίδει τις πρώτες του συλλογές δοκιμίων, «Saggi sull’ idealism magico», το 1925 και «Teoria dell’ individuo assoluto, το 1927, οι οποίες προκάλεσαν την προσοχή του Croce και του Calogero. Ταυτόχρονα ανακάλυψε τις ανατολικές τέχνες της αυτοπραγματώσεως, έτσι επιμελήθηκε μια Ιταλική έκδοση του Ταό τε Τσινγκ και το 1926 δημοσίευσε το πρώτο Ιταλικό έργο πάνω στην Τάντρα με τίτλο «L’ uomo come Potenza». Ακολούθησε ένα εξαιρετικά πολεμικό βιβλίο πάνω στη διαμάχη Φασισμού και Χριστιανισμού το «Imperialismo pagano», το 1928. Τα επόμενα χρόνια θα ελκύσουν το ενδιαφέρον του η αλχημεία με τίτλο «La tradizione ermetica», το 1931, ο σύγχρονος πνευματισμός, «Maschera e volto dello spiritualismo contemporaneo», το 1932, οι ιπποτικές και απόκρυφες αφηγήσεις, «Il mistero del Graal», το 1937.

Δεν έπαψε ωστόσο να παρεμβαίνει ενεργά στην πολιτιστική ζωή της εποχής. Συνεργάζεται στο «Ignis, Atanor, Bilychnis», κι εν συνεχεία εκδίδει ο ίδιος τα μηνιαία δελτία «Ur» (1927–1928) και «Krur» το 1929, ενώ το 1930 εξέδωσε το εξαμηνιαίο «La Torre», το οποίο απαγορεύτηκε λόγω μιας εξαιρετικά ετερόδοξης ερμηνείας του Φασισμού που εκπροσωπούσε. Από το 1934 μέχρι το 1943, ωστόσο, θα κρατάει τη σελίδα «Diorama Filosofico» στην ημερήσια «Il Regime Fascista di Cremona», η οποία φιλοξενεί πολλά από τα μεγαλύτερα πνεύματα της εποχής και φέρνει σε επαφή το ιταλικό κοινό με το έργο του Spengler, του Rene Guenon, του Meyrink, του Bachofen. Ίδρυσε το 1927 μαζί με άλλους Ιταλούς διανοούμενους, την ομάδα «Ur», [«Gruppo di Ur»], εξέδωσαν το μηνιαίο ομώνυμο έντυπο «Ur», την περίοδο 1927 έως το 1928 και από το 1929 το επίσης μηνιαίο δελτίο «Krur». Από το 1934 έως το 1943 έγραφε τη σελίδα «Diorama Filosofico» στην ημερήσια εφημερίδα «Il Regime Fascista di Cremona», η οποία φιλοξενούσε και γνώρισε στο ιταλικό κοινό τα έργα του Spengler, του Guenon, του Meyrink και του Bachofen.

Αρνήθηκε και δεν έγινε μέλος του Ιταλικού φασιστικού κόμματος όμως αναγνώρισε την ανάγκη της Εθνικής Επαναστάσεως του Οκτωβρίου. Συνεργάστηκε με το Φαρινάτσι στο «Φασιστικό καθεστώς» [«Regime Fascista»], ανέπτυξε στενές σχέσεις με το πρωσικό «Herrenklub», ενώ έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και παρακολούθησε την ανάπτυξη των «S.S.» που προορίζονταν να δημιουργήσουν την πνευματική και βιολογική ηγεσία του Γερμανικού Τρίτου Ράϊχ. Το 1938 επισκέφθηκε τη Ρουμανία, όπου συναντήθηκε με τον εθνικιστή διανοούμενο Κορνήλιο Codreanu, για τον οποίο έτρεφε μεγάλη εκτίμηση. Στη διάρκεια της Γερμανικής επιθέσεως εναντίον της Ρωσίας, υπέβαλλε αίτημα να στρατευθεί ως εθελοντής. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1943 μετά την πτώση του Φασισμού και την ιταλική συνθηκολόγηση, ο Έβολα κατέφυγε στη Γερμανία και συμμετείχε στις προσπάθειες για την δημιουργία μιας νέας φασιστικής κυβερνήσεως στην ελεύθερη ακόμα Ιταλία του Βορρά, ενώ επισκέπτονταν συχνά τη Γερμανία και την Αυστρία. Εργάστηκε στη Βιέννη ως ερευνητής της δομής της μασονίας στην Εταιρεία Μελετών των SS «Κληρονομιά των Προγόνων», όπου τον Απρίλιο του 1945 εξ αιτίας ενός ρωσικού βομβαρδισμού, λίγο πριν την εισβολή των Σοβιετικών, τραυματίστηκε σοβαρά και το ατύχημα αυτό θα του κληροδοτήσει μία μόνιμη αναπηρία λόγω πάρεσης των κάτω άκρων, ως επακόλουθο σοβαρών κακώσεων του νωτιαίου μυελού και παρέμεινε καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι, ως το τέλος της ζωής του.

Το 1948, με τη μεσολάβηση του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού μεταφέρθηκε στην Μπολόνια όμως η επιστροφή του στην Ιταλία έγινε σε εχθρικό κλίμα. Το 1951 μετά από μια σειρά λεπτών χειρουργικών επεμβάσεων χωρίς αποτέλεσμα και μια πραγματική δοκιμασία σε νοσοκομεία, αποσύρθηκε οριστικά στην έπαυλή του σε προάστιο της Ρώμης. Η νεαρή ιταλική δημοκρατία φοβάται τη δύναμη του φιλοσόφου και τον ίδιο χρόνο, όταν κατηγορήθηκε για προτροπή της νεολαίας προς επαναστατικές και «τρομοκρατικές» κατά του αστικού καθεστώτος πράξεις» και «προώθηση του φασισμού», συνελήφθη και παρέμεινε προφυλακισμένος επί εξάμηνο, κυρίως για το δοκίμιο του «Orientamenti», που χαρακτηρίστηκε ως ένα από τα «ιερά κείμενα» της φασιστικής νεολαίας. Τελικά τον Ιούνιο του 1951 οδηγήθηκε σε δίκη που διήρκεσε έως το Νοέμβριο. Στην απολογία του είπε «Εγώ υπερασπίστηκα και υπερασπίζομαι τις «Φασιστικές» ιδέες. Όχι στο κατά πόσον είναι φασιστικές αλλά στο μέτρο κατά το οποίον επαναποδέχονται μια παράδοση ανώτερη και προϋπάρχουσα του φασισμού, καθόσον ανήκουν στην ιεραρχική κληρονομιά, την αριστοκρατική και παραδοσιακή του Κράτους έννοιας που έχει παγκόσμιο χαρακτήρα και που διατηρήθηκε στην Ευρώπη μέχρι την Γαλλική επανάσταση».

Πολιτικές-Φιλοσοφικές θέσεις

Οι πολιτικές και οι φιλοσοφικές του θέσεις επηρεάστηκαν από το Φρειδερίκο Νίτσε, τον Όττο Βάϊνινγκερ, [Otto Weininger], το Τζιαμπατίστα Βίκο, αλλά και τον Κάρλο Μικελστέτερ, [Carlo Michelstaedter]. Πολιτικά ήταν αντίθετος με τον καπιταλισμό και τον Μπολσεβικισμό, όμως το έργο του «La Torre», που αποτελεί μία έντονη κριτική στο πολιτικό καθεστώς της εποχής, στη σχέση του με την καθολική εκκλησία και τους μεγαλοβιομήχανους, απαγορεύθηκε το 1930, με προσωπική εντολή του Μπενίτο Μουσολίνι. Η οπτική του απέναντι στον Φασισμό είναι ρομαντική και ανορθόδοξη, κυρίως πνευματική και δεν πήρε ποτέ συγκεκριμένη πολιτική έκφραση, θέσεις που αποτυπώνονται το 1934 στο έργο του «Επανάσταση ενάντια στον σύγχρονο κόσμο». Κατηγορήθηκε όπως ο Αμερικανός ποιητής Έζρα Πάουντ, ως «φασίστας» και αποκλείσθηκε από την ακαδημαϊκή κοινότητα. Τον χαρακτήρισαν «σκοτεινό φιλόσοφο», φιλόσοφο της εξέγερσης, μύστη της αρχαίας παράδοσης, αλλά και προφήτη του κόσμου.

Σύμφωνα με τον καθηγητή Χρήστο Γούδη «κάνει διάκριση μεταξύ της συνήθους, εξωτερικής γνώσης των «πολλών», και της μυστικής, εσωτερικής γνώσης των «αρίστων» (των ηρώων και των ανθρώπων της γνώσης, των ιερέων και των ασκητών), σύμφωνα με την πλατωνική διάκριση μεταξύ «δόξας» και «επιστήμης». Επικριτικός για τον άνθρωπο της τετριμμένης καθημερινότητας που ζει για να τρώει, να αναπαράγεται και να πεθαίνει, αναζητά «κάτι περισσότερο από το να ζει», το γερμανικό «mehr als leben», ένα είδος νοσταλγίας για το «hyperuranium», …[…]… Στην πίστη αντιπροτείνει την εμπειρία, στην ευλάβεια την ηρωική και ασκητική πράξη, στον Θεό των θεϊστών, που θεωρείται από αυτούς ως η έσχατη πραγματικότητα και η εσχατολογική τους ελπίδα, αντιπροτείνει την ιδέα της απελευθέρωσης και του διαφωτισμού».

Διακήρυξε την ανάγκη ενός «αναρχισμού της δεξιάς», έτσι ώστε «..να αποδιοργανωθεί, να διαρραγεί και να καταλυθεί η μεταπολεμική τάξη πραγμάτων..» και ενέπνευσε την ηγεσία πολλών πολιτικών κομμάτων, όπως το «Ιταλικό Κοινωνικό Κίνημα», [M.S.I.] και η αμερικανική «Εθνική Συμμαχία». Η προσέγγιση του Έβολα με τον Φασισμό είναι, ολοφάνερα, ρομαντική και ανορθόδοξη και όχι απαλλαγμένη από εσωτερικές αντιφάσεις. Παραμένει πάντως πνευματική και δεν πήρε συγκεκριμένη πολιτική έκφραση. Στη βάση της βρίσκεται μία κοσμοαντίληψη που διαμορφώνει ο συγγραφέας όλα αυτά τα χρόνια, αντι-μοντέρνα, αντι-υλιστική και αντι-προοδευτική, η οποία τον κάνει να βλέπει είτε στον αμερικανισμό, είτε στον μπολσεβικισμό τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: απεναντίας, εξυψώνει ρομαντικά τον αρχαίο και παραδοσιακό κόσμο. Οι θέσεις αυτές αποτυπώνονται στο πιο γνωστό ίσως έργο του, Rivolta contro in mondo moderno (Επανάσταση ενάντια στον σύγχρονο κόσμο, 1934). Μεταξύ 1935 και 1943 τον αποσχολεί το φυλετικό πρόβλημα, αλλά αντιτίθεται στις βιολογικές θεωρίες του ρατσισμού: η προβληματική αυτή έχει αποτυπωθεί σε βιβλία όπως τα Tre aspetti del problema ebraico (1936) και Il mito del sangue (1941). Το τελευταίο προκάλεσε το ενδιαφέρον του Μουσολίνι, ο οποίος τον προσκαλεί τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου στο Palazzo Venezia.

Τα μεταπολεμικά χρόνια αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στο συγγραφικό του έργο και σταδιακά διαμόρφωσε μια αντίληψη για την εποχή ως τη σκοτεινή περίοδο, [Kali-yunga], του τέλους ενός πολιτισμού, της παρακμής και της αποσύνθεσης και γράφει, μεταξύ άλλων, τα έργα του Gli uomini e le rovine το 1953 και La metafisica del sesso, [Η μεταφυσική του φύλου], το 1958. Το 1963 τον επανανακαλύπτουν ως ντανταϊστή: οργανώνεται μια έκθεση όλων του των έργων στη γκαλερί «Medusa» της Ρώμης και ακολουθούν μια αυτοβιογραφία του (Il camino del cinabro, 1964) και μια συγκεντρωτική έκδοση των ποιητικών του έργων (Raaga Blanda, 1969). Από το 1968 μέχρι το 1974, χρονιά του θανάτου του, ιδρύει και επιμελείται στις εκδόσεις Mediteranee τη σειρά «Orrizonti dello Spirito» όπου παρουσιάζει έργα ποικίλου πνευματικού και παραδοσιακού προσανατολισμού. Η γενιά «της αμφισβήτησης» του 1960 ανακαλύπτει εκ νέου το έργο του, το οποίο ερμηνεύει όχι μόνο προς τα δεξιά αλλά και προς τ’ αριστερά. Οι πίνακες και τα έργα του σήμερα εκτίθενται σε ιδιωτικές συλλογές και στη Galleria Nationale d’ Arte Moderna της Ρώμης. Το συγγραφικό του έργο έχει μεταφραστεί σε όλες τις Ευρωπαϊκές γλώσσες.

Το τέλος του

Το 1968, παρουσίασε οξεία καρδιακή ανεπάρκεια και το 1970 στη διάρκεια μιας ανάλογης κρίσης εισήχθη στο νοσοκομείο, με επιμονή ενός γιατρού που ήταν προσωπικός του φίλος. Σταδιακά η υγεία του επιδεινώθηκε και εμφάνισε δυσκολίες στην αναπνοή, ενοχλήσεις στο συκώτια, προσβάλλονταν από συνεχείς λοιμώξεις, και σταδιακά μειώθηκε η ανάγκη του για τροφή. Με τη διαθήκη του όρισε να αποτεφρωθεί το σώμα του δίχως τελετές ή ομιλίες. Μετά το θάνατό του, παρουσία ελάχιστων συγγενών και οπαδών του η σορός του αποτεφρώθηκε και οι στάχτες της τοποθετήθηκαν σε μια λαξεμένη τεφροδόχο, στον παγετώνα του όρους Μόντε Ρόζα [Monte Rosa], στις Ιταλικές Άλπεις.

Εργογραφία

Επιμελήθηκε την πρώτη ιταλική έκδοση του Τάο Τε Τσίνγκ και έκανε γνωστές στην Δύση τις πρακτικές της Τάντρα, της γιόγκα του σεξ καθώς και τον κώδικα τιμής των Σαμουράι. Ως καλλιτέχνης γνώρισε από κοντά τον Φιλίππο Τομάζο Μαρινέττι και τον Τζοβάνι Παπίνι, ενώ διατηρούσε αλληλογραφία του με τον Τζαρά. Το 1969 τα ποιητικά του έργα παρουσιάστηκαν με το γενικό τίτλο «Raaga Blanda», ενώ παράλληλα ως ζωγράφος παρουσίασε τα έργα του στη Ρώμη και στο Βερολίνο και με τα έργα του επηρέασε το ρεύμα του Ντανταϊσμού στο οποίο εντάχθηκε.


Το 1963 οργανώθηκε έκθεση όλων των έργων του στη γκαλερί «Medusa» στη Ρώμη, ενώ από το 1968 μέχρι το 1974, χρονιά του θανάτου του, ίδρυσε και επιμελήθηκε τις εκδόσεις «Mediteranee» και τη σειρά «Orrizonti dello Spirito» όπου παρουσίασε έργα πνευματικού και παραδοσιακού προσανατολισμού. Το συγγραφικό του έργο έχει μεταφραστεί σε όλες σχεδόν τις Ευρωπαϊκές γλώσσες. 

3 σχόλια:

  1. Ανώνυμος3/2/18 12:26 μ.μ.

    Πολλά άρθρα τώρα τελευταία σχετικά με τον Έβολα!Να τολμήσω να υποθέσω ότι σε λίγο καιρό θα κυκλοφορήσει κάποιο από τα βιβλία του μεταφρασμένο στα ελληνικά,από εθνικιστικό εκδοτικό οίκο;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ανώνυμος4/2/18 7:50 μ.μ.

    Πρέπει να υπάρξει και μία διόρθωση.Ο Έβολα δεν ήταν βουδιστής.Το είχε τονίσει και ο ίδιος.Ασχολήθηκε αρκετά με τον Βουδισμό και είπε πως για εκείνον ήταν ένα "πέρασμα".

    ΑπάντησηΔιαγραφή