Η πρόσφατη αγόρευση της
εισαγγελέως Κυριακής Στεφανάτου κατά την εκδίκαση της υπόθεσης της Χρυσής Αυγής
στο Εφετείο είναι τουλάχιστον προκλητική, αν όχι νομικά απαράδεκτη. Βέβαια δεν
περίμενε κανείς και κάτι περισσότερο, όταν η Ελλάδα δυστυχώς πλέον
καταδυναστεύεται εδώ και δεκαετίες από ένα άθλιο καθεστώς γραικύλων, όπου η
εκάστοτε εθνική φωνή χαρακτηρίζεται άμεσα ή έμμεσα κατά το μάλλον ή ήττον ως
«επικίνδυνη».
Ακόμη και αν εξαιρέσουμε τις
παραδοχές Μπαλτάκου, Σαμαρά, Δένδια και πολλών άλλων δεξιών πολιτικάντηδων, οι
οποίοι ουσιαστικά ομολόγησαν την παρέμβασή τους στην λειτουργία της δικαιοσύνης
για να εξυπηρετήσουν πολιτικά οφέλη, το σημαντικότερο όλων είναι ότι η εν λόγω
εισαγγελέας όχι απλά ζήτησε την καταδίκη της Χρυσής Αυγής στιγματίζοντας ως
έγκλημα την ιδεολογία της, αλλά υιοθέτησε και όλη την δήθεν «αντισυστημική»
ρητορική της εσχάτης άμυνας του συστήματος, ήτοι ολόκληρου του αντιφασιστικού
εσμού, ο οποίος μέχρι και σήμερα παριστάνει τον πολέμιο του συστήματος, θέλοντας
να παραπλανήσει τους αδαείς.
Κι όμως, εδώ παρακολουθούμε και δικαστικώς την αναπαραγωγή της απολύτως ψευδούς και παραπλανητικής αντίληψης των μαρξιστών, ότι δηλαδή ακόμη και αν οι άλλες ιδεολογίες έχουν τελέσει εγκλήματα, ακόμη και ποσοτικά ή και ποιοτικά χειρότερα από εκείνα των εθνικοσοσιαλιστών, η ιδεολογία των εθνικοσοσιαλιστών χαρακτηρίζεται αυθαιρέτως ως εν τη γενέσει της θανατηφόρα, άρα πρέπει όχι μόνο να αποκλείεται από τον δημόσιο λόγο, αλλά και να διώκεται, εφόσον εκδηλωθεί.
Λες και κάτι τέτοιο είναι ποινικά ή πολλώ δε μάλλον ηθικά μεμπτό! Μάλλον δεν γνωρίζει η κυρία εισαγγελεύς γνώσεις στοιχειώδους δικαίου και αγνοεί ότι κάθε νομικό πρόσωπο, εταιρεία ή και κόμμα έχει ανώτερα και κατώτερα όργανα, ήτοι ιεραρχία και δομή. Δεν έχει διαβάσει ή ακούσει δηλαδή καταστατικά άλλων κομμάτων όπου το απλό μέλος διακρίνεται από ένα ανώτερο στέλεχος, όπως το τελευταίο διακρίνεται και από τα πρόσωπα της κεντρικής διοικήσεως και κατ’ επέκταση του προέδρου ή του γενικού γραμματέως; Σε ποια νομική διάταξη και βάσει ποιας «λογικής» αποτελεί μία ιεραρχία (ακόμη και στρατιωτικού τύπου) ποινικά κολάσιμη πράξη;
Η εισαγγελεύς ουσιαστικά υιοθέτησε σαν καλό μηρυκαστικό δίποδο σύσσωμη την δήθεν νομικά επιλήψιμη ρητορική των καναλιών και των πάσης λογής φορέων του δικαιωματισμού, παρασυρόμενη από την ορμή του συναισθήματος ενός συγκεκριμένου όχλου, αναιρώντας, αυτό το οποίο είχε πει ο Αριστοτέλης για τον νόμο, όταν χαρακτήριζε τον τελευταίο ως «ἄνευ ὀρέξεως νοῦ». Σε κανένα σημείο της αγόρευσής της, τουλάχιστον εξ όσων προέκυψαν στην δημοσιότητα, δεν αναφέρθηκε ρητά σε πράξεις ηθικής αυτουργίας ή εγκληματικής οργάνωσης, όπως αυτές προβλέπονται στον Ποινικό Κώδικα.
Μιλούσε αόριστα περί «εμπρηστικών δηλώσεων», οι οποίες όχι μόνο
ήταν από μόνες τους δήθεν εγκληματικές, αλλά «όπλιζαν» τα χέρια επίδοξων μελών,
προκειμένου να τελέσουν παράνομες πράξεις, όπως ισχυρίστηκε. Με άλλα λόγια, δεν
υπήρξε καμία νομική επιχειρηματολογία, παρά μόνο πολιτική φλυαρία και μάλιστα
φαιδρού ύφους. Κατά τα άλλα βέβαια, η «δημοκρατική» και προπάντων φιλελεύθερη
Ελλάδα της Νέας Δημοκρατίας θέλει να μας πείσει ότι δεν διώκεται το φρόνημα,
αλλά μόνο οι πράξεις!
Όπως ανέφερε και η πρωτοβάθμια εισαγγελεύς κατά την τότε αγόρευσή της, Αδαμαντία Οικονόμου, ακόμη και αν ήθελε να υποτεθεί ότι η Χρυσή Αυγή οργάνωνε συστηματικά εγκληματικές ενέργειες εις βάρος όσων διαφωνούσαν μαζί της ή ορμώμενη τέλος πάντων από την δήθεν ολέθρια ιδεολογία της, το βασικό στοιχείο, το οποίο λείπει από την συγκεκριμένη υπόθεση είναι το κίνητρο. Με άλλα λόγια, όταν ένα κόμμα στηλιτεύεται συνεχώς για τις δηλώσεις ή τις ενέργειές του ως οιονεί μάλιστα εγκληματικό, τότε ποιος ο λόγος το ίδιο αυτό κόμμα, το οποίο επιδιώκει ουσιαστικά την εξουσία, να τελέσει ή και να ομολογήσει τις εν λόγω εγκληματικές ενέργειες, όταν γνωρίζει ότι κάτι τέτοιο θα της στερήσει την πολιτική της δυναμική; Είναι σαν κάποιος αυθαιρέτως να κατηγορείται συστηματικά και συνεχώς ως δολοφόνος από συκοφάντες τρίτους και εν τέλει να αποφασίσει να τελέσει έναν φόνο, δίχως όμως να κερδίζει το παραμικρό από κάτι τέτοιο, παρά μόνο να θέλει να επιβεβαιώσει βλακωδώς τα όσα ψευδώς τον κατηγορούσαν.
Το ίδιο συνέβη και με την Χρυσή Αυγή, καθώς και αυτή κατηγορήθηκε
συστηματικά και αυθαίρετα ως εγκληματικό κόμμα, ενώ δεν είχε να εισπράξει το
παραμικρό από την τέλεση των πράξεων για τις οποίες κατηγορήθηκε. Αυτό
ουσιαστικά ήταν και το νόημα της δήθεν ομολογίας του Μιχαλολιάκου τον
Σεπτέμβριο του 2015, όταν δήλωσε για την δολοφονία Φύσσα ότι η Χρυσή Αυγή
αναλαμβάνει την πολιτική ευθύνη μεν, αλλά ποινική ευθύνη δεν υπάρχει. Η τότε
δήλωση του Μιχαλολιάκου λοιδορήθηκε αδίκως, διότι ο τελευταίος το μόνο που
ήθελε να εκφράσει είναι την αλήθεια, το ότι δηλαδή η Χρυσή Αυγή πλήρωσε το
πολιτικό κόστος της δολοφονίας με κάμψη ή και με την μείωση των ποσοστών της,
καίτοι δεν είχε καμία νομική εμπλοκή στην εν λόγω υπόθεση.
Εν κατακλείδι, το μεγάλο
πρόβλημα της νομικά και ηθικά προκλητικής αγόρευσης της εισαγγελέως του
Εφετείου είναι ότι δημιουργεί δυστυχώς νομικά τετελεσμένα. Πέραν των
αντιρατσιστικών νόμων, τους οποίους θεσμοθέτησε το προδοτικό και δημαγωγικό
κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, η πρόσφατη αγόρευση κατά την εκδίκαση της έφεσης
του δικαστηρίου της Χρυσής Αυγής, ουσιαστικά ποινικοποιεί και νομολογιακά την
υιοθέτηση εθνικιστικών ιδεολογιών και την γενικότερη πολιτική δράση
εθνικιστικών φορέων, ακόμη και αν οι φορείς αυτοί δεν τελούν καμία ποινικά
κολάσιμη πράξη. Στοχεύεται πλέον η εθνικιστική ιδεολογία, παρά τα προκλητικώς
υποκριτικά φληναφήματα και εξαγγελίες του φιλελεύθερου κατεστημένου, περί
ελευθερίας του φρονήματος, την οποία υποτίθεται πως εκφράζει. Οι Εθνικιστές
οφείλουν να γνωρίζουν ότι τα δύσκολα είναι μπροστά μας τόσο νομικά, όσο και
πολιτικά και δυστυχώς οι πρόσφατες πολιτικές κινήσεις των «διορατικών»
ηγετίσκων τύπου Κασιδιάρη δυσχέραναν την κατάσταση πολύ περισσότερο απ’ ότι την ωφέλησαν. Το
πιθανότερο είναι ότι θα χρειαστούν πολλά χρόνια, προκειμένου ο εθνικισμός στην
Ελλάδα να ανακάμψει ουσιαστικά και συντεταγμένα.
~Μυρμιδών

















.png)
