Υλοζωισμός και Πολυθεϊσμός.



του Ενδυμίωνος.


Ο υλοζωισμός ή παμψυχιαρχία ή ψυχοκρατία, στηρίζεται στη φιλοσοφική αρχή της μη δημιουργίας του κόσμου, αλλά της αυτόνομης ‘’γεννήσεως’’ και αυτοεξελίξεως. Είναι σκόπιμη η μη χρησιμοποίηση του όρου ‘’γένεσις’’, εκ του ρήματος γίγνομαι, εφόσον αυτή προϋποθέτει πλάστη και δημιούργημα, κάτι στο οποίο ποτέ δεν πίστεψαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, οποιασδήποτε σχολής και τάσης.





Αντίθετα εις τη περίπτωση της γέννησης, εκ του γεννώ, το αίτιον και το αιτιατό συμπίπτουν, όσον αφορά την οντολογική τους διάσταση, απλά εκφράζονται ποικιλοτρόπως υποστατικά, έχοντας το αυτεξούσιο της εξέλιξης ή της έκπτωσης. Βέβαια η θεωρία του υλοζωισμού, που αναπτύχθηκε κυρίως στα παράλια της Ιωνίας από τους ‘φυσικούς’ φιλοσόφους (Θαλής «ο κόσμος είναι όλος έμψυχος και δαιμόνων πλήρης», Αναξίμανδρος, Ηράκλειτος κ.α.) και συμπληρώθηκε λίγο αργότερα από τους Στωικούς, δε σταματά εδώ.


Η δημιουργηθείσα ύλη, παρόλη τη διάσπαση που υπέστη, διατηρεί τα αρχέγονα χαρακτηριστικά της, έστω και ασυνειδήτως. Οι απτές, φυσικά για τ’ ανθρώπινα δεδομένα, αισθήσεις δεν λειτουργούν εις όλες τις μορφές της ύλης εξίσου ποιοτικά, παρά ταύτα όλα τα πραγματικώς νοούμενα αντικείμενα είναι εν δυνάμει και υποκείμενα, έχουν την προοπτική της απόκτησης ή εξέλιξης των αισθήσεων, της συνείδησης και επομένως και της αυτοδιάθεσης.


Η εδραίωση της πίστης στην εν δυνάμει τελειότητα του κόσμου έγινε με τη συνδρομή του ελληνικού λόγου και βασίστηκε στην αυταπόδεικτη για τον ελληνισμό πεποίθηση ότι η πανάγαθη πρώτη Αρχή του παντός δεν μπορεί να δημιουργήσει ένα ακαλλές και ατελές κτίσμα. Για την ακρίβεια δεν μπαίνει καν στον κόπο της ‘’δημιουργικότητας’’, αφού έτσι αυτομάτως θα έπρεπε να ακολουθoύσε ορισμένους νομοτελειακούς κανόνες, άρα θα υπαγόταν και αυτή η Αρχή εις μία άλλη Αρχή και ούτω καθεξής.


Για τον ελληνισμό, θεός και κόσμος αποτελούν τις δύο όψεις της αυτής πραγματικότητας. Όταν τ’ αντικείμενα του κόσμου θεωρούνται με τον πεζό και πρακτικό τρόπο της καθημερινότητας, τότε είναι πράγματα κοσμικά. Όταν όμως γίνονται αντιληπτά στη βαθύτερή τους ουσία, τότε μετατρέπονται σε θεϊκά σύμβολα ή εκφανείς θείες παρουσίες. Ιδιαίτερα εκεί όπου στον κόσμο παρουσιάζονται εκπλήσσουσες συσσωρεύσεις δύναμης ή απίστευτες εκφράσεις κάλλους, η έκπληξη και ο θαυμασμός που προκαλείται, παίρνει το χαρακτήρα θρησκευτικής ευλάβειας. Τότε, τα όντα ή φαινόμενα που προκάλεσαν το δέος γίνονται θεόμορφα στοιχεία λατρείας. Αυτή είναι η ρίζα του ‘’παρεξηγημένου’’ και διαστρεβλωμένου από τους χριστιανούς ελληνικού πολυθεϊσμού, και από εκεί πηγάζει και ο περίφημος ανθρωπομορφισμός των αρχαίων Θεών.


Για τον ελληνικό λόγο, η εβραιοβιβλική δημιουργία του κόσμου από τον θεό είναι ασύλληπτη και ουτοπική, γιατί εξυπονοεί την προΰπαρξη μιας υπερβατικής αρχής που δρά έξω από τον κόσμο, και κάποια στιγμή!! αποφασίζει να δημιουργήσει κάτι έξω από τον εαυτό του. Τέτοια υπερβατική αρχή δεν υπάρχει για τους Έλληνες. Ο ελληνισμός πάντοτε προβάλλει μια έμφυτη, πρώτη και εγκόσμια Αρχή, η οποία κατά φυσική νομοτέλεια αναπαράγεται και γεννά τον κόσμο, την τάξη και την αρμονία του, από ένα υπάρχον προγενέστερο χάος. Για τον λόγο ακριβώς ότι θείον και φύσις είναι το ίδιο, η κοσμογένεση, τόσο στη μυθολογικότερη όσο και στη φιλοσοφικότερη έκφανσή της, είναι παράλληλη ή ταυτόσημη με τη θεογένεση (δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα ‘’λογικότητας’’, δηλαδή αναγκαιότητας αρμονίας-αισθητικής και ηθικής, από την κλασική τραγωδία, όπου οι άνθρωποι, οι ήρωες και οι θεοί, μέσα στην ετερότητά τους, υπακούουν τελικά όλοι σ΄΄ένα ‘ήθος’ κοσμικής, έλλογης αρμονίας). Έτσι, στην ‘’κλειστή οντολογία’’ της ελληνικής σκέψης, η γέννηση του κόσμου (κοσμογονία) συμπίπτει με τη (θεογονία).


Η θεία δύναμις δεν είναι κατά ανάγκην θετικό προσόν, εφόσον υπάρχουν και αρνητικές εξωκοσμικές δυνάμεις. Όπως αναφέρει η Πυθαγόρεια φιλοσοφία, το θείο είναι φυσική φορά, αφ’ ης στιγμής διεσπάσθη η ενιαία θεότης, το Εν, δια της διαδιπλώσεώς του εις δύο και ακολούθως εις περισσότερα πρότυπα, δεν ήταν δυνατόν παρά να επικρατήσει βαθμιαίως εις ολόκληρο το σύμπαν το φαινόμενο της διασπάσεως, ούτω δε λόγω της βαθμιαίας εκδιπλώσεως, παρατηρείται συνεχής εκφυλισμός, μέχρις ότου τέλος παράγεται η ύλη, χωρίς όμως απ’ την άλλη να χάνεται η ψυχική ιδιότητα των όντων. Έτσι, λόγω της παρατηρούμενης καταπτώσεως δια της βαθμιαίας απομακρύνσεως από το πρωταρχικό θείο Εν, το σύμπαν, κατά την προς τα κάτω φοράν του υποβαθμίζεται και καθίσταται συν τω χρόνω ατελέστερον τόσο, ώστε ακόμα και οι τελειότερες ψυχοσωματικές βαθμίδες, όπως ο άνθρωπος, να δύνανται ελάχιστα να προσεγγίσουν τη θεία ολότητα.


Επομένως οι δύο αυτές κοσμικές πραγματικότητες, το φωτεινό επέκεινα και το υλικό ενταύθα, ακολούθησαν δύο διαφορετικούς δρόμους, γι’ αυτό και η γνώση του ανθρώπου δεν είναι τίποτα παραπάνω από την αρχή και όχι η τελείωσις, όπως υποστηρίζουν οι αποκαλυπτικές λεγόμενες θρησκείες. Την αλήθεια τη γνωρίζουν μόνο οι Θεοί, και ο άνθρωπος καλώς ή κακώς είναι καταδικασμένος μεν να μη τη νοήσει ποτέ εντός αυτού του κόσμου, αλλά ευλογημένος να τη βιώνει καθημερινά μέσα στην φυσική πολυπλοκότητά της.


Αποτέλεσμα αυτού είναι η ταύτιση του πραγματικού με το ιδεατό, και αυτό επιτυγχάνεται με την ανακάλυψη των επιμέρους τύπων της φυσικής τελειότητας. Ενδεικτική περίπτωση βρίσκουμε στις αρχαίες εικαστικές τέχνες, κατεξοχήν στην πλαστική, όπου η μορφή, χωρίς ν’ απολέσει κανένα από τα φυσικά χαρακτηριστικά του παρισταμένου είδους, ανάγεται στην ιδανική αισθητική τελειότητα. Το αρχέτυπο φυσικό κάλλος, το οποίο αναπαράγουν τα αρχαία αγάλματα είναι ταυτόχρονα και υπαρκτό φυσικό γεγονός και ιδίωμα της ενδοκοσμικής θεότητας. Το να μη μπορεί ο άνθρωπος να διακρίνει με σαφήνεια αν μια συγκεκριμένη έξοχη λάμψη ωραίου ή δύναμης αποτελεί φυσική τελειότητα ή αναφέρεται στην επιφάνεια, δηλαδή την επί γης παρουσία ενός Θεού, δεν σημαίνει ότι αυτός είναι δεισιδαίμων και ειδωλολάτρης( άστοχος, μεσαιωνικής προελεύσεως χαρακτηρισμός) αλλά ότι τιμά τον εξώτερο της διάνοιας του κόσμο, ο οποίος αντανακλάται στην ψυχή του, σεβόμενος επομένως έτσι και τον ίδιο του τον εαυτό, αντιλαμβανόμενος παράλληλα και τον ιερό σκοπό του ερχομού του στη ζωή. Συμμετέχουμε, ως χοϊκά πλάσματα, στην ενότητα του σύμπαντος, που το διέπουν οι ίδιοι νόμοι, από το ελάχιστο μόριο της ύλης έως τον πιο απομακρυσμένο πλανήτη, αλλά η αρχέγονη γνώση καθοδηγεί ασυνειδήτως τα βήματά μας προς το αρχικό επέκεινα.



«Η ζωή μας είναι ένας τελεστήριος αγνισμός μπροστά στη φλόγα της αρετής - Λιαντίνης, Γκέμμα.»



Ο Μύθος δεν είναι το αντίθετο της αλήθειας, αλλά οι καταστατικές αρχές που στηρίζουν ένα πνευματικό φαινόμενο ή έναν μεγάλο πολιτισμό, όπως ο ελληνικός, και τον βοηθούν να βρεί αυτό που είναι λησμονημένο, τη λήθη για το θείο, τη γνώση της α-λήθειας. Με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να πούμε πως ο βασικός Μύθος του ελληνισμού είναι η εμμένεια του θείου στον κόσμο και η θεία επάρκεια της φύσης. Στην διαλεκτική πορεία αυτή της θεολογικής σκέψης των αρχαίων Ελλήνων, ο πρωτοεμφανιζόμενος πανθεϊσμός (φύση και θεός είναι ένα) λατρευτικά δεν μπορούσε να λειτουργήσει, αφού ο πανθεϊσμός δεν μπορεί να αυτολατρευτεί. Ο πολυθεϊσμός επομένως και φιλοσοφικά και εμπειρικά απλοποίησε τη σχέση αυτή, κόσμου-υπερβατικού, σημαίνοντος-σημαινόμενου και αποτέλεσε το μέσο προς τη θεοπτεία, προς τη γνώση και ανα-γνώριση της περιβαλλούσης φύσης αλλά και του προσωπικού Είναι.


Μέσα στο λαμπρό ναό της φύσης ο άνθρωπος αισθάνεται δέος και θαυμασμό, αλλά μαζί γνωρίζει τη μεγαλύτερη αλήθεια του σύμπαντος. Παρατηρώντας το φυτό να ξετυλίγεται, από σπόρος σε καρπός και να ξαναγυρίζει στον σπόρο απ’ όπου ξεκίνησε, μαθαίνει ο άνθρωπος να θεολογεί, ν΄ ανακαλύπτει τη θεία ουσία που συνενώνει το άπαν, μέσα από τον κύκλο της ζωής. Ιδιαίτερα για τον Έλληνα, η φύση δε στάθηκε καθόλου φειδωλή στις προσφορές της. Απέραντη ποικιλία, αρμονία, διαύγεια, ζεστασιά και γαλήνη. Αλλά και ο Έλληνας της το ανταπέδωσε, αφού τη λάτρεψε σωστά, την τίμησε αδόλως, την ύμνησε με μέτρο, την εκλογίκευσε με σεβασμό πάντα στα μυστήριά της.


Αυτή λοιπόν η ιερή μας σχέση με την πλάση, και η αμοιβαία συν-διαλλαγή με το άρρητο έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις θρησκείες της λογιστικής ανταμοιβής και των φρικιαστικών τιμωριών, στις θρησκείες όπου προβάλλεται το θαύμα (η μεγαλύτερη διαστροφή της φυσικής τάξης και αρμονίας), ως απόδειξη ύπαρξης αυτών, και ανάγεται η προσευχή ως εύκολη λύση κάθε τυχάρπαστης ανάγκης (πολύ σωστά ο Γάλλος Ambrose Bierce την όρισε με τα εξής λόγια : προσευχή είναι η αίτηση να καταργηθούν οι νόμοι του σύμπαντος για χάρη ενός μοναδικού αιτούντος, ο οποίος μάλιστα έχει εξομολογηθεί προηγουμένως πως είναι ανάξιος).


Ο άνθρωπος και το σύμπαν είναι δύο πραγματικότητες, που η μία χωρά μέσα στην άλλη, έμψυχος κόσμος και οι δύο, που πορεύονται στο δρόμο που λέγεται χρόνος. Ο Έλληνας όμως τίμησε εξίσου τις πραγματικότητες αυτές, αποφεύγοντας την εύνοια προς τη μία εις βάρος της άλλης. Η ψυχή, ως αθάνατη, είχε κοινή καταγωγή με τους επίσης αθάνατους Θεούς. Από την άλλη και το σώμα, η ύλη, περιβαλλόταν με τιμή και φροντίδα, και αυτό αποδεικνύεται από το εξής. Η ελληνική κοσμοθεωρία, όταν αναφερόταν σε μεταθανάτια κατάσταση, πάντα μιλούσε για ‘’σωτηρία’’. Αυτό εξηγεί ότι ο ελληνισμός επιζητούσε τη διατήρηση του υποστατικού Είναι, αφού σώζω= διατηρώ, απλά η συνέχεια θα εξελισσόταν σε κάποια άλλη μορφή, χωρίς να υποτιμάται όμως και η παρούσα. Επομένως εάν υπάρχει σωτηρία, αυτή πρέπει να βρίσκεται μέσα στην ίδια τη φύση του κόσμου, αφού και οι θεοί υπάρχουν εντός αυτού.


Αντίθετα με τον κλασσικό ελληνισμό, όπου η νόηση των υπεραισθητών αρχών του σύμπαντος είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την λατρεία των αισθητών τελειοτήτων, στις τρείς μονοθεϊστικές θρησκείες ο πιστός επιζητά την λύτρωση, ήτοι την απελευθέρωση (λύτρον = το αντίτιμο για την εξαγορά ενός αιχμαλώτου) και αυτή η αντίληψη υπονοεί μία κατάσταση ‘’δουλείας’’ από την οποία ο άνθρωπος προσπαθεί να ξεφύγει, μια άρνηση της ίδιας της ζωής, μια διάθεση φυγής έξω από τον κόσμο.


Ο κόσμος λοιπόν δεν είναι φύσει κακός, εξάλλου η άγνοια για το θείο δεν είναι επιλήψιμη, γιατί η φύση είναι ατελής γνωσιολογικά. Οντολογικά, η τελείωσις του ανθρώπου είναι δυνατή, μόνο όταν καταστεί συνειδητή η θεότητα του σκοτισμένου ανθρώπινου Eγώ.

1 σχόλιο: