Με δεδομένο ότι το άρθρο για τον Φασισμό τον Castroκαι
την Κούβα(σύνδεσμος εδώ) προκάλεσε το έντονο ενδιαφέρον εκ μέρους των συναγωνιστών,
φίλων αλλά και ... εχθρών αξίζει να προβληθεί μια ακόμη άγνωστη παράμετρος σε σχέση με
το κίνημα της 26ης Ιουλίου 1953.
Σύμφωνα με πληροφορίες τις οποίες
μας επιβεβαίωσε και ο παλαίμαχος Εθνικοσοσιαλιστής Άρης Αρίων ...
(ο οποίος υπήρξε πρώην στέλεχος της «Χρυσής
Αυγής» και υπεύθυνος ιδεολογίας για μικρό χρονικό διάστημα, μέλος της συντακτικής ομάδας του αιρετικού περιοδικού της Εθνικιστικής Αριστεράς «Αντίδοτο», εκδότης δυο σπάνιων βιβλίων τα οποία μπορείτε να κατεβάσετε σε .pdf, σύμβουλος της Ουκρανικής «Τριτοθεσίτικης» ένοπλης πολιτοφυλακής «Azov» - κάποιοι εκ των εθελοντών της επίλεκτης
μονάδας έχουν σε παράλληλη εκτίμηση τόσο τον StepanBandera αλλά και τον Nestor Makhno ως τα δύο κορυφαία ένοπλα σύμβολα της Ουκρανικής ελευθερίας και της εθνικής αντίστασης ενώ κρυφό παραμένει στους κόλπους των αντιφασιστών το γεγονός ότι στο πρόσφατο πολεμικό μέτωπο
ενάντια στους μισθοφόρους Τσετσένους και λοιπούς εισβολείς της Μόσχας συμμετείχαν και αναρχικές ομάδες μάχης - προσωπικός
φίλος του εθνικού γραμματέα Andriy Biletsky καθώς εδώ και χρόνια υποστηρικτής και αρθρογράφος της συντακτικής ομάδας του «Μαύρου Κρίνου» τα άρθρα του
οποίου μπορείτε να βρείτε στην σχετική ετικέτα) οι πρωτοπόροι της Κουβανικής
Επανάστασης FidelCastro
(ο οποίος είχε ίνδαλμα και έμπνευση τον κορυφαίο στο αντάρτικο Στρατηγό Γεώργιο Γρίβα της θρυλικής ΕΟΚΑ και τον Φασιστή JoseAntonioPrimodeRiveraτης
«Φάλαγγας» ενώ κουβαλούσε πάντα μαζί του τα «Άπαντα» του τελευταίου όταν ήταν
στο αντάρτικο) και ο CheGuevara(είχε
επικοινωνία και εκτιμούσε βαθύτατα τον Εθνικιστή Συνταγματάρχη JuanPeron, θεωρητικό της φασιστικής δικτατορίας του προλεταριάτου από τον οποίο είχε λάβει όπλα και χρήματα, ιδεολογικά είχε επηρεαστεί εκτός από τον μαρξισμό και από τον «Περονισμό»
ενώ συνεργάτης του Peron
υπήρξε οNorberto Ceresoleμετέπειτα
κορυφαίος σύμβουλος του εθνικoαριστερού
Συνταγματάρχη των ειδικών δυνάμεων HugoChavez της Βενεζουέλας)
... είχαν επαφές και συνεργασία και με τους Ουκρανούς
Εθνικιστές (Μπαντεριστές).
Ουκρανοί Εθνικιστές με σύμβολα του κινήματος τους αλλά και με την σημαία του Μαχνό ο οποίος ήταν οργανωτής του διάσημου Μαύρου Στρατού και κατηγορούμενος από κάποιους για την ανηλεή πολεμική του απέναντι στους γνωστούς διεθνείς τοκογλύφους. Πολλοί Εθνικιστές και Φασίστες της Ουκρανίας τον θεωρούν ήρωα για την λυσσαλέα αντίσταση του απέναντι στους εισβολείς της Μόσχας ...
Ανάμεσα στο αυτοκόλλητο του Χάους και το κράνος ένα όπλο με σφαίρες, η διάσημη Ουκρανική Εθνικιστική Τρίαινα και το σύμβολο του Μαχνοβτσίνα (κίνημα του Μαχνό) ...
Η μεταπολεμική «φαιοκόκκινη» συνεργασία (βασικός πρωτεργάτης της οποίας ήταν και ο OttoStrasser) δεν
ήταν όμως κάτι το πρωτόγνωρο για την Κουβανική ηγεσία. Είχε προηγηθεί η επαφή
με τον Τριτοθεσίτη νεοφασίστα διανοητή αναθεωρητή και συγγραφέα FrancisParker Yockey που δολοφονήθηκε από τις μυστικές υπηρεσίες του παρακράτους των ΗΠΑ ενώ
ακολούθησε η συνεννόηση και με τον παλαίμαχο πολεμιστή και ακτιβιστή JeanThiriart. Ο ίδιος ο Castroγια
τους Ουκρανούς είχε πει χαρακτηριστικά: «Εάν δεν ήταν αυτοί εδώ (οι
υποστηρικτές του StepanBandera) δεν
θα είχαμε ποτέ προωθηθεί στα προάστια του Santiago».
Το σχέδιο της κατάληψης της
πόλης της SantaClaraτέθηκε
με λεπτομέρειες στο κεντρικό αρχηγείο της Ουκρανικής OUN-B ...
(μέλη των Ουκρανών Φασιστών και Εθνικιστών είχαν δολοφονηθεί από την Γκεστάπο ή φυλακιστεί και απομονωθεί ενώ κορυφαίοι ηγέτες τους είχαν σταλεί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης εξαιτίας μιας μερίδας του Χιτλερικού
καθεστώτος που αντιδρούσε στα δίκαια σχέδια τους για μια ανεξάρτητη Ουκρανία. Όμως λίγο
πριν το τέλος του πολέμου σημαντικός αριθμός κρατουμένων από όλες τις κινηματικές φράξιες απελευθερώθηκαν και με την αρωγή της πτέρυγας των σλαβόφιλων αξιωματικών των κομματικών Waffen - SS εξοπλίστηκαν και αναχώρησαν εσπευσμένα για το ανατολικό μέτωπο παρά τις ριζικές διαφωνίες και τραγωδίες που είχαν προηγηθεί. Στήριξαν
τον Άξονα απέναντι στην ταχύτατη προώθηση των Σοβιετικών ενώ μετά την ήττα επάνδρωσαν το άγνωστο αλλά κορυφαίο αντάρτικο της Ευρώπης αυτό των «Παιδιών του Δάσους» το οποίο χτυπούσε κατοχικούς στόχους των Σοβιετικών και των ντόπιων συνεργατών τους μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του ‘70)
... και
εκτελέστηκε λαμπρά από τον Γκεβάρα.
Τα περαιτέρω σχέδια των Κουβανών ηγετών
ήταν να μεταφέρουν το αρχηγείο της Ουκρανικής αντιστασιακής οργάνωσης στην Αβάνα, σχέδιο που
ναυάγησε από την διαρροή πληροφοριών του RaulCastroπρος
την Μόσχα αφού ο ίδιος επιδίωκε την πλήρη υποταγή στον Σοβιετικό παράγοντα. Μετά από
αυτή την εξέλιξη ο Χρουστσόφ διέταξε την δολοφονία του Ουκρανού αντιστασιακού
εμιγκρέ που ζούσε μυστικά στο Μόναχο ενώ όπως είχε πει στον επικεφαλή της KGBAleksandr
Shelepin: «Αν δεν τον ξεφορτωθούμε αύριο η Αβάνα θα είναι Μπλε και Κίτρινη». Κάποιοι
υποστηρίζουν ότι ένας από τους λόγους της γνωστής διαφωνίας του Γκεβάρα με τον Κάστρο
ήταν και ο ρόλος του αδερφού του Comandanteστην
δολοφονία του Ουκρανού Bandera.
Ο
Castroπάντα
είχε σε εκτίμηση τους Ουκρανούς τους οποίους ξεχώριζε από τους πανούργους Ρώσους και μια
απόδειξη για αυτό ήταν το γεγονός ότι μετά την τραγωδία του Chernobyl (για την οποία το ΚΚΕ κράτησε την γνωστή στάση) χιλιάδες παιδιά Ουκρανικής καταγωγής έλαβαν ιατρική περίθαλψη στην Κούβα της οποίας το
υγειονομικό σύστημα βρίσκεται σε υψηλό επίπεδο για τα δεδομένα της χώρας της Καραϊβικής παρά το πολυετές εμπάργκο των
Αμερικανοσιωνιστών από το 1961.
«Ο Fidel Castro ήταν ένα ιστορικό σύμβολο που η ζωή του υπήρξε φάρος για τους επαναστάτες όλου του κόσμου»
SayyedAmmarAl-Moussawiυπεύθυνος
εξωτερικών υποθέσεων της Hezbollah27.11.2016
Zero Schizo
- Δημοσιεύτηκε την 31η Δεκεμβρίου 2019 εδώ και εδώ
Γράφτηκε
από τον Francisco de Lizardi, Μεξικάνο Φασιστή και τον Peter Sandinista,
Φασιστή της Νικαράγουας.
Μετάφραση και
επεξεργασία κειμένου για τον «Μαύρο Κρίνο»: Τίτος
Ισπανοί νεοφασίστες με το Σοβιετικό πλοίο Leonid Sobinov ταξιδεύουν στην Κούβα (1978) ...
Λαμβάνοντας
υπόψη τις ιστορικές οργανώσεις όπως την Επαναστατική Εθνική Συνδικαλιστική
Λεγεώνα, την Εθνική Εργατική Επιτροπή, την Εθνικοσυνδικαλιστική Εργατική
Νεολαία, το Κουβανικό Εθνικό Φασιστικό Κόμμα ή την ίδια την Κουβανέζικη Φάλαγγα·
το πλούσιο νησί της Κούβας είχε ήδη τις
πρώτες επαφές του με αυτό που θα γινόταν γνωστό ως η πολιτική «Τρίτη Θέση».
Με τους
πρώτους οπαδούς του να παρουσιάζονται με γκρίζα πουκάμισα και να συντονίζονται
με τον ρυθμό του ηγέτη τους JesusMarines, ο
οποίος παρουσίασε με υπερηφάνεια την διαχείριση ενός οργανικού Φασισμού ο
οποίος φάνηκε να βρήκε τη μοναδική δυνατότητα να μεταφέρει αυτό το δόγμα στον Κουβανικό
λαό, στους μοντέρνους δρόμους της Νέας Αβάνας του 1938 και στους αγροτικούς
κάμπους του επαρχιακού τοπίου. Τέτοια ήταν η πρωτοβουλία που θα ερχόταν να
σφυρηλατήσει τους πρώτους καμβάδες του επαναστατικού πνεύματος, ενός κινήματος
που προέκυπτε από την πρώιμη καταιγίδα ως ένας αγνός ταυτοτιστικός Εθνικισμός του Λαϊκού χαρακτήρα.
Υπάρχουν τρεις γενικές ρίζες για την εμφάνιση της «Τρίτης Θέσης» στη Λατινική
Αμερική. H«πέμπτη φάλαγγα» που
κοιτούσε να παρέχει υποστήριξη για τις δυνάμεις του Άξονα κατά τη διάρκεια της
σύγκρουσης, την άγνωστη επομένως διαχείριση του όρου υπέρ ενός ποικίλου σκοπού
και την αυθεντική συμπτωματική ανάγκη μιας εναλλακτικής πάνω στις ήδη
κουραστικές παραδοσιακές πολιτικές. Ήταν όντως η περίπτωση της Κούβας, μια
σχεδόν αποκλειστική περίπτωση σε σύγκριση με την ηπειρωτική προσέγγιση. Το
ακόλουθο κείμενο ξεθάβει μια χαμένη έννοια που περιστρέφεται γύρω από το
φάντασμα ενός νέου θέματος, το οποίο εκθέτω σε μια συνεργατική εργασία με τον
Sandinista, Peter.
Ο Φασισμός
του Κάστρο
Η
πρωτοβάθμια μόρφωση του Κάστρο διαδραματίζει έναν θεμελιώδη ρόλο ως προηγούμενο
στη ζωή και το έργο του μέχρι και για τα επαναστατικά του ιδανικά. Ο Φιντέλ
φοίτησε στο Σχολείο του Belen,
έχοντας ως δάσκαλο και επόπτη τον Ισπανό Ιησουίτη Jesuit Armando Llorente S.J μια
φιγούρα κοντά στον τον Φιντέλ, όπως είχε ο ίδιος επιβεβαιώσει. Ο Armando επιβεβαίωσε σε μια από τις πιο
πρόσφατες συνεντεύξεις του στην πόλη του Μαϊάμι ότι ο Κάστρο είχε μεγάλο
ενδιαφέρον για τους Φασίστες ηγέτες, επισημαίνοντας τουςΜουσολίνι, Χίτλερ και
Χοσέ Αντόνιο Πρίμο ντε Ρίβερα. Αυτό το ενδιαφέρον δεν ήταν αποκλειστικό,
δεδομένου ότι το περιβάλλον του ονομαστού σχολείου είχε προσθέσει την προώθηση
του Φαλαγγιτικού δόγματος. Με τα λόγια του Llorente: «Τραγουδούσε το Cara Al
Sol είκοσι χιλιάδες φορές και με το χέρι του υψωμένο.»
Χρόνια
αργότερα, όταν ο Κάστρο επισκέφθηκε την Sierra Maestra με τον Llorente τον
Δεκέμβριο του 1958, ρωτήθηκε για τη συμμετοχή του σε επαναστατικά κινήματα
φαινομενικά σοσιαλιστικής περικοπής, στο οποία απάντησε με χιούμορ:
«Πατέρα,
από πού υποτίθεται ότι θα συμφωνούσα προς τον Κομμουνισμό αν ο πατέρας μου
είναι περισσότερο Φρανκιστής και από σένα;», ο πατέρας του Κάστρο, ο AngelCastro, ήταν μέλος του τμήματος Καραϊβικής
της «Εθνικής Ισπανικής Επιτροπής». Παρά το γεγονός ότι το δεδομένο θέμα δεν
αναφέρθηκε ποτέ στη βιογραφία του, ο Κάστρο δεν αρνήθηκε τα γεγονότα που
επισήμαναν και έδωσαν οι δημοσιογράφοι Frei Betto και Ignacio Ramonet.
Από την
άλλη πλευρά, το έργο που γράφτηκε από τον Κάστρο επιβεβαιώνει έμμεσα τα
γεγονότα, δεδομένου ότι αναφέρει ένα συνεχές ενδιαφέρον για τα ιστορικά
γεγονότα του περασμένου αιώνα. Κατά την παραμονή του στη Σχολή του Belen και
σχετικά με τους Ιησουίτες, ο Fidel ανέφερε:
«Εκείνη την
εποχή, οι Ισπανοί δάσκαλοι του σχολείου μου, στο Σαντιάγο, μιλούσαν για αυτόν
τον πόλεμο. Από πολιτική άποψη, ήταν Εθνικιστές, για να το πω πιο καθαρά ότι
ήταν Φρανκιστές, όλοι χωρίς εξαίρεση.»
«Ξέρουν πως να διαμορφώνουν τον χαρακτήρα των μαθητών (…) Ο Ισπανός Ιησουίτης ξέρει πώς να
ενσταλάξει μια μεγάλη αίσθηση προσωπικής αξιοπρέπειας, την αίσθηση της
προσωπικής τιμής, ξέρει να εκτιμά τον χαρακτήρα, την ειλικρίνεια, την ορθότητα,
το θάρρος του ατόμου, την ικανότητα υπομονής μιας θυσίας (…). Και πιστεύω ότι η
ιδιοσυγκρασία μου, η οποία εν μέρει είναι από τη γέννηση, σφυρηλατήθηκε επίσης
εκεί με τους Ιησουίτες ».
Τέλος, ο
Llorente πρόσθεσε:
«Σπούδασε
και διάβασε πολλά, με ιδιαίτερη προτίμηση για τους Ισπανούς κονκισταδόρες και
γραπτά των ηγετών του Εθνικοσοσιαλισμού και του Φασισμού, όπως ο Χίτλερ, ο
Μουσολίνι και ο Χοσέ Αντόνιο Πρίμο ντε Ρίβερα.»
Σύμφωνα με
τις διευκρινίσεις του Jose Ignacio Rasco, στενού φίλου του Fidel κατά τη
διάρκεια των χρόνων του στη Σχολή του Belen και στο Πανεπιστήμιο της La Habana,
κατά την άφιξη του στη Νομική Σχολή, ο Castro γνωρίζει μέσα από την καρδιά του
το βιβλίο «Ο Αγών Μου»(σ.μ. το Mein Kampf του Αδόλφου Χίτλερ). Δεδομένου επίσης ότι συνήθιζε να
χρησιμοποιεί αποσπάσματα των ομιλιών του Μουσολίνι, του Χίτλερ και του Πρίμο
ντε Ρίβερα στη λογοτεχνική του ρητορική. Επισημαίνεται ότι από τον Jose Antonio
Primo de Rivera, ο Fidel είχε πολλά άρθρα και δοκίμια του στην εμβληματική Διοίκηση
της Sierra Maestra, από τον οποίο είχε και τα «Άπαντα» του πάντα στο σακίδιο
πλάτης του.
Επιβεβαιώνεται
επίσης ότι οι Ταξιαρχίες Ταχείας Ανταπόκρισης (BRP)(σ.μ. πολιτοφυλακές εργατών
και επιτροπών κατοίκων γειτονιάς που στήριξαν την Κουβανική επανάσταση και μέσα από τις τάξεις τους προήλθαν οι μάχιμοι σχηματισμοί που πολέμησαν στην Αφρική αλλά και ενάντια στο κράτος του Ισραήλ) σχηματίστηκαν από τον Κάστρο και φορούσαν
τα ίδια μπλε πουκάμισα της Φάλαγγας, εμπνευσμένα άμεσα από τις ήδη κλασικές "Μπριγκάντες" παραστρατιωτικών πολιτοφυλακών των πρώτων Tριτοθεσίτικων κινημάτων. Ταυτόχρονα,
είναι γνωστό ότι η σημαία της Φάλαγγας χρησιμοποιήθηκε ως πρότυπο για την δημιουργία της σημαίας του Κινήματος της 26ης Ιουλίου (M-26-7).
Η Φαλαγγίτικη αντίληψη
Η Ισπανία
είχε γίνει θύλακας όπως κανένας άλλος μετά τον Β 'Παγκόσμιο Πόλεμο, αν και περιγράφουμε
τα Φρανκικά ελαττώματα, αλλά είναι επίσης αδύνατο να αγνοήσουμε την σαφή
λειτουργία που το καθεστώς πήρε ως τόπος εξορίας για μορφές όπως ο LeonDegrelle, ο AntePavelic ή ο HoriaSima , σημείο αιχμής τόσο για βετεράνους
όσο και για νεοφασίστες που ήθελαν να αναστήσουν την εμπειρία ενός υποτιθέμενου
Φασισμού στην εξουσία.
Στο
εσωτερικό της, μεγάλωσε μια τεράστια νεανική αντισυμβατικότητα, προϊόν της μη
εκπλήρωσης συγκεκριμένων πολιτικών από το καθεστώς που επιδίωξε να θάψει τον
αυθεντικό πυρήνα του δόγματος που ισχυριζόταν ότι φιλοξενούσε, μια ποιοτική
ομάδα νέων σήκωναν τα χέρια τους ψηλά σε χαιρετισμό, αλλά ποτέ σε χαιρετισμό
προς τον Φράνκο. Αυτή η νεολαία ήταν εκείνη που εκτίμησε τις πιο ριζοσπαστικές
πινελιές της επαναστατικής πτυχής της Κούβας, δεδομένου ότι η εν λόγω
επαναστατική φράξια έδειξε μια στρατηγική αντίθεση εναντίον των Ηνωμένων
Πολιτειών και εκείνου που εκπροσωπούσε - τον οικονομικό ιμπεριαλισμό - και
επίσης ότι το 1960, δεν θα ήταν δυνατό να προσδιοριστεί η μελλοντική εγγύτητα
που θα μπορούσε να επιτευχθεί με το Σοβιετικό Μπλοκ.
Έκδοση της τοπικής οργάνωσης Καλαμάτας της "Χρυσής Αυγής" - 07/2001 - η οποία κυκλοφόρησε συνολικά τέσσερα τεύχη
Αυτό εξηγεί
την συμπάθεια στις δηλώσεις υπέρ του αντι-αποικιακού αγώνα για λογαριασμό του
φοιτητικού σώματος του καθεστώτος, του Ισπανικού Πανεπιστημιακού Συνδικάτου
(SUE), τονίζοντας τον Κουβανικό επαναστατικό αγώνα ως μάχη για την απελευθέρωση
της Αλγερίας επίσης. Ο MartinVilla, τότε
Εθνικός Αρχηγός του SUE, ήρθε να συγκρίνει τους Λατινοαμερικανούς αντάρτες με
τους πρώτους μαχητές του Φαλαγγιτικού κινήματος. Οι ευρωπαϊκές συμπάθειες για
την Κουβανική επανάσταση και τους συμμετέχοντες ήταν αποκλειστικές από τους
Φασίστες, γιατί για τους Κομμουνιστές αντιπροσώπευε τα πάντα εκτός από τον
προοδευτικό διεθνισμό τον οποίο υποστήριζαν.
Σε ένα
τέτοιο πολιτιστικό πλαίσιο, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ο Ερνέστο
Γκεβάρα έλαβε τόσο εξαιρετική υποδοχή κατά την σύντομη στάση του στη Μαδρίτη το
1959 με σκοπό να επισκεφτεί άλλα έθνη της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής, με μόνη προϋπόθεση να μην συναντηθεί με την αντιπολίτευση (σ.μ. πλουραλιστική στην δομή της αλλά άκρως αντιφασιστική στο σύνολο της) του καθεστώτος.
Προσγειώθηκε στην πρωτεύουσα στις 13 Ιουλίου της ίδιας χρονιάς, καθώς θα
πετούσε την επόμενη μέρα, συναντώντας τον δημοσιογράφο Antonio Dominguez Olano και έναν νεαρό άντρα στο ίδιο επάγγελμα,
τον Cesar Lucas. Ήταν σε αυτήν την περίπτωση στην οποία ο Olano έδωσε στον Γκεβάρα ένα αντίγραφο
των «Επιλεγμένων Έργων» του Φαλαγγίτη διανοούμενου Χοσέ Αντόνιο Πρίμο ντε Ρίβερα,
αντίγραφο τόσο αφιερωμένο σε αυτόν όσο και στον Φιντέλ, το οποίο βρίσκεται
σήμερα στο μουσείο που ιδρύθηκε στο σπίτι του Τσε στην πόλη της Αβάνας.
Η δεύτερη
επίσκεψη του θα γίνει στις 28 Αυγούστου, μετά από ένα ταξίδι στη Ρώμη που θα
συνεχίσει μετά από μια σύντομη εμφάνιση στο Μαρόκο για να επιστρέψει αργότερα
στη νέα πατρίδα του στις 8 Σεπτεμβρίου λόγω τεχνικών ζητημάτων με τη μεταφορά
του. Ήταν κατά τη διάρκεια αυτής της επίσκεψης που θα περνούσε τις νύχτες του
στο Hotel Suecia (Ξενοδοχείο Σουηδία) ως φιλοξενούμενος επισκέπτης από το «Εθνικό Κίνημα» (Movimiento Nacional) - που τώρα δυσφημείται από εκείνους που ήταν στην
υπηρεσία του Φρανκικού καθεστώτος - καθώς και από τις νεοσυσταθείσες σχέσεις
μεταξύ του Εθνικού Σοσιαλισμού και του Ριζοσπαστικού Συνδικαλισμού που θα οδηγούσε
σε μια πιθανή συμμαχία με τη Σοβιετική Ένωση, όπως επεσήμανε ο περιθωριοποιημένος
Blas Piñar.
Ωστόσο, οι
ευνοϊκές αναφορές σχετικά με την επιτυχία της Κούβας ήταν σε επικαιρότητα τα
επόμενα χρόνια για λογαριασμό των καθεστωτικών μέσων ενημέρωσης, όπως συνέβη με
την εφημερίδα «Diario SP», που ήταν η τακτική Φαλαγγίτικη ανεξάρτητη από το
καθεστώς και η πιο δημοφιλής του έθνους. Ένας από τους συγγραφείς του, ο Jose
Miguel Orti Bordas, ο οποίος ήταν ο Εθνικός Αρχηγός του SUE κατά την περίοδο
1964-1965 και στη συνέχεια Αντιπρόεδρος του Εθνικού Κινήματος το 1969-1971,
σκέφτηκε και πρότεινε να δημιουργήσουν σχέσεις με την Κούβα ως μιας επανάστασης
που δεν ήταν του αριστερού και δεξιού διαχωρισμού.
Μετά το
θάνατο του Φράνκο, μια αντιπροσωπεία της Ισπανικής Αυθεντικής Φάλαγγας (FEA) θα
έστελνε στο XI Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας και Φοιτητών του 1978 μια φοιτητική
αντιπροσωπεία απαρτιζόμενη από τον Salazar και Gustavo Morales. Κατά την διάρκεια
της απουσίας των οργανώσεων νέων και για την διαθεσιμότητα του ταξιδιού,
προστέθηκαν τρεις μαχητές από τη Βαρκελώνη.
Η επιβίβαση
των απεσταλμένων αντιπροσώπων στο Σοβιετικό κρουαζιερόπλοιο Leonid Sobinov
συμφωνήθηκε να γίνει από το κεντρικό λιμάνι της Λισαβόνας (πρωτεύουσα της
Πορτογαλίας) για την εξοικονόμηση χρόνου της καθιερωμένης απευθείας θαλάσσιας
γραμμής μεταξύ Ισπανίας και Κούβας. Στη Λισαβόνα, ο Φαλαγγίτης σχεδιαστής
Javier Gonzalez Alberdi από την Murcia μπαίνει ως λαθρεπιβάτης, οοποίος θα ανακαλυφθεί από την καθημερινή
καταμέτρηση πρωινού για το οποίο υπήρχε ζήτηση για κατανάλωση τριακόσιων ανδρών,
αυξάνοντας τις υποψίες των Σοβιετικών ναυτικών λόγω της κλοπής ενός πρωινού
καθημερινά.
Φορούσαν στολές
με το Μπλε Πουκάμισο και το σύμβολο της Φάλαγγας στο στήθος, τραγουδώντας το
εμβληματικό «Cara al Sol» και σηκώνοντας το αριστερό τους χέρι σε ένα υβρίδιο
Ρωμαϊκού και κομμουνιστικού χαιρετισμού. Ο νεαρός ηγέτης τους, ο Gustavo
Morales, ο οποίος ήταν μόλις 19 ετών, μας λέει για τη συνάντησή του με τον
Fidel στην επόμενη παράγραφο:
«Ο Comandante (σ.μ. ο FidelCastro) ήρθε για
να μας χαιρετήσει και στάθηκε έκπληκτος βλέποντας μισή ντουζίνα με μπλε
πουκάμισα. Τον χαιρέτησα με το χέρι μου ψηλά και άπλωσε το χέρι του εγκάρδια:
«Ξέρω τι είσαι».
Ο Φιντέλ Κάστρο είχε ήδη εξοικειωθεί με την Φαλαγγίτικη
αισθητική και το δόγμα, ακόμη και όντας οπαδός του ιδεώδους της από την πιο
πρώιμη νιότη του υπό την καθοδήγηση του Ισπανού Ιησουίτη Armando Llorente. Σε αυτό το
ίδιο ταξίδι ήρθαν εβδομήντα μαχητές του PSOE (Ισπανικό Σοσιαλιστικό Εργατικό
Κόμμα) και του PCE (Ισπανικό Κομμουνιστικό Κόμμα) μαζί με πολλές άλλες
οργανώσεις, καθώς η πρόσκληση ήταν ανοιχτή σε συμπαθούντες πέραν από τον ήδη
κατακερματισμένο κόσμο της αριστεράς.
Ευρωπαϊκός νεοφασισμός
και ο Τσε
Η μορφή του
Ερνέστο Γκεβάρα επεκτάθηκε πάνω από την Ευρώπη σαν ένας μύθος. Με μεγάλο
μυστήριο και λόγω της απουσίας ενός εκτεταμένου φορμαλισμού, κατέληξε ελκυστικός για
μια Φασιστική νεολαία, η οποία βρέθηκε αναγεννημένη μπροστά στην εγκατάλειψη
της στο πολιτικό περιθώριο και η οποία φάνηκε επίσης να διαχωρίζεται από το
συντηρητικό μικρόβιο της ακροδεξιάς ανάσας που χαρακτήριζε δυστυχώς την «Τρίτη Θέση» μετά τον πόλεμο. Το πρώτο κίνημα έξω από την Κούβα που έθεσε τον Γκεβάρα ως «σύμβολο»
ήταν η «Νέα Ευρώπη», που ιδρύθηκε το 1962 από τον ιδεολόγο και συγγραφέα Jean
Thiriart. Εκτός του κοινού πλαισίου κάτω από την μεγάλη πλειοψηφία των Φασιστικών
ομάδων, η «Jeune Europe», αντίθετα με τις αδελφικές οργανώσεις της, θα
δημιουργούσε δεσμούς με ανυπάκουα έθνη στην σύγκρουση μεταξύ Δύσης και
Ανατολής. Αυτό συνέβη με την Συρία, την Κίνα, το Ιράκ, την Οργάνωση για την
Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (σ.μ. PLO),
την Γιουγκοσλαβία του Τίτο και πολλά άλλα.
Σύντομα, το
φάντασμα του Τσε θα έφτανε στα περιθώρια διαφορετικών ξένων τμημάτων της «Jeune
Europe», όπως συνέβη με το Ιταλικό τμήμα του κόμματος, έως ότου προχωρήσει σε
άμεση ανάλυση από τον ίδιο τον Thiriart. Είναι γεγονός ότι το Αντάρτικο των
Εστιών (Foquismo Guerrillero) του Thiriart που ομαδοποιήθηκε με τον λεγόμενο
Ευρωπαϊκό «Εθνικό-Κομμουνισμό» είχε περισσότερα κοινά από ότι διαφορές με τον
Αργεντινό επαναστάτη ηγέτη. Το 1961, το τμήμα της Φλωρεντίας του Ιταλικού
Σοσιαλιστικού Κινήματος MSI (η μεγαλύτερη πολιτική φατρία της «Τρίτης Θέσης»
μετά το θάνατο του Mussolini), υπεύθυνο για την υποδοχή της «Jeune Europe», θα
απέδιδε τιμές στην μορφή του Τσε. Άλλες θετικές αναφορές θα προέρχονταν από την Φασιστική εφημερίδα "L' Orologio" και την Εθνική Ομοσπονδία Μάχης της
«Ιταλικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας» (FNC-RSI), αντάρτικη και υπόγεια οργάνωση
που δραστηριοποιήθηκε κατά την περίοδο της μαύρης τρομοκρατίας.
Η γοητεία
για τις μορφές της Κουβανικής επανάστασης έφτασε επίσης και σε κάποιο θαυμασμό
για τον Φιντέλ, μέσα από τα λόγια του Ιταλού ιστορικού FrancoCardini, πρώην μαχητή του MSI και της «Νέας
Ευρώπης» και δηλωμένου Καστρικού:
«Με τον ένα
ή τον άλλο τρόπο όλοι τον αγαπούσαμε τον Φιντέλ. Μπορώ να καταθέσω εντελώς,
προσωπικά, γιατί τότε ήμουν αγόρι που έπαιζε στις τάξεις της Τρίτης Θέσης: και,
ενάντια στις συμβουλές των πατέρων και των αδελφών μας γιατους οποίους ήταν μόνο «κομμουνιστής», όλοι
εμείς ήμασταν τρελοί για αυτόν. Ήταν ένας άνδρας της πολιτικής που μεταφέρθηκε
στις διαστάσεις της γενναιοδωρίας και της περιπέτειας. Ήταν λίγο Robin Hood,
λίγο Garibaldi, λίγο χαρακτήρας από τα βιβλία των Conrad και Melville. Ήταν ο
αναζωογονητής της δικαιοσύνης και επιδιορθωτής των λαθών, κάποιος που έκλεβε
τους πλούσιους για να το δώσει στους φτωχούς».
Και είναι
αυτό που ο Φασιστής αγαπούσε περισσότερο, τον νεκρό επαναστάτη από τον ζωντανό
δικτάτορα. Μετά το θάνατο του Guevara στη Βολιβία, ο Ιταλός συνθέτης Pier
Francesco Pingitore συνέθεσε το τραγούδι «Addio Che», ενώ ο δημοσιογράφος
Adriano Bolzoni έγραψε το βιβλίο «El Che Guevara», ένα έργο που μετατράπηκε σε
ταινία σε σκηνοθεσία του Paul Heusch. Αυτή η γοητεία μέσα στους νεοφασιστικούς
κύκλους στα φοιτητικά κινήματα της ίδιας εποχής, θα επιβιώσει μέχρι και τα
«Χρόνια του Μολυβιού», φάση του Ψυχρού Πολέμου στην οποία πολλαπλοί παραστρατιωτικοί
οργανισμοί της «Τρίτης Θέσης» θα περάσουν σε κοινωνική και πολιτική εξέγερση
στην Ιταλία, ειδικά η ένοπλη ομάδα Terza Posizione, της οποίας ο ιδρυτής και ηγέτης
Gabriele Adinolfi έγραψε πολλά άρθρα στα οποία επαινούσε τον Τσε. (σ.μ. στο έβδομο τεύχος της "Ανάκτησης" που κυκλοφορείυπάρχει μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη του Ιταλού φιλέλληνα συναγωνιστή την οποία αξίζει να διαβάσετε).
Το Λατινομερικανικό
Φιούμε
Από την
τυραννία του Machado έως την επανάσταση του Castro.
Υπήρχαν πάντοτε σύνδεσμοι
μεταξύ του Ευρωπαϊκού Φασισμού μέσω του τοπικού αμερικανικού εθνικισμού, αν και
η Λατινική Αμερική είχε αστικοποιηθεί και απομονωθεί από την Ευρώπη, η Ευρώπη
θα ήταν πάντα στα μάτια της Λατινικής Αμερικής η μητέρα, όπως και η Λατινική Αμερική
στα μάτια της Ευρώπης θα είναι πάντα το παιδί. Σε περιόδους επανάστασης, με την
έκρηξη των κοινωνικών κινημάτων, καθοδηγούμενοι από ιδεολογίες που ανέτρεψαν
καθεστώτα που είχαν ηττηθεί από μόνα τους, έχοντας σκουριασμένες ιδεολογίες που
βρίσκονταν στην εποχή του χαλκού ενώ αυτό-εξιδανικεύονταν πως ήταν ακόμη στη
χρυσή εποχή τους. Ένα παράδειγμα αυτού θα ήταν η Κούβα, που σε περιόδους
επανάστασης, ήταν το Fiume της Λατινικής Αμερικής.
Δεδομένου
ότι η Φάλαγγα των JONS στην Ισπανία βρισκόταν στη μέση εμφυλίου πολέμου στην
Ισπανία, όπως εξηγεί στη διδακτορική διατριβή του ο Andres Virga με τίτλο
«Φασισμός και Εθνικισμός στην Κούβα»:
«Η περίοδος
του Ισπανικού εμφύλιου πολέμου ήταν το σημείο της άλγης της ξένης φασιστικής
επιρροής στην Κούβα, δεδομένης της επιρροής που ασκούσαν οι πλουσιότεροι τομείς
της ισπανικής αποικίας, οργανωμένη στην Ισπανική εθνικιστική επιτροπή, υπέρ της
εθνικιστικής φράξιας για να συγκεντρώσει χρήματα και να αποκτήσει διπλωματική
αναγνώριση. Με αυτό, και όχι χωρίς κάποιες αντιθέσεις, η υπηρεσία εξωτερικών
της «Ισπανικής Φάλαγγας» είχε ιδρύσει μια θυγατρική στην Κούβα, η οποία
λειτούργησε μεταξύ των Ισπανών μεταναστών, με ένα τμήμα Κοινωνικής Βοήθειας, το
οποίο συγκέντρωσε κεφάλαια για τη χρηματοδότηση βοηθητικών έργων για τους φτωχούς
Ισπανούς στην Κούβα και στην πατρίδα. Από την άλλη πλευρά, η Ιταλία και η
Γερμανία είχαν λιγότερη επιρροή, δεδομένου του μικρού μεγέθους των κοινοτήτων
τους.»
Αυτή η
διατριβή περιλαμβάνει ένα οριστικό χαρακτηριστικό της διαλεκτικής μεθόδου, που
είναι να συνοψίσουμε, να εξάγουμε και να ολοκληρώσουμε μια προκαταρκτική
υπόθεση με προκαταρκτικές ανακαλύψεις. Όπως εξηγεί, σύμφωνα με τον Virga:
«Στην
περίπτωση της ιστορίας, η πειραματική στιγμή συνίσταται στη συλλογή και ανάλυση
και των δύο πηγών πρωτογενών και δευτερευόντων. Ενώ η σημασία του πρώτου δεν
μπορεί να υποτιμηθεί, το δεύτερο ήταν πάντα σχεδόν εξίσου σημαντικό. Από τη μία
πλευρά, η δευτερογενής βιβλιογραφία παρέχει στους αναγνώστες μια θεμελιωμένη
ανακατασκευή των ιστορικών γεγονότων, από την άλλη πλευρά, αντιπροσωπεύει μια
στιγμή συζήτησης μεταξύ ακαδημαϊκών. Στην πραγματικότητα, η ίδια η ύπαρξη μιας
ιστορικής συζήτησης μας προειδοποιεί ενάντια στη θετική πεποίθηση ότι μόνο το
γεγονός έχει σημασία, δεδομένου ότι η ιστοριογραφία έχει δείξει ότι οι
υποκειμενικοί παράγοντες είναι σε δράση, τόσο όπως και στην προκαταρκτική
εκλογή σχετικών πηγών, όπως και στις κριτικές της.»
Ο Virga
επιβεβαιώνει στη συνέχεια ότι τα παραπάνω είναι αλήθεια, δεδομένου ότι το πρώτο
βήμα της επιστημονικής έρευνας, είναι ο ορισμός του προβλήματος που πρέπει να
λυθεί. Ότι, αντί να μειώνεται σε μια ερώτηση, αυτό μπορεί να επεκταθεί και να εμβαθύνει.
Έχοντας αναδρομικές προοπτικές απέναντι στην αρχική ερώτηση.
Το δεύτερο
βήμα θα ήταν να επανεκτιμηθεί και να εξεταστεί ποιες από όλες τις απαντήσεις
έχουν επιλεχθεί από την ακαδημαϊκή κοινότητα. Όπου μέσω της ιστορικής
φιλολογίας διαπιστώνεται τι είναι γνωστό και τι λείπει για την κατανόηση του
προβλήματος. Προκειμένου να επεκταθούν οι ιστορικές πηγές και οι μέθοδοι που
επιλέγονται να αιτιολογούνται με οργανωμένο τρόπο μπροστά στην ερώτηση.
Τέλος, το
τρίτο βήμα θα ήταν να βρούμε νέο ιστορικό υλικό για να συμπληρώσουμε το ήδη
ιστορικό υλικό που έχει ήδη παρουσιαστεί.
Η διατριβή
επαναλαμβάνει όσα ειπώθηκαν προηγουμένως προκειμένου να αναρωτηθεί για την
σύνδεση μεταξύ του Κουβανικού Εθνικισμού και του Ευρωπαϊκού Φασισμού. Και οι
ρόλοι τους στην Κουβανική επανάσταση μετά την κρίση του φιλελευθερισμού στη
Μεγάλη Ύφεση. Όταν η Λατινική Αμερική αμφισβητούσε τον Αμερικανικό παρεμβατισμό
και τον δυτικό φιλελευθερισμό. Όταν και οι Σοσιαλιστές και οι Εθνικιστές αποκήρυτταν το φιλελεύθερο καθεστώς που ήθελαν να ανατρέψουν, αυτό που έκανε το ίδιο
καθεστώς να απαντήσει με βίαιη καταστολή ή συγκεκριμένες δολοφονίες
επαναστατών.
Ένας άλλος
παράγοντας θα ήταν η Ισπανική μετανάστευση στην Κούβα μετά τον Ισπανικό εμφύλιο
πόλεμο. Αυτή θα αποτελούσε το 7% των συνολικών δημογραφικών στοιχείων. Παρά το
γεγονός ότι η λογοτεχνική παρουσία των ιδεολογιών κοντά στην Φάλαγγα των JONS
ήταν γενικά πολύ σπάνια, στο βαθμό άλλωστε που ήταν και η τοπική και η ξένη
ιστοριογραφία. Η συντηρητική λογοτεχνία που παρουσιάστηκε ως μια απάντηση
μπροστά στην «επικίνδυνη, σοβαρή και ανησυχητική» μαχητική - αντιφρονούντα
λογοτεχνία χάρη στη φύση και την εγγύτητα με την ιδεολογία του Σοσιαλιστικού Εθνικισμού.
Κάτι που ακόμη και σήμερα, αυτό το αντιφασιστικό θέμα, δεν έχει προχωρήσει πέρα
από τις συγχύσεις και τις ιστορικές μειώσεις.
Μπορεί οι Ισπανοί
να είχαν εξέλθει από τον πόλεμο με την Κούβα, αλλά η Κούβα θα κατέληγε σε αυτόν
τον πόλεμο εξαιτίας αυτών των ίδιων των Ισπανών. Εκεί όπου αυτοί οι
αντιδραστικοί με τα «παλιά πουκάμισα»κυριαρχούνταν από την ήπια στάση του
εθνικού-μπολσεβικισμού ή του εθνικού-κομμουνισμού. Επειδή ήταν άνδρες
πεπεισμένοι, ακόμη και αν τους αποκαλούσαν Ναζί επειδή αγαπούν τον Φασισμό ως έναν
τρόπο ζωής, δεν σκότωσαν την παθιασμένη αγάπη τους για τον Φασισμό. Αυτό μόνο
τους έκανε να αγκαλιάσουν αυτές τις ορολογίες για να ωθήσουν την υπερηφάνεια
τους πουέχει χίλια ονόματα, αλλά μόνο μία καρδιά.
Επειδή δεν ήταν από αυτούς
που μίλησαν για μια μειονότητα, αφού δεν ήταν πλέον μειονότητα σε κανένα μέρος.
Επειδή η βιολογικοποίηση της φύσης τους ποτέ δεν θα μπορούσε να συμβεί λόγω της
έλλειψης ιεραρχίας στον καθημερινό κοινωνικό Δαρβινισμό. Όπου η ελευθεριότητα
είναι μια αδυναμία μέσα στην χαοτική καρδιά του αναρχισμού. Εξαιτίας αυτού
πρέπει να ενωθούμε ενάντια σε κάθε κίνδυνο, όχι μόνο να εστιάσουμε σε ένα μόνο
πρόβλημα. Όχι για όλους να σκέφτονται στα ρωσικά και να μιλούν μόνο στα
αγγλικά. Ήρθε η ώρα να τραγουδήσουμε σε αυτόν τον πόλεμο ενάντια στους πιθήκους
χωρίς Θεό που αντιμετωπίζουμε. Όντας καθολικοί χωρίς τον Ιησού, σοσιαλιστές
χωρίς σοσιαλισμό, μοναρχικοί χωρίς βασιλιά, αστοί χωρίς αστική τάξη ή
καπιταλιστές χωρίς χρήματα.
Οι
«πολιτικές ελευθερίες» δεν σημαίνουν τίποτα χωρίς τις ελευθερίες ή την
οικονομική αυτονομία, είτε στην ατομική αρένα είτε στη συλλογική. Σε αυτό το τελευταίο,
επειδή σε ένα δημοκρατικό καθεστώς είναι αυτές οι ομάδες της πλουτοκρατίας που
ελέγχουν τον Τύπο και όλα τα άλλα μέσα για τη διαμόρφωση της «κοινής γνώμης»
και της προπαγάνδας.
Να φιλάς τον
θάνατο στα υγρά χείλη για να ξέρεις τι σημαίνει να ζεις. Όχι να έχεις εμπειρίες
στη ζωή, αλλά ότι η ζωή είναι μια εκτεταμένη και βαθύτερη εμπειρία. Να
επιβάλλουμε την ψυχή μας σε όλους τους άλλους, σε κάθε ώρα και σε κάθε είδους
κατάσταση. Να ξεπεράσουμε όσους θέλουμε μέσω της θέλησης μας και να σπάσουμε
τους κοινωνικούς περιορισμούς που επιβάλλονται μπροστά μας. Ασταμάτητοι στη
μάχη και γενναιόδωροι στη νίκη. Θα τραγουδήσουμε μόνο στον Λαό μας, γιατί μόνο
από τον Λαό μας έρχεται η φωνή μας.
Αν και τα
δείγματα του Ευρωπαϊκού Φασισμού (πρέπει να προσδιοριστεί ως του Ισπανικού
Φαλαγγισμού) κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης του Fulgencio Batista ήταν ήδη
σπάνια, δεδομένου ότι στο κόμμα ABC από τα δεξιά, καθώς και το Ορθόδοξο Κόμμα
από την αριστερά δεν είχαν κάτι σχετικό, και το οποίο είναι η επαναστατική
απόρριψη όλων των εκδηλώσεων του δημοκρατικού αστικού φιλελευθερισμού και η
αναζήτηση της ταυτότητας της αναγέννησης του έθνους.
Ακόμα και το Κουβανικό
Σύνταγμα του 1940 δεν θα άλλαζε τα θεμέλια του, διατηρώντας ακόμη την εξάρτηση
των Ηνωμένων Πολιτειών. Ούτε η επανάσταση του 1933 έψαχνε για μια Σοβιετική
Δημοκρατία, έναν Σοσιαλοφασισμό ή ένα Εθνικό - Συνδικαλιστικό κράτος, όπως είπε
ο Gustavo Morales(σ.μ. στρατευμένος νεοφασιστής διανοητής και ακτιβιστής, ιδρυτής των οργανισμών διατήρησης της μνήμης για
τον Εθνικοσυνδικαλιστή φιλόσοφο RamiroLedesmaRamosκαι τον ηρωϊκό Εθνομάρτυρα της Ισπανίας JoseAntonioPrimodeRivera) προς υποστήριξη του Κάστρο απευθυνόμενος
στην Φάλαγγα των JONS(σ.μ. η ενωτική κίνηση Juntas de Ofensiva Nacional-Sindicalista):
«Comandante, μοιραζόμαστε όνειρα, εχθρούς και αφετηρίες.
Όχι κόμμα, ούτε σύστημα, ούτε φίλους»
Τις ημέρες της θαρραλέας στρατιωτικής
ενέργειας της 15ης Ιουλίου 1974, όταν το Προεδρικό Μέγαρο της Κύπρου
το οποίο υπερασπίζονταν οι πάνοπλες συμμορίες του «Εφεδρικού» καταλήφθηκε και καταστράφηκε ολοσχερώς από τις
επίλεκτες δυνάμεις του Ελληνικού Στρατού - μετά από εντολή του φανατικού Ενωτικού Στρατηγού Δημητρίου Ιωαννίδη - το ημερολόγιο που βρισκόταν στο γραφείο της γραμματέως του Μακαρίου κατασχέθηκε
από τους στρατιωτικούς της 25ης Νοεμβρίου και με κάποιο τρόπο έφτασε
στα χέρια του Αλέκου Κωνσταντινίδη.
Να σημειωθεί ότι τα βιβλία που
περιγράφονται στο παρακάτω άρθρο και καταρρίπτουν τον θρύλο του ρασοφόρου
κτήνους που κάποιοι ονόμασαν «εθνάρχη» δεν υπάρχουν πουθενά, ενώ ουδείς από τους
γνωστούς κομματικούς «αρχηγίσκους» και παράγοντες ή εκδότες του «χώρου» τόλμησε
αναφερθεί σε αυτά σε εκδηλώσεις μνήμης ή ομιλίες όπου κυριαρχούν μόνο τα συνθήματα.
Τέλος ενώ τα στοιχεία είναι εξαιρετικά αποκαλυπτικά οι «Απριλιανοί» δεν τα
χρησιμοποίησαν κατά την διάρκεια της παράνομης φυλάκισης τους ως ένα μέσο
πίεσης και υπεράσπισης απέναντι στο «κυνήγι μαγισσών» του Τέκτονα φανατικού
αντιφασίστα και μητραλοία Καραμανλή ο οποίος τους έθαψε στα κελιά της αστικής
δημοκρατίας.
Η Νίτσα Χριστοδούλου η οποία διετέλεσε προσωπική γραμματέας
του πρώτου προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας και Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’ από
το 1960 μέχρι το 1977, κατέγραφε σε προσωπικό της ημερολόγιο αυτό τις
συνομιλίες που είχε με τον Μακάριο,καθώς
και τις προσωπικές σκέψεις και ανησυχίες του τελευταίουκατά την περίοδο 1968-1974.
Το ημερολόγιο της Νίτσας Χριστοδούλου χάθηκε κατά την
διάρκεια του πραξικοπήματος κατά του Μακαρίου τον Ιούλιο του 1974 και με κάποιο
τρόπο, αυτό έφτασε στα χέρια του δημοσιογράφου Αλέκου Κωνσταντινίδη.
Το 1981 ο Αλέκος Κωνσταντινίδης εξέδωσε το βιβλίο «Μακάριος:
ένα προσωπικό ημερολόγιο». Σε αυτό το βιβλίο ο κύπριος δημοσιογράφος συμπεριέλαβε
μεγάλο μέρος του ημερολογίου της Νίτσας Χριστοδούλου.
Το βιβλίο προκάλεσε σάλο ανάμεσα κυρίως στους υποστηρικτές
του Μακαρίου για αυτά που φερόταν να περιέγραφε στο ημερολόγιο της η προσωπική
γραμματέας του προέδρου.
Μετά από δικαστική μάχη η Νίτσα Χριστοδούλου κατάφερε να
πετύχει την απαγόρευση του βιβλίου με την αιτιολογία ότι περιεχόμενο του
αποτελούσε δική της πνευματική ιδιοκτησία. Με την στάση της αυτή η Νίτσα
Χριστοδούλου ουσιαστικά αποδέχτηκε την γνησιότητα του ημερολογίου, κάτι που
έκανε και αργότερα όταν στράφηκε εναντίον του Τάκη Ευδόκα (βλέπε πιο κάτω).
Εφαρμόζοντας το διάταγμα η αστυνομία κατάσχεσε και
κατέστρεψε όλα τα αντίτυπα του βιβλίου που κατάφερε να εντοπίσει. Φαίνεται όμως
ότι κάποια αντίτυπα του βιβλίου πρόλαβαν να κυκλοφορήσουν…
Το 1989, ο ψυχίατρος – πολιτικός Τάκης Ευδόκας εξέδωσε το
βιβλίο του «Εγώ είμαι η Κύπρος» μέσα από το οποίο προσπάθησε να ψυχογραφήσει την προσωπικότητα του
Μακαρίου.
Η πρώτη έκδοση κυκλοφόρησε το 1989 σε 5000 αντίτυπα και σε
αυτήν συμπεριλήφθηκαν σχολιασμένα αποσπάσματα του ημερολογίου της Νίτσας
Χριστοδούλου (σ.211-222). Ο συγγραφέας υποστήριξε ότι τα αποσπάσματα ταπήρε από το βιβλίο του Αλέκου Κωνσταντινίδη
το οποίο αγόρασε το 1981 από βιβλιοπωλείο της Λευκωσίας. Υποστήριξε, επίσης,
ότι δεν γνώριζε την απαγορευτική απόφαση του δικαστηρίου κατά του βιβλίου
«Μακάριος: ένα προσωπικό ημερολόγιο», ενώ ανέφερε ότι χρησιμοποίησε ένα πολύ
μικρό μέρος του συγκεκριμένου βιβλίου (λιγότερες από 3 σελίδες σε σύνολο 144),
δηλώνοντας την μάλιστα την πηγή του (βιβλίο Αλέκου Κωνσταντινίδη και ημερολόγιο
Νίτσας Χριστοδούλου).
Η Νίτσα Χριστοδούλου καταχώρησε αγωγή στο δικαστήριο και με
διάταγμα πέτυχε την προσωρινή απαγόρευση του βιβλίου. Κατά την έφεση της
υπόθεσης οι δικηγόροι των δύο πλευρών συμφώνησαν να επιτραπεί στον Τάκη Ευδόκα
να εκδώσει το βιβλίο του χωρίς όμως τα επίμαχα αποσπάσματα από το ημερολόγιο
της Νίτσας Χριστοδούλου.
Το 1990 κυκλοφόρησε η 2η έκδοση του «Εγώ είμαι η Κύπρος» με
τις επίμαχες σελίδες 211-222, να περιγράφουν την νομική διαμάχη αντί τα
σχολιασμένα αποσπάσματα του ημερολόγιου της Νίτσας Χριστοδούλου που υπήρχαν
στην πρώτη έκδοση.
Όπως συνέβηκε και με το βιβλίο του Αλέκου Κωνσταντινίδη,
παρόλη την απαγόρευση της πρώτης έκδοσης, σημαντικός αριθμός αντιτύπων πρόλαβε
και διοχετεύθηκε στο κοινό.
Πριν δημιουργηθεί ο σάλος για το βιβλίο, είχαν πουληθεί γύρω
στα 500 αντίτυπα αλλά μετά την δημοσιότητα που του δόθηκε, αυτό έγινε
ανάρπαστο.
Το παράδοξο της όλης υπόθεσης είναι ότι, παρόλο που κάποιοι
θεωρούν το επίμαχο απόσπασμα ως λιβελογράφημα ενάντια στον Μακάριο, δεν
μπορούμε να το εντάξουμε στην κατηγορία των βιβλίων που κατηγορούνται για
λίβελο αφού η Νίτσα Χριστοδούλου όχι μόνο δεν αμφισβήτησε ποτέ την γνησιότητα
του ημερολογίου αλλά με ένορκο δήλωση της κατά την δικαστική διαμάχη που είχε
με τον Τάκη Ευδόκα, παραδέχεται την αυθεντικότητα του.
*Ο τίτλος του βιβλίου «Εγώ είμαι η Κύπρος» είναι
εμπνευσμένος από μια φράση η οποία αποδίδεται στον Μακαρίο και η οποία, σύμφωνα
με τον Ευδόκα φανερώνει την αλαζονεία του.
Πρόκειται για ένα σπάνιο βιβλίο το οποίο κυκλοφόρησε στην
Αθήνα το 1974 λίγο πριν το πραξικόπημα της χούντας εναντίωντου Μακαρίου και την τουρκική εισβολή στην
Κύπρο.
Συγγραφέας ήταν ο καθαιρεμένος από τον Μακάριο μητροπολίτης
Κιτίου Άνθιμος ο οποίος προσπαθούσε μέσα από το βιβλίο να αποκαθηλώσει πολιτικά
(αλλά και θρησκευτικά) τον Μακάριο τον Γ’, αρχιεπίσκοπο και πρώτο πρόεδρο της
Κυπριακής Δημοκρατίας.
Λόγω των δύσκολων πολιτικών καταστάσεων αλλά και της μεγάλης
δημοτικότητας του Μακαρίου (πριν, αλλά και ειδικότερα μετά την τουρκική
εισβολή), το βιβλίο δεν διαδόθηκε σε μεγάλο βαθμό, παρόλες τις πολύ σοβαρές
καταγγελίες που περιείχε.
Τα ιστορικά γεγονότα:
Ο συγγραφέας του βιβλίου Μητροπολίτης Κιτίου Άνθιμος
(Μαχαιριώτης) ήταν ο ιερωμένος που αντικατέστησε τον Μακάριο τον Γ’ στον
μητροπολιτικό θρόνο Κιτίου όταν ο τελευταίος έγινε αρχιεπίσκοπος.
Παρόλο που οι δύο άντρες ήταν προσωπικοί φίλοι και
συμφοιτητές στη Θεολογική Σχολή Αθηνών, κατέληξαν να γίνουν άσπονδοι εχθροί
λόγω της διαφωνίας τους, κυρίως για το κυπριακό ζήτημα.
Ο Άνθιμος μαζί με δύο άλλους μητροπολίτες της αυτοκέφαλης
Κυπριακής Εκκλησίας (τον μητροπολίτη Γεννάδιο της Πάφου και τον μητροπολίτη Κυπριανό
της Κερύνειας)κατέθεσαν πρόταση στην
Ιερά Σύνοδο (2 Μαρτίου 1972) με την οποία ζητούσαν ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος να
παραιτηθεί από τη Προεδρία της Δημοκρατίας της Κύπρου επειδή θεωρούσαν ότι η
παράλληλη άσκηση εκκλησιαστικών και κοσμικών καθηκόντων, από έναν κληρικό, ήταν
ενάντια στους κανόνες της Εκκλησίας.
Τα βαθύτερα αίτια της διαμάχης ήταν πολιτικά. Οι τρείς
μητροπολίτες ήταν αμετανόητοι ενωτικοί και θεωρούσαν ότι ο αρχιεπίσκοπος
Μακάριος (και πρώτος πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας) αθέτησε τον όρκο του
προδίδοντας τον αγώνα για ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, εξυπηρετώντας δικές
του προσωπικές φιλοδοξίες.
Η Σύνοδος εξέδωσε ανακοίνωση αναφέροντας τη θέση των
επισκόπων και δηλώνοντας ότι ο Αρχιεπίσκοπος θα ανακοινώσει την απάντησή του σε
μεταγενέστερο χρόνο. Ο Μακάριος πράγματι, εξέδωσε την απάντησή του στις 19
Μαρτίου του 1972. Σε αυτό κατηγόρησε τους τρεις επισκόπους πως συνωμότησαν
μεταξύ τους, αλλά και με άλλους εξω-εκκλησιαστικούς παράγοντες, υπαινισσόμενος
αφενός την Χούντα των Συνταγματαρχών που εξουσίαζε την Ελλάδα εκείνη την εποχή,
αλλά και αφετέρου τον Γεώργιο Γρίβα, παλαίμαχο αρχηγό της ΕΟΚΑ, ο οποίος είχε
κρυφά επιστρέψει στη Κύπρο από το 1971 και είχε προβεί στη δημιουργία της ΕΟΚΑ
Β'.
Ο Μακάριος υποστήριξε ότι το αξίωμα του Προέδρου της
Κυπριακής Δημοκρατίας και η ιδιότητα του Εθνάρχη δεν θα μπορούσε να
χαρακτηριστεί ως κοσμικό σε μια εποχή που οι Ορθόδοξοι Έλληνες της Κύπρου
αγωνίζονταν για την εθνική τους επιβίωση και ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, η
άσκηση κοσμικών υπηρεσιών δεν παρέχει στον Αρχιεπίσκοπο οποιοδήποτε προσωπική
ανταμοιβή, αλλά ήταν δαπανηρό και πικρό καθήκον το οποίο δεν ήταν δυνατόν να
αποφύγει.
Οι επίσκοποι επέμειναν στην αρχική θέση τους και η κρίση
συνεχίσθηκε για να κορυφωθεί μετά την ομόφωνη επανεκλογή του Μακαρίου στην
προεδρία της Δημοκρατίας της Κύπρου στις 8 Φεβρουαρίου 1973. Οι τρεις επίσκοποι
κάλεσαν τον Μακάριο σε απολογία, πριν από την έκτακτη σύνοδο της Ιεράς Συνόδου,
που συνεκάλεσαν για τις 7 Μαρτίου 1973. Ο Μακάριος απάντησε στις 6 Μαρτίου,
δηλώνοντας ότι η Σύνοδος που οι τρεις επίσκοποι είχαν καλέσει ήταν
αντισυνταγματική και ως εκ τούτου, οτιδήποτε αποφασισθεί θα είναι άκυρο. Οι
τρεις επίσκοποι συναντήθηκαν μεταξύ τους και αποφάσισαν την καθαίρεση του
Μακάριου από το αξίωμά του ως Αρχιεπισκόπου.
Αντιδρώντας ο Μακάριος συνεκάλεσε Μείζονα και Υπερτελή
Σύνοδο (Μεγάλη Σύνοδος), αποτελούμενη από εκπροσώπους αρκετών Ορθοδόξων
Πατριαρχείων. Όλοι ανταποκρίθηκαν, εκτός από την Εκκλησία της Ελλάδος και το
Οικουμενικό Πατριαρχείο με έδρα την Κωνσταντινούπολη. Η Μεγάλη Σύνοδος, που
συνήλθε στις 5 - 6 Ιουλίου 1973, αποφάσισε να ακυρώσει την καθαίρεση του
Μακαρίου και να καλέσει τους τρεις επισκόπους να εκφράσουν τις απόψεις τους
ενώπιόν της. Οι τρεις επίσκοποι αρνήθηκαν να παραστούν στη Μεγάλη Σύνοδο, η
οποία συνήλθε εκ νέου στις 14 Ιουλίου και τους καθαίρεσε από το αξίωμα τους.
Η ενέργεια των τριών ιεραρχών ενάντια στον Μακάριο
χαρακτηρίστηκε από κάποιους και ως Εκκλησιαστικό Πραξικόπημα (λίγο αργότερα
πραγματοποιήθηκε και το πολιτικό πραξικόπημα το οποίο οργάνωσε η Χούντα των
Αθηνών ενάντια στον πρόεδρο Μακάριο).
Το βιβλίο:
Ο καθαιρεμένος μητροπολίτης Άνθιμος, από την Αθήνα όπου
ζούσεαυτοεξόριστος, εξέδωσε το 1974
(λίγο πριν το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο) το βιβλίο
"Η αλήθεια δια τον Μακάριον", μέσα από το οποίο προσπαθούσε να
αποκαθηλώσει τον Μακάριο και να γνωστοποιήσει στο κοινό τις δικές του θέσεις.
Μέσα από αυτό το βιβλίο ο Άνθιμος παρουσιάζει τον Μακάριο,
παραθέτοντας διάφορα περιστατικά τα οποία έζησε δίπλα του, ως εγωπαθή και
αρχομανή που δεν πίστευε εξ αρχής στον αγώνα για ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα
και ο οποίος κοροϊδεύοντας τους συνεργάτες του και τον λαότροχοδρομούσε την ανεξαρτησία για δικό του
όφελος. Αφήνει αιχμές ακόμα και για την πνευματικότητα και την χριστιανική
πίστη του Μακαρίου ενώ τον κατηγορεί και για οικονομικές ατασθαλίες. Τον
παρουσιάζει επίσης ως δεισιδαίμον και έχοντας αισθήματα ζήλιας απέναντι στον
στρατιωτικό αρχηγό της ΕΟΚΑ Γεώργιο Γρίβα Διγενή.
Το όλο κείμενο αναβλύζει εμπάθεια και πικρία από τον Άνθιμο
ενώ από αυτό δεν απουσιάζουν οι χαρακτηρισμοί.
“Μετά το τέλος του Β’ ΠΠ η πλειοψηφία των ελληνοκυπρίων
εκείνο που επιθυμούσε ήταν η Ένωση με την μητέρα Ελλάδα. «Ένωση! Μόνο Ένωση»
φώναζαν με όλη τη δύναμη της ψυχής τους. Όμως, άλλα ήταν τα σχέδια της
Βρετανίας. Το 1955 ξεκινά ο απελευθερωτικός αγώνας της ΕΟΚΑ, με πολιτικό αρχηγό
τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Μακάριο και στρατιωτικό ηγέτη τον στρατηγό Γρίβα –
Διγενή. Λίγο αργότερα ο αγώνας εκείνος εγκαταλείφθηκε από τον Μακάριο. Οι
συμφωνίες Λονδίνου – Ζυρίχης τις οποίες ο ίδιος συνυπέγραψε, ουσιαστικά
παρέδωσαν την Κύπρο στην διάθεση της Τουρκίας. Η κίβδηλη ανεξαρτησία είχε σαν
αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η άμεση διεκδίκηση της Ενώσεως, επειδή η Ελλάδα
απεδέχθη με τις προδοτικές συμφωνίες, την επέμβαση της Τουρκίας στην Κύπρο ως
εγγυήτρια δύναμη, για την αποτροπή τέτοιας περιπτώσεως. Αυτό δηλαδή που συνέβη
τον Ιούλιο του 1974.
Μετά την λήξη του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ, και κατά
το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 60, οι Κύπριοι έχουν διασπαστεί σε δύο
στρατόπεδα. Σε δύο πολιτικές παρατάξεις. Στους μακαριακούς ή ανθενωτικούς υπό
την ηγεσία του Μακαρίου (Μιχαήλ Μούσκος) και στους γριβικούς ή ενωτικούς με
αρχηγό τον στρατηγό Γρίβα-Διγενή. Οι μεν αγωνίζονται και θέλουν μια Κύπρο
ανεξάρτητη και οι δε θέλουν την Ένωση της Κύπρου μετά της Ελλάδος. Εξ’ άλλου
αυτός ήταν ο σκοπός του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ.
Οι πρώτοι, δηλαδή οι μακαριακοί, είχαν υπό την κατοχή τους
το κράτος, αφού ο ηγέτης της παράταξης τους ήταν και ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Αντίθετα οι γριβικοί όχι μόνο ήταν εκτός της δημόσια διοίκησης, αλλά δεν είχαν
και τη βοήθεια από την Ελληνική κυβέρνηση παρά το γεγονός ότι, ο αγώνας τους
ήταν η Ένωση. Όμως οι γριβικοί αντιμετώπιζαν ένα ακόμη τεράστιο πρόβλημα. Ο
Μακάριος μέσω της κυβερνήσεως του ασκούσε πιέσεις σε βάρος τους, αλλά και
διακρίσεις αποκλείοντας τους από τη δημόσια ζωή προκειμένου να μη έχουν ουδεμία
πρόσβαση στο κράτος για να μη του δημιουργούν προβλήματα. Οι διακρίσεις σε
βάρος των ενωτικών ήταν αυτές που ξεχείλισαν το ποτήρι και ήταν το έναυσμα της
καθόδου του Γρίβα κρυφά στην Κύπρο. Στις 31 Αυγούστου 1971 ο Γρίβας φτάνει στο
νησί της Αφροδίτης με σκοπό αφ’ ενός μεν να εμψυχώσει τους ενωτικούς, αφ’
ετέρου δε να συνεχιστεί ο αγώνας για την Ένωση.
Την εποχή εκείνη ο Μακάριος βρίσκεται ήδη στην προεδρία της
Δημοκρατίας περίπου μία δεκαετία. Κατά την διάρκεια αυτών των ετών δεν είχε
κατορθώσει ή δεν το προσπάθησε να αμβλύνει τις αντιθέσεις των δύο παρατάξεων.
Υπήρχε όμως ακόμη και ένα άλλο πρόβλημα. Η ευμενής πολιτική που ακολούθησε προς
τις χώρες του λεγόμενου «τρίτου κόσμου». Μάλιστα ευελπιστούσε να ηγηθεί αυτών
των χωρών. Οι θέσεις αυτές του Μακαρίου στην εξωτερική πολιτική που ασκούσε
δημιουργούσαν μεγάλα προβλήματα στις σχέσεις της Κύπρου με τις χώρες της Δύσεως.
Οι πολιτικές συνθήκες που είχαν δημιουργηθεί και η κατ’ εξακολούθηση άφρων
πολιτική που ακολουθούσε στο εσωτερικό της χώρας, βοήθησαν την ανάπτυξη του
αντάρτικου αγώνα των ενωτικών. Ενώ οι ελληνοκύπριοι θα έπρεπε να ήσαν ενωμένοι
προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον πραγματικό εχθρό, την Τουρκία, η οποία
αναζητούσε ευκαιρία να επέμβει στο νησί, αυτοί είχαν χωρισθεί στα δύο.
Ο Μακάριος όμως είχε διαφορετικές επιδιώξεις. Φρόντιζε
καθημερινά να υποδαυλίζει την ενότητα του λαού και να γίνεται επιτακτική η
ανάγκη για δημιουργία μιας νέας οργανώσεως ως η μόνη προστασία των γριβικών από
τους μακαριακούς. Το νέο αντάρτικο ονομάστηκε ΕΟΚΑ Β’ και στελεχώθηκε και από
παλαιά στελέχη και αγωνιστές της ΕΟΚΑ αλλά δεν είχε τη δομή της παλαιάς
οργανώσεως. Ήταν περισσότερο εύκαμπτη.
Ο Αρχηγός δεν είχε επιτελείο και διοικούσε την νέα οργάνωση
με τους κατά τόπους τομεάρχες οι οποίοι ήταν κατά κύριο λόγο απόστρατοι
αξιωματικοί. Οργανώθηκε σε τάγματα μικρότερης όμως δυνάμεως, που έφεραν ελαφρύ
οπλισμό, κατάλληλο για ανταρτοπόλεμο. Οι ενωτικοί που οργανώθηκαν στο πλευρό
του Γρίβα, ξεκίνησαν τη δράση τους μέσα στις πόλεις και τα χωριά. Όσοι άρχισαν
να καταζητούνται από τις δυνάμεις καταστολής, κρυβόντουσαν σε διάφορα
κρησφύγετα που είχαν ήδη δημιουργηθεί γι’ αυτό το σκοπό.
Η δύναμη της ΕΟΚΑ Β’ στο ξεκίνημα του νέου αντάρτικου δεν
ήταν μεγάλη. Υπολογίζεται σε 500 περίπου αγωνιστές όσα και τα όπλα που
διατηρούσαν κρυφά. Αργότερα άρχισε να μεγαλώνει η δύναμη της και ξεκινούν
καταδρομικές επιθέσεις, για να αποσπάσουν όπλα από αποθήκες της Εθνικής Φρουράς
και της Αστυνομίας. Η σοβαρότερη ενίσχυση με οπλισμό έγινε το 1972 όταν άρχισε
να αγοράζει όπλα από το εξωτερικό με δικά της χρήματα. Με τον οπλισμό αυτό οι
αγωνιστές της ΕΟΚΑ Β’ ήταν σε θέση να δημιουργούν σοβαρά προβλήματα στις δυνάμεις
καταστολής του Μακαρίου. Φυσικά ο Αρχιεπίσκοπος δεν έμεινε με σταυρωμένα τα
χέρια. Συγκρότησε ένα ένοπλο σώμα από οπαδούς του με την ονομασία Εφεδρικό.
Εκτός από αυτό και την Αστυνομία, χρησιμοποίησε εναντίον των ενωτικών και
παραστρατιωτικές οργανώσεις οι οποίες δεν έφεραν στολή όπως οι άνδρες του
Εφεδρικού. Το Εφεδρικό σώμα ουσιαστικά ήταν η σωματοφυλακή του Μακαρίου.
Η κυβέρνηση της Αθήνας έβλεπε ευνοϊκά την δραστηριότητα της
ΕΟΚΑ Β΄. Ελληνικές αλλά και κυπριακές εφημερίδες εκφράζονταν ευμενώς για τους σκοπούς
της οργάνωσης. Στις 26 Μαρτίου 1972 σε προάστιο της Λευκωσίας πραγματοποιείται
μυστική συνάντηση Γρίβα- Μακαρίου. Κατά την διάρκεια της συζήτησης των δύο
ηγετών, ο Γρίβας προτείνει στο Μακάριο να παραιτηθεί από πρόεδρος της Κυπριακής
Δημοκρατίας. Ήδη όμως και από την κυβέρνηση των Αθηνών είχε σταλεί μήνυμα στο
Μακάριο αφού παραιτηθεί, να σχηματιστεί κυβέρνηση εθνικής ενότητας από όλες τις
παρατάξεις των εθνικοφρόνων Κυπρίων και εκλογή νέου Προέδρου. Ακόμη είχε
προτείνει να συμμετάσχουν σε αυτή την κυβέρνηση και γριβικά ενωτικά στελέχη. Η
άρνηση του Μακαρίου στις απαιτήσεις των Αθηνών αλλά και του Γρίβα είχε σαν
αποτέλεσμα, να διαρραγούν ολοσχερώς οι σχέσεις των δύο ηγετών και η ΕΟΚΑ Β να
εντείνει τις επιθέσεις της κατά μακαριακών στόχων.
Από το Φεβρουάριο του 1973 αρχίζει η δράση των ενωτικών
αγωνιστών με μεγαλύτερη ένταση. Ξεκινούν επιθέσεις σε αστυνομικά τμήματα με ανταλλαγές
πυροβολισμών και απαγωγές στελεχών του καθεστώτος. Συγκεκριμένα
πραγματοποιήθηκε με καταδρομική επιχείρηση από την ΕΟΚΑ Β η απαγωγή του
υπουργού Δικαιοσύνης Χρ. Βάκη. Βέβαια και ο Μακάριος δεν παρέμεινε απαθής.
Αρχίζει να λαμβάνει πολύ σκληρά μέτρα. Συλλαμβάνονται δεκάδες γριβικοί και
οδηγούνται στις φυλακές. Εκεί υφίστανται φρικτά βασανιστήρια από τους
πραιτοριανούς του Εφεδρικού. Παρά το γεγονός ότι ο υπουργός λίγο αργότερα αφέθη
ελεύθερος εν τούτοις, οι διώξεις συνεχίζονται με την ίδια ένταση.
Προκειμένου το καθεστώς να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την
δράση της ΕΟΚΑ Β και γενικότερα την ενωτική παράταξη λαμβάνει μέτρα προς
παραδειγματισμό. Ξεκινούν σχεδόν καθημερινά συλλήψεις ενωτικών και ακολουθούν
σκληροί βασανισμοί κατά τις ανακρίσεις, προκειμένου, οι ανακρινόμενοι να
καταδώσουν όχι μόνο συναγωνιστές τους, αλλά και τα κρησφύγετα και τις αποθήκες
απόκρυψης όπλων.
Οι φυλακές της Λευκωσίας γίνονται κολαστήρια για τους
συλληφθέντες ενωτικούς. Υπόδικοι και κατάδικοι περνούν από εξαντλητικές ανακρίσεις
και υφίστανται τα πάνδεινα προκειμένου να ομολογήσουν. Παρά την πληθώρα των
κατασταλτικών μέτρων που έλαβε το καθεστώς του Μακαρίου, όχι μόνο η δράση της
ΕΟΚΑ Β δεν περιορίστηκε αλλά και νέοι αγωνιστές συνεχώς ενίσχυαν τη δύναμη της.
Όσοι καταζητούντο από την αστυνομία του Μακαρίου αισθάνονταν ότι είχαν
μεγαλύτερη ασφάλεια όταν περνούσαν στις τάξεις της οργανώσεως και
προστατευόντουσαν από συμμαχητές τους.
Το αποκορύφωμα της αντάρτικης δράσης της ΕΟΚΑ Β ήταν η
απόπειρα δολοφονίας του Μακαρίου στις 7 Οκτωβρίου 1973, κοντά στο χωριό Άγιος
Σέργιος που βρίσκεται πλησίον της Αμμοχώστου. Έκτοτε η Αστυνομία αλλά και το
Εφεδρικό εντείνουν τις προσπάθειες τους και επιφέρουν πολλά κτυπήματα στην
οργάνωση, μέχρι τον Ιανουάριο του 1974. Ανακαλύπτονται αποθήκες με όπλα και
πυρομαχικά της οργανώσεως. Συλλαμβάνονται συνεχώς και νέοι αγωνιστές αλλά η
δραστηριότητα της ΕΟΚΑ Β εξακολουθεί να είναι έντονη και να προβληματίζει
σοβαρά το Μακάριο και τους συνεργάτες του. Εν τω μεταξύ και από τις δύο
παρατάξεις οι πολιτικές δολοφονίες αποτελούν μέσο επιλύσεων των διαφορών τους.
Ο Μακάριος ετοιμάζεται να συγκαλέσει τη βουλή για να καταδικάσει τον στρατηγό
Γρίβα –Διγενή ως δολοφόνο. Δεν θα προλάβουν. Στις 27 Ιανουαρίου 1974 ο αρχηγός
της ΕΟΚΑ Β και της ενωτικής παρατάξεως αφήνει την τελευταία του πνοή μέσα σε
ένα φτωχό οικίσκο της Λεμεσού, που χρησιμοποιούσε ως κρησφύγετο, από καρδιακό
επεισόδιο. Το μοιραίο συνέβη στις 13.45 μμ ενώ ο αρχηγός διένυε το 75ο έτος της
ηλικίας του. Μετά τον θάνατο του στρατηγού η ΕΟΚΑ Β συνεχίζει τον αγώνα της
κατά του καθεστώτος”