Οι διαφορές της ελληνικής πραγματικότητας με την εποχή της συφιλιδικής δημοκρατίας της Βαϊμάρης.


του Γεωργίου Γιαννακόπουλου

Με αφορμή σχετικά πρόσφατες προσπάθειες συσχέτισης - ταυτοποίησης των τωρινών Ελληνικών  κοινωνικοπολιτικών δεδομένων με τα Γερμανικά  αντίστοιχα της περιόδου 1920 - 1932 το παρόν κείμενο θα προσπαθήσει με συνοπτικό τρόπο να επισημάνει τις διαφορές οικονομικής δυναμικής των δύο σχηματισμών, προκειμένου να δειχθεί η αναπόφευκτη διαφορετικότητα  της έκφρασης του παρελθόντος Γερμανικού εθνικισμού με αυτόν που έχει ήδη αρχίσει να αρθρώνεται στη χώρα μας και όχι μόνο.


Μιλώντας για τη Γερμανία του Α΄Π.Π. θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν μας αφενός το στάδιο της καπιταλιστικής ανάπτυξης της περιόδου και αφετέρου το επίπεδο ανάπτυξης του κυρίαρχου κλάδου της οικονομίας, ήτοι του βιομηχανικού κεφαλαίου. Ο γερμανικός καπιταλισμός, τουλάχιστον, μέχρι και τη λήξη του Β΄Π.Π. βρισκόταν σε στάδιο πρώιμης - μέσης ανάπτυξης της ιμπεριαλιστικής του φάσης. Πρόκειται δηλαδή για τη φάση ανάπτυξης εκείνη κατά την οποία ο "ζωτικός χώρος" του αποδεικνύεται μικρός σε σχέση με τις παραγωγικές δυνάμεις που μπορεί να κινητοποιήσει. Το άνοιγμα νέων αγορών αποτελεί ιστορική αναγκαιότητα προκειμένου να ικανοποιηθούν οι εγγενείς ανάγκες ανάπτυξής του, αφού και στην ίδια τη φύση κάθε τι που δεν αναπτύσσεται μοιραία οδηγείται στο θάνατο. Πρώτες ύλες, φθηνό εργατικό δυναμικό σε δεύτερη φάση αλλά και πεδίο διοχέτευσης της πλεονάζουσας παραγωγής συνθέτουν το τρίπτυχο πάνω στο οποίο αρθρωνόταν η επιδίωξη κάθε ανεπτυγμένου Ευρωπαϊκού καπιταλιστικού κράτους αλλά και των ΗΠΑ. Στη κατεύθυνση αυτή και προκειμένου να εξυπηρετήσουν τη συγκεκριμένη κοινωνική τους ροπή - ανάγκη (κοινωνική ΚΑΙ ΟΧΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ γιατί ο καπιταλισμός αποτελεί μια συνολική κοινωνική διαδικασία η οποία χαρακτηρίζεται από τη διαρκή υπαγωγή των διαφορετικών κοινωνικών μορφών στη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου το οποίο οργανώνεται ως άρχουσα τάξη) τα εθνικά κράτη προσπαθούν να διευθετήσουν το προνομιακό χώρο οικονομικής τους διείσδυσης, αρχικά με πολιτικά μέσα, και όταν αυτό δειχθεί ατελέσφορο προχωρούν σε επίπεδο στρατιωτικής σύγκρουσης, η οποία θα πρέπει να ειδωθεί και ως "συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα". 


Προπαγανδιστική αφίσα του 1928: 
οι Εθνικοσοσιαλιστές εργάτες τσακίζουν το διεθνές κεφάλαιο

Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται η περίπτωση της Γερμανίας των αρχών του 20ου αι. με την εξής ιδιαιτερότητα: το βιομηχανικό της κεφάλαιο είχε προπολεμικά, ήδη, εδραιώσει την ηγεμονική του θέση ειδικά στη παραγωγή προϊόντων τεχνολογίας αιχμής (χημικά, φαρμακευτικά, ηλεκτρικά). Ο πόλεμος ήταν αναπόφευκτη έκφραση αυτής της υπεροχής η οποία επιζητούσε την υλοποίησή της στο ξαναμοίρασμα των αγορών απέναντι στο αγγλογαλλικό κεφάλαιο. Ο γερμανικός προπολεμικός Εθνικισμός θα πρέπει να ερμηνευτεί κάτω από αυτό το πρίσμα, ως  προσπάθεια ιδεολογικής νομιμοποίησης των επιδιώξεων του βιομηχανικού κεφαλαίου, χωρίς όμως να παραβλέπονται και πραγματικά εθνικές σημαντικές (π.χ. μειονοτικά προβλήματα, ένωση με την Αυστρία, εθνική αντιπαλότητα με Γάλλους μετά το πόλεμο του 1870 κ.α), πρωτεύουσες για τη λαϊκή ψυχή, δευτερεύουσες όμως για το βιομηχανικό κεφάλαιο. Η ήττα της Γερμανίας πέραν της ακύρωσης των επιδιώξεων του παραγωγικού της κεφαλαίου, της προϊούσας οικονομικής εξαθλίωσης και της πολιτικής αστάθειας λόγω του άκαιρου περάσματος στη δημοκρατία της Βαϊμάρης, συνοδεύτηκε και από μια βαθιά ιδεολογική μεταβολή: ο γερμανικός λαός ταπεινώθηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε να ωθηθεί να προβάλλει ως κυρίαρχο στοιχείο του συλλογικού του ασυνείδητου την εθνική του ταυτότητα  στη μορφή του πιο άκαμπτου εθνικισμού. Σχηματοποιήθηκε στη λαϊκή ψυχή το δίπολο "εμείς - ξένοι" με τέτοια ένταση ώστε το έθνος να προβάλλει, έστω και έμμεσα, ως έννοια πλήρως ομογενοποιημένη ακόμα και σε κόμματα με δεδηλωμένη διεθνιστική αντίληψη (χαρακτηριστικές οι διαφωνίες όχι μόνο μεταξύ Σοσιαλδημοκρατών - Lenin αλλά και  Σπαρτακιστών - Lenin).


Η φυσική ροπή  προς τον Εθνικισμό πέραν του προαναφερθέντος υπόβαθρου, ενισχυόταν διαρκώς και από τον ιδιαίτερο τρόπο ανάπτυξης της μεταπολεμικής οικονομίας: ενώ το εθνικό παραγωγικό κεφάλαιο έμπαινε σε τροχιά παρατεταμένης ύφεσης  με το κράτος να  αδυνατεί να χρηματοδοτήσει τη παραπέρα ανάπτυξή του καθώς δε μπορούσε να προσφέρει ούτε καν στοιχειώδεις συνθήκες διαβίωσης στα λαϊκά στρώματα, ισχυροποιήθηκε με απίστευτη ένταση το μεταπρατικό κεφάλαιο. Εβραίοι, κατά το πλείστον, κεφαλαιούχοι κατόρθωσαν να  εκμεταλλευτούν τη οικονομική συγκυρία αποκτώντας  πλήρη σχεδόν έλεγχο της διακίνησης αγαθών επεκτείνοντας τις δραστηριότητες τους  και στο χώρο της νόμιμης (τραπεζικό κεφάλαιο) αλλά και της παράνομης τοκογλυφίας. Η εικόνα της μεταπολεμικής Γερμανίας  ήταν τέτοια που και ο πιο ακραίος διεθνιστής θα απέρριπτε: απόλεμοι αλλοεθνείς, από αιώνων πανταχού εθνικά στιγματισμένοι, απόντες από την άμεση παραγωγική διαδικασία, θησαύριζαν σε βάρος των σακατεμένων πολεμιστών των χαρακωμάτων, απολαμβάνοντας τα προνόμια της λαθραίας ένταξης τους σε μια κοινότητα δομημένη στο αίμα του γερμανικού λαού! Τι πιο φυσικό από την ένταξη του "Εβραίου τοκογλύφου" στην αντίθετη πλευρά του δίπολου της λαϊκής ιδεολογίας; Τι πιο φυσικό από τη σύγκλιση του Εθνικισμού με το Σοσιαλισμό αφού ο εσωτερικός εχθρός έλεγχε παράλληλα το εμπορικό και τοκογλυφικό κεφάλαιο;  


Only 300 men, each of whom knows all the others, govern the fate of Europe. They select their successors from their entourage. These German Jews have the means in their hands of putting an end to the form of any State which they find 'unreasonable' 

Walter Rathenau, Wienar Press, December 24, 1912 

Ο γερμανικός εθνικισμός αρθρωνόταν επί υλικών βάσεων αποτελώντας προϊόν βαθιών κοινωνικών διεργασιών. Οι συγκεκριμένες διεργασίες ήταν αυτές που έδωσαν τη δυνατότητα στην ενυπάρχουσα "φυσική ροπή" να εκφραστεί αμεσολάβητα σε πολιτικό ιδεολογικό επίπεδο. Η ανάδυση του  μεταπολεμικού γερμανικού εθνικισμού δεν έχει να κάνει σε τίποτα με τις επιδιώξεις της αστικής τάξης ούτε και  αποτελούσε "καταφύγιο" των πεινασμένων. Εξέφρασε στη συγκεκριμένη συγκυρία την αναγκαιότητα να αποτυπωθεί η λαϊκή ψυχή στη μορφή μιας ιδεολογίας μαζών με σαφή σοσιαλιστικά χαρακτηριστικά. Οι «Φαιοχίτωνες» πάλευαν πριν από όλα για την τιμή και την αξιοπρέπεια του λαού τους, θεωρώντας την οικονομική ευημερία παρεπόμενο του αγώνα τους. Με άλλα λόγια αντιλαμβάνονταν την εθνική ανάταση - νίκη  ως προϋπόθεση μετάβασης στο σοσιαλισμό.


Η περίπτωση της χώρας μας έχει ελάχιστα κοινά σημεία με τη γερμανική εμπειρία. Αφενός βρισκόμαστε σε μια διαφορετική φάση καπιταλιστικής ανάπτυξης η οποία χαρακτηρίζεται από τη συγχώνευση του βιομηχανικού - μεταπρατικού - εφοπλιστικού και τραπεζικού κεφαλαίου στη μορφή του "χρηματιστικού" και αφετέρου η εσωτερική δυναμική του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού συναρτάται άμεσα με εξωτερικές επιδράσεις λόγω της ένταξης μας στην αλυσίδα του ευρωπαϊκού "υπεριμπεριαλισμού". Η οικονομική ύφεση δεν αποτελεί προϊόν βίαιης αναστολής επέκτασης του ελληνικού κεφαλαίου, όπως στη περίπτωση της Γερμανίας, αλλά στρεβλής ανάπτυξης του. Η ανάπτυξη των τελευταίων 40 ετών βασίστηκε πάνω στη προσφορά δανεικού χρήματος η οποία μπορεί μεν να τόνωσε τη ζήτηση αλλά σε καμιά περίπτωση δε στράφηκε στη διεύρυνση της εσωτερικής παραγωγής. O λόγος της αρνητικής εξέλιξης πολύ απλός και ασύμβατος με οποιαδήποτε μορφή συνωμοσιολογίας: Το κεφάλαιο είναι τυφλό, πηγαίνει πάντα εκεί που υπάρχει κέρδος! Η Ελλάδα χώρα μέσης βιομηχανικής ανάπτυξης μέχρι τη δεκαετία 1970 - 80 , ειδικά μετά την ένταξή της στο άρμα του Ευρωπαϊκού υπεριμπεριαλισμού, κλήθηκε να προσαρμοστεί βίαια στη νέα πραγματικότητα έχοντας να αντιμετωπίσει παραγωγικά κεφάλαια πολλαπλάσιας οργανικής σύνθεσης. Το ελληνικό κεφάλαιο μη μπορώντας εξ αντικειμένου να συναγωνιστεί επί ίσοις όροις τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά αλλά και εκείνα των τρίτων χωρών των οποίων οι δασμού ελαφρύνθηκαν, μοιραία περιορίστηκε σε ρόλο μεταπράτη. Από τη στιγμή που το ελληνικό κεφάλαιο σε κάθε τομέα της παραγωγής (πλην τουρισμού) δεν θα μπορούσε να πετύχει κερδοφορία, είτε στρεφόμενο σε μεθόδους εντάσεως κεφαλαίου είτε στρεφόμενο σε μεθόδους εντάσεως εργασίας, μοιραία στράφηκε στον τριτογενή τομέα ο οποίος βασιζόταν στο μεγαλύτερο μέρος του στην εσωτερική ζήτηση. 


Η τάση αυτή αναπαραγόμενη εσαεί μέσω κοινοτικών προγραμμάτων και κρατικού δανεισμού συντηρούσε μέχρι το 2010 την ελληνική οικονομία. Όσο οι δανειστές θεωρούσαν τη χώρα αξιόχρεη, το συγκεκριμένο οικονομικό μοντέλο αναπαραγόταν επανακαθορίζοντας ταυτόχρονα και το κοινωνικό μετασχηματισμό. Όσο το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο μας  δάνειζε προκειμένου να ξεπερνάει τη δικιά του "κρίση υπερσυσσώρευσης" διοχετεύοντας το παραγωγικό του πλεόνασμα και αποσπώντας ταυτόχρονα τόκους, τόσο διογκωνόταν η παρασιτική μεσαία τάξη, τόσο ανέβαινε το εσωτερικό κόστος παραγωγής, τόσο απονομιμοποιείτο κοινωνικά η χειρωνακτική εργασία κτλ. Προκειμένου να  αντιμετωπίσει το ευρωπαϊκό, κύρια, χρηματιστικό κεφάλαιο την αναπόφευκτη ύφεση στη μορφή της "κρίσης υποκατανάλωσης" υιοθέτησε ως κύρια στρατηγική του το δανεισμό με σκοπό τη διοχέτευση των πλεονασμάτων του. Η Ελλάδα όπως και οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες προσέλαβαν σταδιακά τη μορφή "αποικιών χρέους" εξυπηρετώντας κατά αυτόν το τρόπο τις επιδιώξεις των κεφαλαιοκρατών. Η προ πενταετίας ταυτόχρονη (Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία) εκδήλωση της  κρίσης χρέους, έθεσε και τα περιοριστικά όρια δράσης του χρηματιστικού κεφαλαίου εντός Ευρώπης. Στερούμενες το αξιόχρεο έπαυαν να χρησιμεύουν ως καταναλωτές, αναγκάζοντας το να στραφεί σε νέες αγορές (Κίνα, Ινδοκίνα, Αφρική κ.α.) αφήνοντας πίσω του συντρίμμια. Τα υπερχρεωμένα κράτη προκειμένου να ανταποκριθούν στις δανειακές τους υποχρεώσεις εξαναγκάστηκαν να προχωρήσουν τόσο σε άμεσες περικοπές  κοινωνικών παροχών όσο και σε κάτι κατά πολύ σημαντικότερο: στη συμπίεση του κόστους αναπαραγωγής, συντήρησης και απαξίας της εργατικής δύναμης. Η οικονομική αποδόμηση του ευρωπαϊκού οικονομικού μοντέλου, όπως μεταπολεμικά γνωρίσαμε πλήρης, με επακόλουθό της τη διάρρηξη του κοινωνικού ιστού. Η αναγκαιότητα μιας νέας κοινωνικής ισορροπίας περνάει μέσα από βίαιες κοινωνικές μεταβολές οι οποίες και θα επανακαθορίσουν τις νέες παραγωγικές δομές. Ειδικά στη χώρα μας η λουμπενοποίηση μεγάλης μερίδας της μικροαστικής τάξης προσδίδει νέα  χαρακτηριστικά στο κοινωνικό σχηματισμό. 



Λόγω της χαμηλής δυνατότητας περαιτέρω συμπίεσης του κόστους παραγωγής η οποία και αποτυπώνεται στη πολύ χαμηλή οριακή αποδοτικότητα του κεφαλαίου οι μεν παραγωγικές ιδιωτικές επενδύσεις παραμένουν "όνειρο θερινής νυκτός" ενώ το κράτος αδυνατεί να τις αντικαταστήσει με ανάλογες δημόσιου χαρακτήρα. Αποτέλεσμα των ανωτέρω θα είναι μια εντεινόμενη απαξία του ήδη επενδεδυμένου κεφαλαίου τόσο σε πάγια όσο και σε εργατικό δυναμικό. Πρόκειται επομένως για μια νέα μορφή οικονομικής ύφεσης η οποία χαρακτηρίζεται από τη βίαιη καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων όχι λόγω της υπερεπάρκειάς  τους, αλλά λόγω της εγγενούς αδυναμίας του συγκεκριμένου οικονομικού μοντέλου να επανεκκινήσει τη παραγωγική διαδικασία. Η αντανάκλαση της ύφεσης σε κοινωνικό επίπεδο είδαμε ότι χαρακτηρίζετε από τη ραγδαία λουμπενοποίηση τμημάτων της μικροαστικής τάξης. Κάθε κοινωνική μεταβολή συνοδεύεται από ανάλογη ιδεολογική αντίστιξη. Η εξαθλίωση γέννησε ήδη τις πρώτες μορφές ιδεολογικής έκφρασης που εν πολλοίς σχηματοποιήθηκαν, έστω και περιστασιακά, στην απόρριψη του "πολιτικού". Το αστικό κράτος κατόρθωνε μέχρι τώρα, μέσω των πολιτικών κομμάτων - διαμεσολαβητών του, να αποσπά τη λαϊκή συναίνεση στη βάση εφαρμογής μιας ιδιαίτερης εκδοχής του Κεϋνσιανού μοντέλου. Η αδυναμία του να αναπαράγει την αστική κυριαρχία σε αυτή τη λειτουργική μορφή, εκφράζεται κύρια με τη χρήση ιδεολογικής καταστολής που στόχο έχει να απονομιμοποιήσει ηθικά κάθε διαφαινόμενο εθνικό προσανατολισμό, εντάσσοντας τον στο πλαίσιο του μεταπολεμικά "δαιμονοποιημένου" Φασισμού. 

Η παρασιτική ελληνική  αστική τάξη επειδή ακριβώς είναι ανίκανη να λειτουργήσει επιτευγματικά - όπως η αντίστοιχη γερμανική των αρχών του 20ου αι. - αρκείται στο ρόλο του "ατζέντη - χωροφύλακα" του δανειστών, αποποιούμενη των εθνικών της χαρακτηριστικών. Ο ρόλος της πλέον κάθε άλλο παρά ηγεμονικός είναι, αφού η ικανότητά της να οργανώσει τη ταξική της κυριαρχία βασίζεται σε μορφές "αρνητικής" έγκλισης με στόχο να αποσπάσει τη συναίνεση, αποκλειστικά και μόνο, διά της ενστάλαξης φόβου. Η ανυπαρξία αστικού ηγεμονικού λόγου πέραν της ανατροφοδότησης της κρίσης εκπροσώπησης, απονομιμοποίησε το δίπολο "εθνικό - αντεθνικό" επί του οποίου άρθρωνε καθόλη τη μεταπολεμική περίοδο τη κυριαρχία της. Η αδυναμία στοίχισης του εθνικού με το ευρωπαϊκό προφανής, προφανεστέρα δε η απαξία των εξαθλιωμένων στη τοκογλυφική Ευρώπη που θεωρούν υπεύθυνη των δεινών τους. Η στροφή τους προς τη κατεύθυνση της "φυσικής ροπής" έχει ήδη αρχίσει να συντελείται, κάτι που γεμίζει τρόμο τους Ευρωπαίους εκπροσώπους του Σιωνισμού. Το ζήτημα είναι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που θα προσλάβει, αν δηλαδή θα κινηθεί σε τροχιά αντίστοιχη με αυτή του Γερμανικού Εθνικισμού ή θα εξαντληθεί στα πλαίσια μιας στείρας ακροδεξιάς κατεύθυνσης, τύπου Χρυσής Αυγής. Πιθανότερη θεωρώ τη δεύτερη εκδοχή  λόγω:

1. Της ιδιαίτερης συνάρθρωσης των ιδεολογικών σημαντικών οι οποίες καθόρισαν τη μορφή της μεταπολεμικής Ελληνικής λαϊκής ιδεολογίας.

2. Του παρασιτικού χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού ο οποίος και επικαθόρισε την αντίστοιχη κοινωνική στάση των κυριαρχούμενων.

3. Την κατασυκοφάντηση του Εθνικοσοσιαλισμού τόσο ως θεωρητικό σύστημα, όσο και ως ιδεολογία μαζών.

4. Την στάση όλων των αριστερών κομμάτων - υποτιθέμενων σοσιαλιστικών φορέων, τα οποία με τη πολιτική τους πρακτική νομιμοποίησαν ιδεολογικά το αστικό κράτος αποδεχόμενα τη δυνατότητα εσωτερικής του κάθαρσης και επαναλειτουργίας, αντί της Εθνικοσοσιαλιστικής πρότασης περί άμεσης καταστροφής του.

5. Της ανυπαρξίας Ελληνικού «Μαύρου Μετώπου», το οποίο θα αποτελούσε "θέσει" επιλογή για κάθε σοσιαλιστή ριζοσπάστη, για κάθε τίμιο Έλληνα.

Ελπίζω να διαψευστώ.


1 σχόλιο:

  1. Ανώνυμος9/7/15 10:39 π.μ.

    Πολύ καλή ανάλυση! Το περιεχόμενο που αναφέρεται στην εξέλιξη της οικονομικής κατάστασης στην Ελλάδα είναι εξαιρετικό και αξίζει ακόμη περισσότερο αφού παρόμοια κείμενα λείπουν δραματικά από τα ιστολόγια και όχι μόνο του χώρου των εθνικοσοσιαλιστών. Και εις άλλα λοιπόν. ΑΚ

    ΑπάντησηΔιαγραφή