To παρακάτω άρθρο, αναφέρεται στον μεγαλύτερο φιλόσοφο
του 20ου αιώνα, με μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη του υιού του Hermann, που
παραχώρησε στους Antonio Gnoli και Franco Volpi.
Η συνέντευξη βρίσκεται στο
βιβλίο τους, «Συζητήσεις για τον Martin Heidegger, ο τελευταίος σαμάνος», του
2005.
Το να μιλά κάποιος για το τεράστιο αυτό μυαλό της φιλοσοφίας, είναι πάντα
ενδιαφέρον, ακόμη και από τους ορκισμένους εχθρούς του, που δεν μπορούν να … χωνέψουν
τις μη πολιτικά ορθές επιλογές του
Όταν οι σοβάδες του χρόνου σιγά σιγά πέφτουν, τότε
είναι που φανερώνεται από πίσω απ' το επίχρισμα, το δομικό υλικό του χαρακτήρα
των ανθρώπων. Κάποιοι από τους πρωταγωνιστές του ’21 θα ‘πρεπε να ‘ναι στις μαύρες
σελίδες της ιστορίας άλλοι σε περίλαμπρη θέση και κάποιοι άλλοι παραμένουν
(ακόμη) με το οξειδωμένο από τη νοτιά της ιστορίας φωτοστέφανο τους, που όμως
κι αυτό ολοένα αποσυντίθεται.
Αν και το όνομα του κοσμεί πανεπιστήμιο της χώρας, στις σχολικές εορτές σπανίως αναφέρεται ενώ ελάχιστες αναφορές υπάρχουν στα εκπαιδευτικά βιβλία. Δεν κάνω λόγο φυσικά για αφιερώματα σε εκπομπές στην τηλεόραση ή ομιλίες στο στράτευμα, ανάξιοι λόγου οι πολιτικοί
και στρατιωτικοί ηγήτορες.
Οι σύγχρονοι «Ηρόστρατοι» που κρατάνε τα χαλινάρια της
ανθελληνικής εξουσίας, είχαν μάλιστα την φαεινή ιδέα να δώσουν το όνομα του στα σχέδια της αυτοδιοικητικής συρρίκνωσης όπου τελικά μετέτρεψαν τις επαρχίες σε καταναλωτικές περιφέρειες της καπιταλιστικής Ευρωπαϊκής
Ένωσης.
Το όνομα του «αυταρχικού» ανδρός που επέφερε παλαιότερα την οργή του Μαρξιστή
ιστορικού Κορδάτου και την πρόσφατη αδιαφορία του υπουργού Άδωνη Γεωργιάδη δεν είναι
άλλο παρά αυτό του Κόμη Ιωάννη Καποδίστρια.
Η ταινία του σκηνοθέτη Γιάννη Σμαραγδή αποτελεί το καλλιτεχνικό
γεγονός της χρονιάς. Μια φλόγα μέσα στο σκοτάδι της δυστοπικής νεωτερικότητας.
Ξαφνικά οι χορηγοί
αποσύρθηκαν το κράτος αδιαφόρησε όπως ήταν αναμενόμενο άλλωστε και οι υπεύθυνοι του κέντρου κινηματογράφου
αρνήθηκαν κάθε χρηματοδότηση.
Οι απειλές δεν έλειψαν από την παλέτα του μίσους
που κυριαρχεί στο προτεκτοράτο, οι καταγγελίες ποτέ δεν έγιναν αντικείμενο
μελέτης από την ελ.ας ενώ ουδείς εκ του «εθνικιστικού χώρου» δεν τολμάει να
θέσει - έστω επικοινωνιακά - το θέμα της ανάδειξης των ενοποιημένων απορρήτων φακέλων που βρίσκονται στο αρχείο του βρετανικού υπουργείου εξωτερικών στο
Λονδίνο και αποκαλύπτουν τα μυστικά σχέδια και τις ευθύνες της Αγγλίας σε σχέση με τον
τελετουργικό θάνατο του Καποδίστρια.
Αντιδράσεις είχε προκαλέσει παλαιότερα ο χλευασμός του πρώτου
κυβερνήτη της Ελλάδας από πανεπιστημιακό και μέλος της επιτροπής 2021 για τον εορτασμό των 200 ετών
από την Ελληνική Επανάσταση.
Προσφάτως μάλιστα γνωστό πρωτοκλασάτο στέλεχος του «αντιεξουσιαστικού
χώρου» έσπευσε να σπιλώσει στο Χ το όνομα του Ιωάννη Καποδίστρια, εφημερίδες από ακριβό
χαρτί που πωλούνται δωρεάν στους σταθμούς του μετρό φιλοξένησαν λίβελους για το πρόσωπο του, ενώ αντιφασιστικές
ιστοσελίδες είτε δεξιάς είτε αριστερής κοπής ξέρασαν χολή για τον Κυβερνήτη.
Ελάχιστοι
όρθωσαν την φωνή τους προς υπεράσπιση του δολοφονημένου Ηγέτη μεταξύ αυτών
κάποιοι σύλλογοι μνήμης ενώ κορυφαίες κυβερνητικές προσωπικότητες «πάγωσαν» από την
αποδοχή του trailer της ταινίας και
αναμένεται να εμφανιστούν στην πρεμιέρα για να σώσουν τα όποια προσχήματα …
Αυτές οι γραμμές ας είναι ένας φόρος τιμής στην μνήμη του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια.
Αν υπήρχε συγκροτημένο επαναστατικό εθνικιστικό
κίνημα όφειλαν οι πρωτεργάτες και ηγέτες του να ορκίζονται στον τάφο του στην
Κέρκυρα, με γνώμονα το καλό του Έθνους και να παίρνουν όρκο εκδίκησης για τον
θάνατο του και την διαχρονική δυστυχία που μας έριξαν οι Αρμοστές και τα τσιράκια τους.
Η γοητεία του Καποδίστρια έγκειται στο ότι λειτούργησε
εξαρχής και ταυτόχρονα ως αντίπαλος και των δυο ομάδων που έκτοτε εν πολλοίς
καθορίζουν τις τύχες τις χώρας: τα πελατειακά καπετανάτα από την μια μεριά και
τους «διαφωτισμένους» εισαγωγείς των δημοκρατικών Ιακωβινικών μοδών από την
άλλη.
Το επίτευγμα αυτών των δυο ομάδων είναι ότι διαχρονικά εμφανίζονται ως
άσπονδοι εχθροί, ενώ στην πραγματικότητα η δήθεν αντιπαλότητά τους επιτρέπει να
συγκυβερνούν σε έναν 200ετή «μεγάλο συνασπισμό» κάτω από την μύτη των Ελλήνων
που συνεχίζουν να εμπιστεύονται τον σάπιο κοινοβουλευτισμό.
Εξαρχής, ο Καποδίστριας προσπαθούσε να καταδείξει το
ανεφάρμοστο του δημοκρατικού πολιτεύματος, καθώς ο αυταρχισμός της Τουρκοκρατίας είχε προκαλέσει δυσεπίλυτα προβλήματα.
Οι Έλληνες έπρεπε να
αποκτήσουν παιδεία, προκειμένου να συμμετάσχουν υγιώς στα κοινά. Ακόμη και οι
πιο ισχυρές οικογένειες έπρεπε να μάθουν να χρησιμοποιούν τη δύναμη τους όχι ως
δυνάστες του λαού, αλλά ως αρωγοί του και ως υποστηρικτές της οικονομίας, με
εμπιστοσύνη στον Κυβερνήτη.
Είναι αλήθεια προς φρίκη πολλών ότι ανδρώθηκε ιδεολογικά
σε ένα περιβάλλον απολύτως ξένο προς τις αστικοδημοκρατικές ιδέες με στόχο την
εθνική απελευθέρωση, δεν πίστεψε ποτέ στις πομφόλυγες που εκτόξευαν μητραλοίες όπως
ο Μαυροκορδάτος και ο Κωλέττης που υπήρξαν πιστά όργανα των ξένων του Φαναριού αλλά και του Σουλτάνου.
Ανέλαβε κυβερνήτης της επαναστατημένης Ελλάδας το
1827, εξαρχής κυβέρνησε με συγκεντρωτικό τρόπο, παραμερίζοντας το σύνταγμα της
Τροιζήνας της οποίας η Εθνοσυνέλευση τον είχε εκλέξει Κυβερνήτη, και αντικαθιστώντας
τη Βουλή με το λεγόμενο «Πανελλήνιον», ένα 27μελές σώμα συμβουλευτικού
χαρακτήρα υπό τον απόλυτο έλεγχο του, όπως και η Κεντρική Γραμματεία που
επιτελούσε ρόλο υπουργικού συμβουλίου.
Μολονότι φαινομενικά ορκίστηκε για την
τήρηση των Εθνοσυνελεύσεων της Επιδαύρου, του Άστρους και της Τροιζήνας γρήγορα
πέταξε στον κάλαθο των αχρήστων τα γραπτά αστικοδημοκρατικά τερτίπια και οραματίστηκε
όχι απλά το Νέο Κράτος αλλά την «Ελληνική Πολιτεία».
Μολονότι τον κατακρίνουν
οι εχθροί του για αυτές τις ενέργειες ξεχνούν ότι: «η Γ’ Εθνοσυνέλευση της
Τροιζήνας εξέλεξε ομόφωνα εν ονόματι του Ελληνικού Έθνους Κυβερνήτη της Ελλάδος
τον Ιωάννη Καποδίστρια και μεταβίβασε σ’ αυτόν τη νομοτελεστική της εξουσία για
μία επταετία από 3Απριλίου 1827.
Οι
Πληρεξούσιοι στη συνέχεια, υπέγραψαν την 6η Απριλίου, το προσκλητήριο γράμμα
προς τον Καποδίστρια με το οποίο αναγνώριζαν ότι:
«τα κακά που επήγασαν στο
διάστημα του επταετούς αγώνος του Έθνους οφείλονταν στην πολυμέλεια της Νομοτελεστικής
Δυνάμεως και ότι προς αποφυγή όλων αυτών των κακών, η Συνέλευση αποφάσισε τη
συγκέντρωση όλης της Νομοτελεστικής Δυνάμεως σε έναν και μόνο. Τον
προσκαλούσαν δε να επιταχύνει την άφιξή του στην Ελλάδα».
Ο Κυβερνήτης,
φτάνοντας στην Αίγινα, έχει μελετήσει προσεκτικά τα προηγούμενα συντάγματα με
τη διάκριση των εξουσιών και κατάλαβε ότιδημιουργούσαν πολυαρχία και αδυνάτιζαν την εξίσου πολυμελή εκτελεστική
εξουσία που δεν μπορούσε να πάρει αποφάσεις.
Έπρεπε να ικανοποιηθούν όλοικαι αυτό οδηγούσε στην καταστροφή. Η τέλεια
ασυδοσία που επακολούθησε και η σειρά των εμφυλίων πολέμων ήταν το θλιβερό
επακόλουθο των «ανακατεμένων εξουσιών» που όριζαν τα δημοκρατικά συντάγματα.
Το
Kράτος ως έννοια που
έχει σύμφωνα με την μυθολογία αδερφή την Βία (…) ποτέ δεν συγκίνησε πραγματικά τον
Κυβερνήτη, η Πολιτεία υπήρξε όμως η Ουτοπία του Μέλλοντος και η ουσία της σκέψης
του.
Κατέβαλε σημαντικές προσπάθειες για τη δημιουργία θεσμών κυριολεκτικά εκ
του μηδενός, καταστέλλοντας την πειρατεία, θέτοντας τις βάσεις της δημόσιας
διοίκησης εκπαίδευσης και απονομής δικαιοσύνης, αναδιοργανώνοντας το στρατό,
ιδρύοντας το Εθνικό Νομισματοκοπείο και το πρώτο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα της
χώρας, την «Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα».
Πέτυχε να επικρατήσει εσωτερική
ειρήνη, να οργανωθεί στοιχειωδώς η διοίκηση, να λειτουργήσει με κάποια επάρκεια
ο κυβερνητικός μηχανισμός, να ληφθεί μέριμνα για τα ορφανά και γενικά για όσους
ήταν τελείως απροστάτευτοι. Η χώρα απέκτησε ασφάλεια και τέθηκαν οι βάσεις μιας
ομαλής πορείας.
Για τον Κυβερνήτη προτεραιότητα είχε η εκδίωξη των Τούρκων και
των Αιγυπτίων από την Πελοπόννησο και τη Στερεά και η εξασφάλιση όσο το δυνατόν
ευρύτερων συνόρων για το υπό σχηματισμό κράτος. Παρά το γεγονός ότι τον
αποδέχτηκαν αρχικά οι ξένες δυνάμεις προς εφαρμογή των σχεδίων τους ο ίδιος ήξερε
τι έπρεπε να κάνει προς όφελος της Πατρίδας και μόνο υπέρ αυτής.
Υπονόμευσε την θέση των
κοτζαμπάσηδων που αντικατέστησαν τους Τούρκους στους θώκους της εξουσίας και
άρχισε να ξηλώνει όλες τις παγίδες όλων αυτών που είτε με ράσα είτε, χωρίς
ήθελαν και πάλι έναν νέο Σουλτάνο στον σβέρκο του λαού μας.
Στην πρώτη του
κυβέρνηση ο Καποδίστριας δεν αποκλείει κανέναν, ούτε και αυτούς που
αναμείχθηκαν με άσχημο τρόπο στους εμφυλίους πολέμους που προηγήθηκαν, ούτε και
αυτούς που διαχειρίστηκαν πολλές φορές με σκανδαλώδη τρόπο τα «εθνικά δάνεια». Πολλοί
από αυτούς θα αποτελέσουν πολύ σύντομα το σκληρό πυρήνα της αντιπολίτευσης
εναντίον του.
Με αφορμή την Ιουλιανή επανάσταση στη Γαλλία και την επικράτηση
του Φιλελευθερισμού, μεσαία και κυρίως ανώτερα στρώματα κινήθηκαν κατά του
Καποδίστρια. Οι Άγγλοι ασφαλώς υποδαύλιζαν τη δυσφήμιση του Κυβερνήτη.
Η αστική δημοκρατία
για μια ακόμη φορά επιβεβαιώνει πλήρως τον διαχρονικό ιερό Πλατωνικό Λόγο αφού αυτή οδηγεί νομοτελειακά
στην απόλυτη τυραννία. Οι φανερές πολιτειακές λύσεις που είχε αρχικά ο
Καποδίστριας στη φαρέτρα του απέναντι στα χαοτικά σχέδια των αντιπολιτευόμενων ήταν
δύο: Πρώτον, να κηρύξει δικτατορική εξουσία με τη βοήθεια του Στρατού.
Δεύτερον, να ωθήσει τον λαό σε επανάσταση εναντίον της Βουλής.
Δεν έπραξε
τίποτα από τα δυο, διότι γνώριζε καλά τις συνέπειες και την λασπολογία που θα ξεκινούσε από την μήτρα της αστικής δημοκρατίας και της τρομοκρατίας την Γαλλία καθώς και την δύναμη του τύπου
που ελεγχόταν από τα ξένα κέντρα και τις μυστικές υπηρεσίες.
Αντ’ αυτών, ο Καποδίστριας πρότεινε τη
«μεταβολή» του πολιτεύματος, στην οποία συμφώνησαν όλοι οι πολιτικοί παράγοντες
και φυσικά θυμίζει σε όσους διαθέτουν ιστορική μνήμη, την κρίση του πανικόβλητου αστικού πολιτικού κόσμου που αποδέχτηκε με έκδηλη ανακούφιση την έκτακτη ανάληψη της πρωθυπουργίας υπό τον Στρατηγό Γεώργιο Τσολάκογλου, σε στιγμές τραγικές για την Πατρίδα το 1941 μετά την κατάρρευση του μετώπου, όπου ανέλαβε παρά το θέμα υγείας, την ευθύνη για την αποφυγή του ολοκληρωτικού αφανισμού και την αιχμαλωσία του στρατεύματος καθώς και του λαού μας προς όφελος των Άγγλων.
Οι λιμοκοντόροι
πολιτικάντηδες και πάσης φύσεως δημοκράτες πάντα σπεύδουν στο τέλος σε έναν
Αντιδημοκράτη για να σώσουν την Πατρίδα αλλά και το τομάρι τους, ενώ μετά όταν
έρχονται και πάλι στην εξουσία κάνουν ουρά στα ειδικά δικαστήρια γιανα κατηγορήσουν με απύθμενο θράσος τους «Προμηθείς» ως «προδότες»
και «δοσίλογους», ποιοι άραγε, αυτοί που ζούσαν από τις χρυσές λίρες των Αγγλικών
δανείων του Αγώνα του 1821 και των Σιωνιστών τραπεζιτών, αργότερα από τα λεφτά των εμπόρων του Βενιζέλου, το ΄41 μέχρι το
΄44 με τις χρυσές λίρες της SOE ενώ τέλος μετά το ΄47 με τα δολάρια του σχεδίου Μάρσαλ!
Ακόμα και ο κατοπινός του πολιτικός αντίπαλος, ο οποίος
έδωσε αφορμή γι’ αυτά τα ευφάνταστα περί καταπίεσης, ο Σπυρίδων Τρικούπης,
έγραψε: «Ουδέποτε άνθρωποι εδέχθησαν με ευνοϊκότερο τρόπο τον σωτήρα τους».
Αυτό
θυμίζει μαρτυρίες πολιτικών αμέσως μετά την έλευση της 21ης Απριλίου αν και
οι Στρατιωτικοί του 1967 ουδεμία πολιτική παιδεία είχαν σε αντίθεση με τον
Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια που διέθετε διπλωματική εμπειρία πολιτική ευφυΐα και κοινωνική οξυδέρκεια.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο θάνατος του Κυβερνήτη οδήγησε
στην έλευση του Όθωνα και της μισητής Αντιβασιλείας καθώς και του Μαξ ντε Ρότσιλντ που ανέλαβε αμέσως την χρηματοπιστωτική εξουσία στην χώρα μας.
«Το Σύνταγμα ομοιάζει με ξυράφι στη χρήση του
οποίου ήταν αγύμναστα τα χέρια των Ελλήνων», είπε κάποτε ο Καποδίστριας στον
Άγγλο Πλοίαρχο και αργότερα Πρέσβη της Μεγάλης Βρετανίας στην Αθήνα, Εδμόνδο
Λάϋονς, όταν αυτός τον προέτρεπε να χορηγήσει Σύνταγμα.
Η κλασική τακτική των άθλιων αστοδημοκρατών είτε την εποχή του Ιωάννη Καποδίστρια είτε αργότερα με τον ολέθριο
Ελευθέριο Βενιζέλο και τον ουτιδανό Γεώργιο Παπανδρέου, δεν είναι παρά η απομίμηση
των ιδεών εκείνων που ονομάζονται συνοπτικά ως «Σύνταγμα» και σώζουν το πολίτευμα
αλλά τελικά καταστρέφουν τάχιστα την Πατρίδα και τον Λαό, στο όνομα πάντα της «ισότητας» και της
«ελευθερίας» όπως ονομάζουν τα συμφέροντα τους οι πολυεθνικές και οι στοές.
Οι δημοκράτες που εναντιώθηκαν στον Κυβερνήτη επιζητούσαν συμμετοχή στα κοινά μόνο εκείνων που είχαν περιουσία και ήταν
αυτόχθονες (!) δηλαδή οι πρόκριτοι οι ιεράρχες και οι πολιτικοί με στόχο να
αποκλειστούν οι αγρότες και οι πολεμιστές που ζούσαν εκτός των ορίων της επικράτειας θυμίζοντας
τις σχέσεις διαφθοράς του σήμερα.
Οι δημοκράτες που εναντιώθηκαν στον Κυβερνήτη δεν ήθελαν να υπάρχουν έσοδα
για το κοινό καλό αλλά μόνο για τα ξένα κόμματα που υπηρετούσαν κάτι που
θυμίζει τα σημερινά χρέη των κομμάτων εξουσίας.
Οι δημοκράτες που εναντιώθηκαν στον Κυβερνήτη ζητούσαν από τα
άδεια ταμεία άμεσες αποζημιώσεις υπέρογκων ποσών για να περνάνε καλά στους πύργους της Μάνης και τις επαύλεις των Νήσων αν μη τι άλλο οι λήσταρχοι του τότε ΟΠΕΚΕΠΕ φορούσαν και φουστανέλες, ενώ
ο Καποδίστριας αρνήθηκε να υποταχθεί σε νέες δυσμενείς δανειακές συμβάσεις καθώς και να
πει και «ευχαριστώ» όπως έπραξε γνωστός πρωθυπουργός της Μεταπολίτευσης.
Οι
δημοκράτες που εναντιώθηκαν στον Κυβερνήτη πανηγύρισαν σε πρωτοσέλιδα την εξόντωση του όπως οι σύγχρονες
φυλλάδες επευφήμησαν το '46 τον απαγχονισμό των Εθνικοσοσιαλιστών στην Νυρεμβέργη ή
την πτώση των Αντιδημοκρατών Ηγετών του Αραβικού Κόσμου προς όφελος των
Σιωνιστών.
Οι δημοκράτες που εναντιώθηκαν στον Κυβερνήτη έκαψαν τα πολεμικά πλοία προς όφελος του ξένου παράγοντα
που γελούσαν με την κατάντια των προεστών, θυμίζοντας το αντιτορπιλικό «Βέλος» που παραδόθηκε
σε ξένη δύναμη και οι πρωτεργάτες του κινήματος επιβραβεύτηκαν αργότερα από τον ξενόδουλο Καραμανλισμό.
Η δημοκρατία
διαχρονικά είναι ο βιαστής της λογικής και ο γδάρτης του λαού μας.
Σε όλα τα
παραπάνω ο «αυταρχικός», «αντιδημοκράτης», «πρωτοφασιστής» Κόμης Καποδίστριας, αντέταξε το λαϊκό συμφέρον και το πλήρωσε με το αίμα του με ηθικούς αυτουργούς τις ξένες πρεσβείες και φυσικούς αυτουργούς τους διαχρονικούς εντολοδόχους του παρακράτους.
Δεν είναι
τυχαίο ότι ακόμη και σήμερα τον μισούν από τους «Ιεχωβάδες» του Περισσού μέχρι τους «αρχιερείς»
του φιλελευθερισμού.
Τον είπαν «συγκεντρωτικό», «τύραννο» και «δικτάτορα» (και
τι με αυτό; οι αντιδημοκράτες δεν οφείλουν να διαθέτουν δηλώσεις μετανοίας) στις στήλες των επιδοτούμενων εφημερίδων της Ύδρας οι γνωστοί κατευθυνόμενοι ποντικοί του
φιλελευθερισμού, όμως αυτός ως Μάρτυρας Εθνικός και «Άγιος της πολιτικής» αφού πρώτα μεγαλούργησε έπεσε ηρωικά - καθόλου τυχαία τα θανατηφόρα πλήγματα από βόλια στην βάση του κρανίου και από το τεκτονικό ξίφος στην βουβωνική χώρα - στα σοκάκια του Ναυπλίου υπέρ του Ελληνισμού και των
Παραδόσεων του έθνους μας.
Από την ήττα του Ελληνισμού στην Πύδνα έως και σήμερα, το έθνος συνεχίζει να έχει
αναλαμπές δόξας και αντίστασης, ενάντια στον μεγαλύτερο εχθρό του, που από την Μήλο και
την Εύβοια της αρχαιότητας, την Βανδέα, την Απείρανθο της Νάξου, την Δρέσδη, το Αμβούργο, τον Πειραιά, την Χιροσίμα μέχρι και την Φαλούτζα, συνεχίζει να σπέρνει την δυστυχία και τον θάνατο και να παίρνει διαχρονική μορφή στην τυραννία που ονομάζεται Δημ(ι)οκρατία!
Η επέλαση της Νεωτερικότητας στον 19ο αιώνα και οι
καταστροφικές αλλαγές που επέφερε η Βιομηχανική Επανάσταση σάρωσαν τον κόσμο
της Παράδοσης.
Μια από αυτές τις αλλαγές ήταν ο εορτασμός των Χριστουγέννων.
Ειδικότερα στην Αγγλία την μήτρα του τότε αναδυόμενου βιομηχανικού
καπιταλισμού. Στη Μεσαιωνική Αγγλία τα Χριστούγεννα αποτελούσαν 12ήμερη
εοραστική αργία χαρακτηριζόμενη από γλέντια, ποτά, παιχνίδια και φιλανθρωπίες
των πλουσίων και των προυχόντων προς τα κατώτερα λαϊκά στρώματα.
Ένας θορυβώδης
εορτασμός της γέννησης του Χριστού που θύμιζε τις αρχαϊκές διονυσιακές εορτές
του Ηλιοστασίου και των Σατουρναλίων
«Η ΣΕΛΛ, η ΕΣΣΟ και η ΤΕΞΑΚΟ του φίλου μας, του Ροκφέλλερ,
με μια μαχαιριά μας έσπρωξαν στην αγκαλιά της Σοβιετικής Ένωσης»
Το εμβληματικό εξώφυλλο του περιοδικού "Έλληνας Εργάτης" το
οποίο εξέφραζε την εποχή εκείνη την "αριστερή" πτέρυγα του κόμματος
της "Χρυσής Αυγής" και το οποίο προκάλεσε αντιδράσεις στους κύκλους της αστικής ακροδεξιάς και των αριστεριστών.
Ο Νίκος Μιχαλολιάκος όταν βρέθηκαν τα οστά του Γκεβάρα και ακολούθησε η μεταφορά τους στην Κούβα, έγραψε υμνητική νεκρολογία στην τελευταία σελίδα της κομματικής εφημερίδας.
Μετάφραση για την συντακτική ομάδα:
Στέφανος Καρδιτσιώτης
Από την οπτική
γωνία της Φαλαγγίτικης ιδέας, ο Τσε είναι το παράδειγμα ενός ολικούσυμβιβασμού με τον Λατινοαμερικάνικο κόσμο. Η
θυσία του δεν έγινε επί ματαίω, γιατί ο καθένας που αισθάνεται το καθήκον της
ένωσης με τον λαό του, πρέπει να έχει μια επαναστατική συμπεριφορά αποφεύγοντας
κάθε είδους ελαφρότητα στην ζωή του. Το να πεθάνεις νέος, δεν σημαίνει τίποτα
εάν στοσύντομο αυτό διάστημα της ζωής
σου μπορέσεις να σταθείς στο ύψος των προσδοκιών των καταπιεσμένων λαών και
εθνών, καθώς και τωναιτημάτων τους για θυσία της νεολαίας στο
βωμό του απελευθερωτικού αγώνα.
Ο JoseAntonioPrimodeRivera είχε πει ότι «Η επανάσταση είναι δουλεία μιας τολμηρής, αμείλικτης
μειονότητας με ανοσία στην αποθάρρυνση, μιας μικρής ομάδας ανθρώπων που οι
πρώτες τους ενέργειες δεν θα γίνουν κατανοητές από τις μάζες, αφού αυτές αποτελούν τα θύματα μιας μακράς περιόδου φθοράς
και θα αντικαταστήσουν την σύγχυση της ύπαρξης τους, από την χαρά και την
καθαρότητα της νέας τάξης».
Ο Αργεντίνος επαναστάτης υπήρξε θαυμαστής του αγώνα των Εθνικιστών ανταρτών της ΕΟΚΑ Α' και στην φωτογραφία εμφανίζεται στο πλευρό του Εθνικιστή Στρατηγού και φιλοναζιστή Juan Peron κατά την διάρκεια της εξορίας του στην Μαδρίτη.
Ο Τσε Γκεβάρα άνηκε ακριβώς σε αυτό το είδος
επαναστατικής μειονότητας, που αγωνίζονταν για την ολοκληρωτική απελευθέρωση
των Ισπανόφωνων πληθυσμών από την επικυριαρχία εγκάθετων κυβερνήσεων ελεγχόμενωναπό τους παρασιτικούς γιάνκηδες. Η αντίληψη του άνηκε στονηρωικό τρόπο ζωής.
Η σκέψη του και η δράση του είναι ένα φωτεινό
παράδειγμα αυτού του τρόπουόταν έλεγε «Το
να βρεις τον τρόπο να διαιωνίσειςτην
ηρωική επαναστατική συμπεριφορά στην καθημερινή ζωή, είναι από ιδεολογικής
πλευράς η πιο κρίσιμη αποστολή. Το εργαλείο κινητοποίησης του λαού πρέπει απαραίτητα να είναι πρώτα απ΄ όλα ηθικό».
Έτσι, αυτή η μειονότητα έγινε η επαναστατική εμπροσθοφυλακή που σκοπό είχε να χτίσει στο μέλλον ένα ελεύθερο έθνος και να του προσφέρει μια
κοινωνική δικαιοσύνη ανύπαρκτη μέχρι τότε.
Γιατί αυτή η Φαλαγγίτικη προσκόλληση στον Τσέ; Πάνω
απ’όλα γιατί η θυσία του είναι αυτό που
ο επαναστατικός Φαλαγγιτισμός πιστεύει ότι είναι το παράδειγμα που πρέπει να
ακολουθηθεί από όλους αυτούς, που βλέπουν την ζωή τους σανυπηρεσία σε μια πολιτική κοινότητα που αναζητά
την κοινωνική δικαιοσύνη και που η νεοφιλελεύθερη
πλάνη τους την έχειαρνηθεί.
Ο Τσέ Γκεβάρα είχε συνειδητοποιήσει απόλυτα την
συμβιβαστική σχέση μεταξύ μιας ζωής
δοσμένης σε ένα σκοπό σχετιζόμενο με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και των λαών που αναζητούσαν την απελευθέρωση τους από το
τοκογλυφικό κεφάλαιο. Τα λόγια του αντηχούν ξεκάθαρα «Ο καθένας μας θα κληθεί
να πληρώσει εν΄ ευθέτω χρόνο το μερίδιο του στην θυσία, αισθανόμενοςικανοποίηση για το καθήκον που έχει εκτελεστεί, αντιλαμβανόμενος
την συλλογική πρόοδο προς τον νέο άνθρωπο».
Ο αγώνας είναι αέναος, δεν υπάρχει τέλος γιατί κάθε λεπτό
η ύπαρξη των επαναστατών του σαλονιού μπορεί να γίνει αιτία άρνησης του
επαναστατικού θριάμβου. Γι΄αυτό, πλήρης ήθους του Jose Antonio διακηρύσσουμε
ότι όποιος κάνει μια επανάσταση, δεσμεύεται και για την ολοκλήρωση της. Ο Τσε
Γκεβάρα πρώτα ολοκλήρωσε την Κουβανική επανάσταση και μετά προσπάθησε σαν μια ηθική
και επαναστατική αναγκαιότητα να κάνει την επανάσταση στην Λατινική Αμερική.
Ο
τελευταίος του αγώνας έμεινε στην μέση, εξαιτίας του θανάτου του και των
λαθώνκάποιων κομμουνιστικών κομμάτων της
Λατινικής Αμερικής που διοικούνταν από δικτακτορίσκους. Γι΄αυτό, τα
επαναστατικά οράματα στην Λατινική Αμερική προήλθαν από τα εθνικοεπαναστατικά
κινήματα, που έβαλαν την εθνική και κοινωνική απελευθέρωση πάνω από αυτούς τους
δικτακτορίσκους, που ήθελαν να βάλουν την ήπειρο κάτω από τον ζυγό ενός νέου ιμπεριαλισμού. Ο μόνος
τρόπος να αποφευχθεί αυτό το αποτέλεσμα ήταν ο θρίαμβος της επανάστασης σε ηπειρωτικό
επίπεδο ως εργαλείο της Λατινοαμερικανικής ενότητας. Έτσι ο Τσε θα έκανε το
Μπολιβαριανό όνειρο πραγματικότητα.
Ο Τσε Γκεβάρα θα αποτελεί πάντα το παράδειγμα μιας
ζωτικής ωριμότητας στο πεδίο της επαναστατικής δράσης.
Παραθέτοντας τον Μουνιέρ: «Κάποιος επιτυγχάνει την πλήρη ωριμότητα, την στιγμή
που επιλέγει ιδανικά ανώτερα της ζωής της ίδιας». Γι΄αυτό η πρώτη επανάσταση
του Τσε ήταν προσωπική. Το γεγονός ότι άνηκε στην μεγαλοαστική τάξη δεν τον
εμπόδισε από το να αφιερώσει την ζωή του σε όλους αυτούς που υπέφεραν από την
καταπίεση των ανδρείκελων των γιάνκηδων.
Το να είσαι συνειδητοποιημένος για την
ανάγκη ριζοσπαστικών κοινωνικών αλλαγών
είναι το πρώτο βήμα ενός επαναστάτη ακτιβιστή. Πρέπει να βαδίσουμε μπροστά. Η
ειλικρίνεια της επαναστατικής δράσης και δυσκολίας, μπορεί να μας οδηγήσει
κάποιες φορές στο εκτελεστικό απόσπασμα ή
σε κάποια θανατηφόρα ενέδρα, ένας τέτοιος θάνατος όμως μας κάνει να
ανήκουμε στον πυρήνα της ιδέας.
Με την βοήθεια του Ιταλού καθηγητή και μελετητή φιλολογίας,
Gianluca Leggiero, σας παραθέτω το παρακάτω απόσπασμα μιας σύντομης μελέτης του
για τα δυο μεγάλα μυαλά του 20ου αιώνα και την διαμάχη τους.
Το 1932 είναι το έτος κατά το οποίο εκδόθηκε το “Voyage au
bout de la nuit” (Ταξίδι στο βάθος της νύχτας) του Celine και το “Der Arbeiter”
(Ο Εργάτης) του Ernst Jünger.
Έργα μεγάλης σημασίας για τους δυο συγγραφείς που
σημάδεψαν τον 20ο αιώνα. Στο τέλος της γαλλικής εκστρατείας κατά τον Β’
παγκόσμιο πόλεμο, ο λοχαγός Jünger στάλθηκε στο γενικό επιτελείο της
στρατιωτικής διοίκησης με έδρα το Παρίσι και εδώ είχε την ευκαιρία να
συναντήσει πολλές φορές μεταξύ άλλων μεγάλων διανοούμενων και συγγραφέων, κατά
τις περιβόητες λογοτεχνικές Πέμπτες στο σπίτι της Florence Gould, τον συγγραφέα
εκείνου του “Ταξιδιού” που τον είχε εντυπωσιάσει «τόσο για τη δύναμη του στυλ
του όσο και για τη μηδενιστική ατμόσφαιρα που προκαλούσε και αντανακλούσε πολύ
καλά την κατάσταση εκείνων των χρόνων».
Στις πολλές συνεντεύξεις που έδωσε ο
Γερμανός στοχαστής για τη συνάντηση με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα Celine, θα την
θυμάται πάντα με μάλλον δυσάρεστες τόνους, από τους οποίους αναδύεται μια βαθιά
περιφρόνηση, ίσως εμβληματική αν σκεφτεί κανείς ότι ανάμεσα στις διάφορες
γνωριμίες που είχε κατά την παριζιάνικη περίοδο του, αυτή ήταν η μόνη που δεν
αξιοποίησε να δείξει στοργή και θαυμασμό
Για ένα βιβλίο που αξίζει να προμηθευτείτε εδώ ...
17
Φεβρουαρίου 1998, Wilflingen.
Ο Ernst Junger περνάει πλέον σε μια άλλη ζωή μετά
από 103 χρόνια. Κάποια λόγια, σαν έναν ελάχιστο φόρο τιμής στον μεγάλο αυτόν
συγγραφέα και στοχαστή που εμπνέει καθημερινά και ιδιαίτερα σήμερα …
Σήμερα που
όλοι μας είμαστε πλέον απορροφημένοι στην ταχέως κινούμενη δίνη της σύγχρονης
καταστροφικής εποχής της μάζας και σαν οι άνθρωποι αγωνιζόμαστε για να βρούμε
ερείσματα και ασφάλεια, ενώ η ζωή φαίνεται να παρασύρεται από έναν αυτοματισμό
χωρίς προοπτική και χωρίς κάποιο αυθεντικό πεπρωμένο.
Σε μια φάση συσκότισης
και διασποράς, εκείνα τα διαυγή και διαφωτιστικά οράματα που είναι ικανά να
παρέχουν εναλλακτικούς και συγκεκριμένους τρόπους, γίνονται απαραίτητα.
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης (1866-1933) είναι ένας από τους πιο
αγαπητούς σύγχρονους Έλληνες ποιητές, του οποίου η ζωή και το έργο ενέπνευσαν
μια λεγεώνα καλλιτεχνών, επιστολών και κινηματογραφιστών.
Ήδη ένας θρύλος κατά
τη διάρκεια της ζωής του, φίλοι και θαυμαστές πραγματοποιούσαν τακτικές
συγγραφικές συσκέψεις στο διαμέρισμά του στην Αλεξάνδρεια, όπου και οι ξένοι
επισκέπτες έδειχναν το σεβασμό τους.
Ο Φιλίππο Τομάζο Μαρινέττι (1876-1944)
ήταν ένας από αυτούς τους επισκέπτες και η συνάντηση του με τον Καβάφη πρέπει
να θεωρηθεί ως μία από τις πιο εκπληκτικές συναντήσεις στη λογοτεχνική ιστορία.
Οι δύο άνδρες ήταν πολύ διαφορετικοί. Ο Καβάφης ήταν
ντροπαλός, υπομονετικός και ευγενικός, ο Μαρινέτι αυθάδης, αναβράζων,
θεατρικός. Μοιράζονταν, όμως, την αγάπη τους για την Αλεξάνδρεια, την κοινή
γενέτειρά τους.
Ο Μαρινέττι εισήχθη στον Καβάφη από τον Ατασάριο Κατράρο, το σκάνδαλο μιας διακεκριμένης οικογένειας Τριήσιων (ήταν δισέγγονος του Τσίριακο
Κατράρο, ιδρυτή του Χρηματιστηρίου στην
Τεργέστη).
Φίλος του Καβάφη και συχνός φιλοξενούμενος του στo σπίτι του, ο
Κατράρο είχε μεταφράσει μερικά από τα ποιήματα του Καβάφη στα ιταλικά και στη
δεκαετία του 1960 έγραψε ένα απομνημόνευμα για τον Καβάφη, που δημοσιεύθηκε μόνο
σε ελληνική μετάφραση το 1970
Ο Έρνστ Ρέμ όπως και οι περισσότεροι μαχητές των
Sturmabteilung «ζυμώθηκαν» μέσα στο καμίνι του Α Παγκοσμίου Πολέμου. Ψήθηκαν
στις μάχες και τα χαρακώματα γνωρίζοντας από πρώτο χέρι την πρωτοφανή βιαιότητα
και σφοδρότητα του Μεγάλου Πολέμου. Ο Ρεμ στη Γαλλία (όπου βρέθηκε πολεμώντας)
αναμφισβήτητα διαμόρφωσε τον χαρακτήρα και την ιδιοσυγκρασία του που θα τον
συνόδευε σε όλη την μετέπειτα πορεία του.
Ο πολεμιστής του χαρακώματος γνώριζε μόνο την πραγματικότητα
της μάχης. Ζούσε κάθε στιγμή στην απόλυτη ένταση της, την κάθε στιγμή ως την
τελευταία, την κάθε στιγμή ως ένα ριψοκίνδυνο αντίκρυσμα με το Μηδέν, με τον
Θάνατο. Αυτή η δοκιμασία πλάθει την Αίσθηση μίας Απόλυτης Ελευθερίας που
πουθενά αλλού δεν μπορεί να βιωθεί.
Ο άνθρωπος λυτρωμένος από τις καθημερινές
γήινες ανησυχίες, από την ρηχότητα μίας τετριμμένης μικροαστικής ζωής, από το
φθαρτό και το ρευστό. Λυτρωμένος από τον φόβο. Κοιτάζει την αλήθεια κατάματα,
ζει το απόλυτο, βρίσκεται στο μεταίχμιο του περάσματος στον «άλλο κόσμο». Ελεύθερος
από τον ίδιο του τον Εαυτό!
Η Ελευθερία του Στρατιώτη στο πεδίο της μάχης οδηγεί στον
Μηδενισμό. Η επαφή με το Μηδέν οδηγεί στην ύψιστη περιφρόνηση για την υλιστική
ζωή, για την ρουτινιασμένη μηχανιστική επανάληψη, για την πραγματικότητα των
αποκοιμωμένων και τον εκδουλευμένων και ανοίγει τους διάπλατους δρόμους για την
αναζήτηση των δυνατών εμπειριών, για την αναζήτηση μίας Ελευθερίας που
βρίσκεται στο «εδώ και τώρα» στην πληρότητα μίας ζωής που υψώνεται στη
μεγαλύτερη ένταση της.
«Όταν κάποιος στέκεται καθημερινά πρόσωπο με πρόσωπο με τον
θάνατο, τότε η εξωτερική εμφάνιση ξεθωριάζει σε μία ασημαντότητα και οτιδήποτε
είναι άχρηστο εξαφανίζεται. Μόνο το γνήσιο, το αληθινό και το ανδρικό διατηρούν
την αξία τους. Το μίσος που οι άλλοι διασκόρπιζαν στο εξωτερικό δεν βρήκε θέση
στη καρδιά του στρατιώτη γιατί απλά δεν το ένιωθε, γιατί είδε ότι όσοι
βρίσκονταν στην άλλη πλευρά υπέφεραν τις ίδιες τραγωδίες, εκτελούσαν το ίδιο
καθήκον και αντιμετώπιζαν τον ίδιο θάνατο. Ήταν απλά καθρέφτες του εαυτού του!
Δεν μισεί κανείς αυτό στο οποίο αντανακλάται, διότι τότε θα πρέπει να μισεί τον
εαυτό του.
Δεν υπάρχει πιο αληθινός χαρακτήρας από αυτόν της πρώτης
γραμμής. Η πείνα και η δίψα, η βροχή και ο παγετός, η ταλαιπωρία και οι
κίνδυνοι, οι πληγές και ο θάνατος αφαιρούν κάθε προσποιητή μάσκα και αναγκάζουν
τον άνδρα να αντιμετωπίσει την κάθε πρόκληση: δείξε αυτό που είσαι! Κάτω από
αυτόν τον ανελέητο προβολέα τίποτα δεν μπορεί να κρυφτεί και όλες οι σκέψεις
των ανδρών στρέφονται αναπόφευκτα στο ουσιώδες».
Ο Μηδενισμός του Ρεμ τον ώθησε στην επίθεση και την ρήξη με
έναν γερασμένο κόσμο που γνώριζε μόνο την δουλεία. Αυτόν της καπιταλιστικής
Βαϊμάρης. Δεν υπήρχε τίποτα που να άξιζε να διασωθεί αλλά αντιθέτως έπρεπε να
γκρεμιστεί από την σάρωση των καφέ στρατιών. Το ίδιο και το μίαρο απόστημα του
μπολσεβικισμού, το απότοκο της ίδιας σαπισμένης μήτρας του σύγχρονου κόσμου,
μία ζοφερή άλλη όψη του ίδιου νομίσματος.
Ο συνταγματικός «μπολσεβικισμός» της
πλήρως αστικοποιημένης Σοσιαλδημοκρατίας και ο εκτρεφόμενος από την Μόσχα
μπολσεβικισμός του Κομμουνιστικού Κόμματος.
Ο Ρεμ εντάχθηκε στο NSDAP και έγινε ηγέτης των περιλάλητων
SA. Φόβος και τρόμος των αντιφασιστών στους δρόμους των πόλεων, όσο και των
αστών και των καπιταλιστών των χρυσών γραφείων όπως απέδειξε η Ιστορία. Αιώνιο
αγκάθι για την ακροδεξιά και τους βολεμένους που δεν μπορούσαν να αντέξουν την
φωνή της Επανάστασης και την Ορμή της πραγματικής και ολοκληρωτικής
Εθνικοσοσιαλιστικής Επικράτησης.
Κόκκινο πανί για τους αντιφασίστες σύντομα ο Ρέμ έγινε
στόχος της χυδαιότητας, της λάσπης και της συκοφαντίας. Οι φυλλάδες αυτών που
απενοχοποίησαν την εκπόρνευση και την ομοφυλοφιλία, στην Γερμανία της εποχής,
τον κατηγόρησαν για.. «ανήθικο τρόπο ζωής».
Ο Ρεμ δεν αξίωσε ποτέ να γίνει
αγαπητός στους κύκλους της ακροδεξιάς υποκρισίας και της ατέρμονης ηθικολογικής
παράνοιας. Έζησε στο πεδίο της μάχης και η μόνη Ηθική που ήξερε ήταν αυτή του
Πολεμιστή, του Γενναίου. Η Ηθική των Μεγάλων Έργων. Πολύ πιο ΑΝΔΡΑΣ από
χαρτογιακάδες άκαπνους γραφειοκράτες και μπουρζουάδες που κρύβονταν στις
κομματικές αίθουσες όταν άλλοι πολεμούσαν στους δρόμους. Στη μηδενιστική του
αντίληψη συμπεριλήφθη και η σάπια, παρακμιακή ηθική της αστικής υποκρισίας και
της ιουδαιοχριστιανικής δουλικότητας.
«Ο στρατιώτης απομακρύνεται από αυτή το είδος ψευδούς ηθική
με αηδία. Αυτό που έχει σημασία για μένα, στο πεδίο της μάχης, δεν
είναι αν ένας στρατιώτης ανταποκρίνεται στην «ηθική της κοινωνίας» αλλά μόνο αν
είναι άνθρωπος πάνω στον οποίον μπορεί να στηριχτεί κανείς. Ένας «ανήθικος»
άνθρωπος που πετυχαίνει κάτι είναι για μένα πολύ πιο αποδεκτός από έναν «ηθικά
ορθό» που δεν καταφέρνει τίποτα. Η λεγόμενη κοινωνία διαπράττει το μεγαλύτερο
έγκλημα με την αποτίμηση των ανθρώπων κατά αυτόν τον τρόπο. Οι αυτοκτονίες των
σπουδαιότερων προσωπικοτήτων μιλούν πολύ εύγλωττα εδώ»
O Ρεμ λοιπόν μπορεί να ήταν «Διάβολος». Πράγματι ήταν. Άλλα
τέτοιους αξίζει η κόλαση της αστικής κοινωνίας. Όποιος θέλει Αγίους ας ψάξει
στα μοναστήρια. Ο Ρεμ τα ήθελε ΟΛΑ. Δεν αρκούταν στο τσάκισμα των Κόκκινων
και την ανάληψη της εξουσίας. Ήθελε ότι δικαιούνταν οι Γερμανοί εργάτες και
πρώην πολεμιστές, όσα δικαιούνταν οι προλετάριοι των SA. Όσα φτιάχνουν με τα
χέρια και το μυαλό τους. Τους κόπους της εργασίας τους.
Ζητούσε την
απαλλοτρίωση των μέσων παραγωγής και την απελευθέρωση της Γερμανίας από τα
αστικά παράσιτα υπεύθυνα για τον μεγάλο πόλεμο και την δυστυχία της Βαϊμάρης.
Ζητούσε ο Στρατός να περάσει επιτέλους στον Λαό και το Έθνος και να ηγηθούν οι
πραγματικοί πολεμιστές, όχι τα πρωσικά γουρούνια που παρακολουθούν τις μάχες με
τα κιάλια τους.
Δυστυχώς όλα αυτά τον έφεραν σε ρήξη με την αστική τάξη, το
στρατοκρατικό κατεστημένο και την ακροδεξιά. Τα αποτελέσματα γνωστά. Μία
προδομένη Επανάσταση, μία ανεκπλήρωτη Προσδοκία.
«Η μεγάλης κλίμακας στρατιωτική επίθεση που ξεκίνησε [το
Ισραήλ] εναντίον των αμάχων πληθυσμών που βρίσκονται συγκεντρωμένοι σε ένα
πραγματικό γκέτο, ένα πραγματικό στρατόπεδο συγκέντρωσης, μου φαίνεται
συγκλονιστική και ελπίζω να σταματήσει.
Αυτοί οι άνθρωποι είναι εγκλωβισμένοι
σε μια περιοχή από την οποία δεν μπορούν να ξεφύγουν. Είναι προφανές ότι
μοιάζει με στρατόπεδο συγκέντρωσης.
Καταλαβαίνω ότι ο ελέφαντας ερεθίζεται όταν το κουνούπι
του τσιμπάει το αυτί αλλά δεν μπορώ να πιστέψω ότι το Ισραήλ αισθάνεται ότι
απειλείται επειδή σε έξι μήνες, τρείς από τους πολίτες του έχουν πεθάνει από
ρουκέτες που εκτοξεύονται από την έρημο.
Καταλαβαίνω ότι το κράτος του Ισραήλ
θέλει να υπερασπιστεί τους πολίτες του, ακόμα κι αν απειλούνται σε μικρό βαθμό,
αλλά η απάντηση του, μου φαίνεται δυσανάλογη»
Οι παραπάνω δηλώσεις του Λεπέν έγιναν στις 8 Ιανουαρίου
2009.
Βέβαια η επικαιρότητα τους παραμένει ίδια όπως και η τεράστια ομοιότητα
με το σήμερα ...
Ο συνεταιρισμός της καταστροφής. Οι "καλοί"
της ιστορίας, είχαν γυρίσει το παιχνίδι. Πλέον η κατάληψη του Βερολίνου που θα
σήμαινε και την ολοκληρωτική τους νίκη, ήταν θέμα χρόνου. Όμως αυτό δεν τους
ήταν αρκετό. Ήθελαν αίμα. Κι άλλο αίμα. Αίμα αθώων παιδιών. Από ένα σημείο και
μετά, δεν ανταγωνιζόταν μόνο για το ποιος θα μπει πρώτος στο Βερολίνο αλλά και το
ποιος θα πετσοκόψει σαδιστικά, όσο περισσότερους περήφανους λευκούς ανθρώπους
μπορούσε που έκαναν το λάθος να θέλουν να ζήσουν με αξιοπρέπεια χωρίς να
αναγκάζονται να πληρώνονται με κουπόνια ή να γίνονται δούλοι του τόκου και
μαριονέτες του θείου Σαμ.
Σ' αυτόν τον διεστραμμένο ανταγωνισμό λοιπόν, η
Δρέσδη πλήρωσε το τίμημα. Εκεί που οι "καλοί" σύμμαχοι έριξαν 2.265
τόνους (!) βομβών πάνω σε σπίτια, σχολεία, νοσοκομεία, εγκαταστάσεις φιλοξενίας
(πραγματικών) προσφύγων, ακόμα και πλατείες όπου μικρά παιδιά είχαν βγει
ντυμένα μασκαράδες να γιορτάσουν τις Απόκριες γνωρίζοντας πως οι Κόκκινοι βρίσκονταν
μόλις 150χλμ μακριά από τις πύλες της πόλης. Η Δρέσδη ήταν μια πόλη στολίδι της
αρχιτεκτονικής.
Χωρίς καμία στρατηγική αξία. Χωρίς οχυρώσεις. Χωρίς καν, μια
υποτυπώδη αντιαεροπορική άμυνα! Μια πόλη που σβήστηκε απ το χάρτη με τα
συνολικά θύματα να αγγίζουν 6ψήφιους αριθμούς! Το συγκεκριμένο έγκλημα κατά της
ανθρωπότητας, όπου οργανωτής του ήταν ο γνωστός αλκοολικός, παιδεραστής του
Λονδίνου, έχει και μια άλλη ιδιαιτερότητα. Είναι (ίσως) το μοναδικό στην Ευρώπη
που καταδικάστηκε και συνεχίζει να καταδικάζεται, ακόμα και από αρκετούς
ιδεολογικούς μας αντιπάλους.
Από τότε, ατελείωτες σελίδες (φυσικές και
ηλεκτρονικές) έχουν αφιερωθεί στην εκτενή εξιστόρηση των δραματικών γεγονότων
εκείνων των ημερών παραθέτοντας μάλιστα συγκλονιστικές ιστορίες ανθρώπων που βγήκαν
ζωντανοί από αυτή την κόλαση που δημιούργησε η "καλή πλευρά της
ιστορίας". Δεν θεωρώ σκόπιμο λοιπόν να επαναλάβω τα ίδια απλά με άλλα
λόγια. Δεν θα έμπαινα καν στον κόπο να αφιερώσω χρόνο μόνο για να γράψω κοινοτυπίες
χωρίς καμία περαιτέρω ουσία.
Κοιτάζοντας λοιπόν στο σήμερα, εμείς οι λίγοι όσοι
θέλουμε να χαρακτηριζόμαστε αντάξιοι του ειδικού βάρους που φέρει η ιδέα, ας
σκύψουμε το κεφάλι σε ένδειξη σεβασμού προς όλα αυτά τα παιδικά χαμόγελα που
έβλεπαν τις εμπρηστικές βόμβες να πέφτουν και νόμιζαν ότι ήταν πυροτεχνήματα.
Ας αφιερώσουμε τη σκέψη μας στη μνήμη τους κι ας αναλογιστούμε λίγο τι βάρος
φέρουμε στους ώμους μας.
Υπάρχουν κάποιες ιστορίες που φαίνονται σουρεαλιστικές,
που μοιάζουν να έχουν γεννηθεί από το λαμπρό μυαλό ενός συγγραφέα φαντασίας.
Υπάρχουν κάποιες ιστορίες, όπως αυτή του Nicola Bombacci που γεννήθηκε
Σοσιαλιστής, έγινε Κομμουνιστής και πέθανε πυροβολημένος ως Φασίστας, που
φαίνεται να έχουν δημιουργηθεί ειδικά για την έκπληξη και το σκάνδαλο.
Μαζί με
τον Mussolini βρέθηκαν να είναι ένθερμοι Σοσιαλιστές επαναστάτες, ένα μαξιμαλιστικό
ρεύμα, για να χωριστούν στη συνέχεια, από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ήταν
φίλοι, ωστόσο, μια φιλία που θα κρατούσε, παρά τις πολλές διαφωνίες και τους
συνεχείς βίαιους «χωρισμούς».
Και ενώ ο Mussolini, που εκδιώχθηκε από το
Σοσιαλιστικό Κόμμα, ίδρυσε το “Fasci da Combattimento” το 1919, ο Bombacci το
1921, κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου του Λιβόρνο, μαζί με τους Bordiga και
Gramsci, ίδρυσαν το Κομμουνιστικό Κόμμα από το οποίο εκδιώχθηκε το 1927. Αλλά
ήταν επαναστάτης και οι επαναστάτες δυσκολεύονται να ανεχτούν τα κλουβιά και τα
περιβλήματα, δεν έχουν καμία ανοχή σε θεωρίες και ποτάμια λέξεων.
Προσωπικός
φίλος του Lenin, του μοναδικού Ιταλού που έγινε δεκτός προσωπικά από τον δαιμόνιο Ρώσο επαναστάτη, άρχισε, ωστόσο, να απομακρύνεται από τη Ρωσία όταν υποδεχόμενος
από τον «Λαϊκό Επίτροπο Εμπορίου» Litvinov στη Δανία, είδε το πρόγραμμα του για
τα Σοβιέτ στην Ιταλία να απορρίπτεται, επειδή η Ρωσία έπρεπε να ευθυγραμμιστεί
με τις Δυτικές κυβερνήσεις, επιβεβαιώνοντας τη θεωρία του Stalin για τον «Σοσιαλισμό
σε μια μόνο χώρα». Ποτέ δεν εντάχθηκε στο Φασιστικό Κόμμα αλλά επιχείρησε να
λειτουργήσει ως «γέφυρα» μεταξύ των δύο επαναστάσεων, της Μπολσεβίκικης και της
Φασιστικής.
Έγραφε: «ο Φασισμός έχει κάνει μεγαλειώδη την κοινωνική επανάσταση,
ο Μουσολίνι και ο Λένιν, το Σοβιετικό και Φασιστικό Κορπορατιστικό κράτος, η
Ρώμη και η Μόσχα. Αρκετές θέσεις που είχαν ήδη ληφθεί έπρεπε να διορθωθούν, δεν
έχουμε όμως τίποτα για το οποίο να ζητήσουμε συγχώρεση, καθώς τόσο στο παρόν
όσο και στο παρελθόν ωθούμαστε από το ίδιο ιδανικό: τον θρίαμβο της εργασίας».
«Μοιράζω
το επαναστατικό ψωμί της κοινωνικοποίησης», είπε στους λίγους πιστούς που
έμειναν στην αυλή του Φασιστικού Λυκόφωτος, όταν ήταν πλέον σαφές σε όλους ότι οι ώρες ήταν μετρημένες. «Ζήτω ο
Duce. Ζήτω ο Σοσιαλισμός» φώναξε πριν τον εκτελέσουν οι Κομμουνιστές στους
οποίους είχε δώσει ένα ιδεολογικό σπίτι ...
Ο Ρομπέρ Μπραζιγιάκ, λογοτέχνης, δημοσιογράφος και θεατρικός
συγγραφέας, γεννήθηκε στις 31 Μαρτίου 1909 στο Περπινιάν, στην περιοχή των
Ανατολικών Πυρηναίων και εκτελέστηκε με τυφεκισμό στις 6 Φεβρουαρίου 1945 στο
φρούριο Montrouge στο Παρίσι.
Στις 6 Φεβρουαρίου 1934 συμμετέχει σε πολυπληθή
αντικοινοβουλευτική διαδήλωση, εκδηλώνοντας τις αντικοινοβουλευτικές του ιδέες,
έξω από τη Γαλλική Βουλή, [Palais Bourbon].
Η αστυνομία αντιμετωπίζει τους
διαδηλωτές, που φώναζαν συνθήματα όπως «Κάτω η Βουλή», με τα όπλα και από τους
πυροβολισμούς υπάρχουν 22 εθνικιστές νεκροί, όλοι τους μέλη του «Action
Francaise», ανάμεσα τους και ένας Ελληνικής καταγωγής.
Οι νεκροί διαδηλωτές και το σκάνδαλο που προκάλεσε τη
διαδήλωση, αποτέλεσαν την αφορμή για τα πρώτα βίαια αντικοινοβουλευτικά του
κείμενα.
Το 1936 ταξίδεψε στο Βέλγιο όπου γνωρίστηκε με το Leon
Degrelle, τον αρχηγό του Εθνικιστικού κόμματος «Rex», ενώ στήριξε δημόσια με
άρθρα του, τον Ισπανό στρατηγό Φρανσίσκο Φράνκο και διατηρούσε τακτική
αλληλογραφία με τον Jose Antonio Primo de Riviera, ηγέτη της οργανώσεως
«Ισπανική Φάλαγγα».
Επισκέφθηκε ακόμη τη Ιταλία, τη Βενετία και τη Ρώμη, το Τολέδο
και τη Νυρεμβέργη όπου παραβρέθηκε στις εορταστικές εκδηλώσεις της
Εθνικοσοσιαλιστικής Νεολαίας.
Το 1937 φυλακίστηκε με τον Charles Maurras
κατηγορούμενος ότι καλούσε σ’ ένα άρθρο του το λαό δημοσίως να κομματιάσει τους
βουλευτές που είχαν ψηφίσει την επιβολή κυρώσεων εναντίον της Φασιστικής
Ιταλίας.
Από το 1937 διεύθυνε την αγωνιστική εφημερίδα «Είμαι παντού», [«Je
suis partout»], με αναγκαστικό διάλειμμα στο διάστημα που ήταν στο μέτωπο και
στη συνέχεια αιχμάλωτος των Γερμανών, και την επανακυκλοφόρησε από τον Απρίλιο
του 1941 έως το τέλος του 1943.
Παραμερίζοντας τις διαφορές μπροστά στην αποκάλυψη της ιστορικής αλήθειας: ένα άρθρο έκπληξη … για τον Manuel Hedilla, κορυφαίος Εθνικοσυνδικαλιστής και εκπρόσωπος της «αριστερής» τάσης του Ισπανικού Φασισμού και της «Τρίτης Θέσης» που συγκρούστηκε με τον Φράνκο και την Δεξιά αντίδραση!
(δημοσιεύτηκε στην επίσημη σελίδα του «Μετώπου Νεολαίας» της «Χρυσής Αυγής» την 4η Φεβρουαρίου 2025)
«Πρέπει να σώσουμε τη λέξη «φασίστας» από τα στόματα των
εχθρών μας, από κάθε δημοκρατικό και αντιφασιστικό βερμπαλισμό. Πρέπει να δεχθούμε
αυτή τη λέξη ως πρόκληση».
Pierre Drieu La Rochelle
Εισαγωγικό σημείωμα του Σταύρου Λιμποβίση:
Εδώ και πολλά χρόνια κάποια πρόσωπα που κυριαρχούσαν στις
ηγετικές θέσεις της «Χρυσής Αυγής» οδηγούσαν το κόμμα στην ιδεολογική κατηφόρα
επιλέγοντας φετιχιστικές εκφράσεις και προσωπολατρικές πρακτικές.
Η άκρα δεξιά
που συνδεόταν από παλιά με το καθεστώς της αστικής δημοκρατίας και τα κομματικά παρασκήνια της δεξιάς κατάφερε σε λίγα χρόνια να
αλώσει τις τοπικές οργανώσεις και τα κινηματικά μέσα ενημέρωσης.
Ιδίως δε μετά
την κ(υ)νοβουλευτική εκπροσώπηση το σφιχταγκάλιασμα με την «επάρατη νόσο»
συνεχίστηκε με τελικό αποτέλεσμα την ιδεολογική «γύμνια» και την διακοπή της επικοινωνίας με τα λαϊκά στρώματα.
Μεγάλη εξαίρεση στον κανόνα που επέβαλλαν μέσω των υπηρεσιών τα
άτομα των πρεσβειών και της Μπακογιάννη, ήταν μικρές ομάδες της νεολαίας του
κόμματος, κυρίως σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη που προσπαθούσαν να προβάλλουν την «εργατίστικη»
έκφραση του Εθνικοσοσιαλισμού.
Όλες αυτές οι προσπάθειες είτε διήρκησαν λίγο
είτε είχαν μικρή ανταπόκριση αφού ο Νίκος Μιχαλολιάκος και κυρίως ο Ηλίας
Κασιδιάρης - ο τελευταίος απαίτησε το «δαχτυλίδι» της κομματικής διαδοχής (με τον όρο να καταδικάσει δημοσίως
ο γενικός γραμματέας και με δήλωση
μετανοίας τον Εθνικοσοσιαλισμό και τον Φασισμό με ποιων την εντολή άραγε …) - ουδέποτε υπήρξαν μέλη της εργατικής
τάξης ή «πόνεσαν» για το μεροκάματο.
Και επειδή ο πρώτος δίνει μια ύστατη μάχη
με τον Χάρο στο νοσοκομείο προλογίζοντας ένα τέλος που δεν του αξίζει, δεν θα
επεκταθούμε για τις λάθος επιλογές του και τις οργανωτικές παλινωδίες.
Ο δεύτερος παρόλο
που βρίσκεται αδίκως στην φυλακή, με τον βερμπαλισμό του και τις τραγικές επιλογές του εξυπηρέτησε επί σειρά
ετών τους σχεδιασμούς των εχθρών μας και θα κριθεί στο μέλλον από την εθνικιστική νεολαία!
Εξαίρεση
στο δυσώδες αυτό περιβάλλον που όλα τα σκιάζει η αστική ακροδεξιά παράνοια και
ο «πολιτικός αυνανισμός» με την χρόνια φιλική στάση απέναντι στην καθεστωτική
αστυνομία και τον Νατοϊκό στρατό, είναι κάποιες μικρές «φλόγες» μέσα στο σκοτάδι που
παίρνουν την μορφή ποιοτικών άρθρων όπως το παρακάτω.
Συγχαίρουμε δημοσίως τον
αρθρογράφο/ους που επέλεξε/αν μια ηρωική
μορφή της «Τρίτης Θέσης» και του επαναστατικού «αριστερού» Φασισμούκαι τους καλούμε
να συνεχίσουν στην αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας μακριά από τις «κομματικές
νόρμες» που θυμίζουν τις «μούμιες» του Περισσού.
Τους προτρέπουμε δε να
αποχωρήσουν άμεσα από τις τάξεις της «Χρυσής Αυγής» που το λείψανο της σήμερα απλά
κοσμεί την «αίθουσα μνήμης» της ελληνικής άκρας δεξιάς και κάθε τόσο «βαπτίζεται»
στην δεξαμενή συντήρησης της κοινωνικής μηχανικής της κατοχικής εξουσίας.
Να ενταχθούν
άμεσα στην ποιοτική έκφραση της «Εθνικής Αυτονομίας» και πρωτίστως στους «Αυτόνομους Αθηνών»- Αρχική - Athens Autonomous -την οργανωτική «αιχμή του δόρατος» για λόγους δυναμικής και εντοπιότητας.
Διαβάστε το άρθρο:
Ο Federico Manuel Hedilla Larrey ήταν Ισπανός
Εθνικιστής, γνωστός ως διάδοχος του José Antonio Primo de Rivera και ο
τελευταίος ηγέτης της γνήσιας Ισπανικής Φάλαγγας (Falange Española de las
JONS). Ορφανός από πατέρα σε νεαρή ηλικία, μετακόμισε στο Μπιλμπάο όπου
ολοκλήρωσε τις βασικές του σπουδές σε Ρωμαιοκαθολικό σχολείο στον δήμο
Barakaldo, στη Χώρα των Βάσκων. Στα 16 του χρόνια ξεκίνησε μαθητεία σε
ναυπηγείο, αλλά η οικονομική κρίση τον οδήγησε στην ανεργία. Εργάστηκε στη
συνέχεια στην οδοποιία και ως μηχανικός αυτοκινήτων στη Μαδρίτη.
Πολιτική Δράση
Το 1933 πληροφορήθηκε με ενθουσιασμό την ίδρυση της
Φάλαγγας, ενός κινήματος με επαναστατικές ιδέες και στρατιωτική δομή. Ένα χρόνο
μετά, κατά τη διάρκεια της θητείας του ως τεχνικός επιθεωρητής σε εργοστάσιο
στην Κανταβρία, έρχεται σε επαφή με το Κίνημα μέσω δύο συναδέλφων του. Σχεδόν
αμέσως, ορίζεται επικεφαλής της κωμόπολης Renedo de Pielagos, οπού αναπτύσσει
ιδιαίτερα επιτυχημένη δράση προσελκύοντας νέα μέλη και υποστηρικτές.
Τον Μάρτιο
του 1935 επισκέπτεται την περιοχή ο Jose Antonio, που εντυπωσιάζεται από το
έργο του και τον ορίζει επικεφαλής της Φάλαγγας σε ολόκληρη την επαρχία. Τον
Νοέμβριο του ίδιου έτους συμμετέχει στο Εθνικό Συμβούλιο της Φάλαγγας, στην
Μαδρίτη, ως εκπρόσωπος της βόρειας κοινότητας Santander.
Όμως, το 1936 η Φάλαγγα τίθεται εκτός νόμου και πλήθος
ηγετικών στελεχών, συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του Jose Antonio, οδηγούνται
στις φυλακές. Εν μέσω αυτής της κρίσης ο Hedilla αναλαμβάνει τον συντονισμό των
διάφορων εθνικιστικών ομάδων. Η Φάλαγγα δεν είναι πλέον μια περιθωριακή ομάδα
αλλά διαθέτει 240.000 καλά εξοπλισμένα μέλη. Ακολουθώντας τις οδηγίες του
φυλακισμένου Αρχηγού του, συναντιέται με τον Στρατηγό Emilio Mola, με στόχο την
οργάνωση ένοπλης ανατροπής του καθεστώτος.
Αν και τυπικά ήταν ο υπεύθυνος της Φάλαγγας μόνο στο
Santander, ο Hedilla βρισκόταν στην La Coruña όταν έλαβε χώρα η στρατιωτική
εξέγερση. Εκεί, συνδράμει αποφασιστικά στην κατάληψη της πόλης, ως επικεφαλής
πολιτοφυλάκων της Φάλαγγας. Μετά από αυτή την νίκη καθίσταται ο de facto ηγέτης
του Κινήματος, καθώς ο Jose Antonio παραμένει φυλακισμένος, και αναλαμβάνει
επικεφαλής του «Προσωρινού Διοικητικού Συμβουλίου».
Ωστόσο, ο Hedilla με την
«ταπεινή» καταγωγή, δεν διέθετε το κύρος του Primo de Rivera και σύντομα
γίνεται εμφανής η ρήξη με τον κύκλο εξουσίας που περιέβαλλε τον Francisco
Franco, δηλαδή τον κύριο εκφραστή των εξεγερμένων αντιδημοκρατικών δυνάμεων.
Από τα τέλη του 1936 υπήρχε διάχυτη η άποψη στις
επαναστατημένες μάζες πως πρέπει να επιτευχθεί μια «ενοποίηση» όλων των εθνικών
πολιτικών κινήσεων. Από την πρώτη στιγμή ο Hedilla αντιτάχθηκε στην πιθανότητα
πραγμάτωσης αυτής της ενοποίησης. Στην πράξη όμως, ο Φαλαγγίτης αρχηγός δεν
ήλεγχε τις ετερόκλητες ομάδες που τότε συνυπήρχαν στο εσωτερικό του κινήματος.
Ερχόταν συχνά αντιμέτωπος με την ριζική αντίθεση άλλων ηγετών, καίτοι ο ίδιος
στηρίζονταν από πυρήνες του Ισπανικού βορρά.
Ορισμένοι θεωρούσαν τους εαυτούς
τους γνησιότερους συνεχιστές της κληρονομιάς του Jose Antonio, ενώ άλλοι
«νεοσύλλεκτοι» έβλεπαν στο πρόσωπο του Στρατηγού Franco τον δυνητικό ηγέτη μιας
«ευρύτερης» παράταξης, αναγκαίας για την χώρα. Παρά το εχθρικό αυτό πλαίσιο, ο
Hedilla υποστηρίχθηκε ενθουσιωδώς από τον Γερμανό πρέσβη Wilhelm Faupel, σε
αντιδιαστολή βέβαια με τον πρέσβη της φασιστικής Ιταλίας, που δεν έχανε
ευκαιρία να τον υποτιμά.
Απέναντι στον εσωτερικό διχασμό
Ενώ βρισκόταν σε περιοδεία στον βορρά, ο Hedilla έμαθε
ότι είχαν ξεκινήσει διαπραγματεύσεις μεταξύ ορισμένων ηγετικών πυρήνων των
Καρλιστών και των Φαλαγγιτών. Έτσι, ανακοίνωσε την διεξαγωγή ενός Εθνικού
Συμβουλίου της Φάλαγγας, στις 25 Απριλίου για να αντιμετωπίσει θεσμικά την
εσωτερική αταξία. Αντιτιθέμενοι σε αυτή την απόφαση, στις 16 Απριλίου του 1937
οι, κατ’ ουσίαν ακροδεξιοί, Davila, Aznar και Garceran σχηματίζουν μια
αυθαίρετη επιτροπή ελπίζοντας να ελέγξουν το Κίνημα.
Ο Hedilla δεν άργησε να
απαντήσει. Το ίδιο βράδυ οι Εθνικιστικές πολιτοφυλακές υπό τις διαταγές του,
πραγματοποιούν έφοδο και ανακατάληψη των κεντρικών γραφείων του κόμματος,
πετώντας έξω τους αντιπολιτευόμενους συμβιβαστές. Οι επικεφαλής της
«μετριοπάθειας», αναζητούνται και συλλαμβάνονται μέσα στα καταλύματα τους,
ακόμα και μετά από ανταλλαγές πυρών.
Φαινόταν πως είχε επιτευχθεί μια πρόσκαιρη επιτυχία για
τον έλεγχο του κινήματος. Δυο ημέρες αργότερα έλαβε χώρα συμβούλιο κατά το
οποίο ο Hedilla επανεκλέχθηκε εθνικός αρχηγός. Στην ψηφοφορία έλαβε δέκα ψήφους
υπέρ και τέσσερις κατά, αλλά υπήρξαν και πολλές αποχές. Ακόμα και ο Franco
αποδέχτηκε τον νέο ηγέτη σε μια σκηνή θερμού εναγκαλισμού μπροστά σε χιλιάδες
Φαλαγγίτες στο μπαλκόνι του παλατιού του Επισκόπου της Salamanca. Ωστόσο, η
αδελφική χειρονομία φαίνεται πως ερμηνεύτηκε τελικά σαν ένδειξη υποταγής της
Φάλαγγας στον μελλοντικό δικτάτορα.
Μετά από αυτά τα γεγονότα το αρχηγείο του Franco
αποφάσισε να εφαρμόσει ένα σχέδιο ενοποίησης όλων των αντικαθεστωτικών
πολιτικών δυνάμεων που δρούσαν στην περιοχή. Ο επικεφαλής της Φάλαγγας έλαβε
στο σπίτι του, ως τετελεσμένο, ένα αντίγραφο του λεγόμενου «Διατάγματος
Ενοποίησης», το οποίο μάλιστα ανακοινώθηκε δημόσια μέσω ραδιοφώνου.
Ο
κομματικός φορέας που θα απορροφούσε όλες τις εξεγερμένες συνιστώσες της
περιοχής θα ονομαζόταν «FET y de las JONS». Ως αντίδραση σε αυτή την
αναγκαστική «ενοποίηση», εστάλη από τα κεντρικά γραφεία της Φάλαγγας ένα
τηλεγράφημα στο οποίο ξεκαθαριζόταν ότι τα μέλη οφείλουν να συνεχίσουν να
υπακούν μονάχα στις εντολές της ανώτατης διοίκησης του κινήματος, «για να
αποφευχθούν οι παρερμηνείες» του Διατάγματος. Αυτό το τηλεγράφημα ερμηνεύτηκε
ως πρόκληση απέναντι στα σχέδια του Franco.
Στην δυσμένεια του καθεστώτος
Τελικά, στις 25 Απριλίου του 1938, ο Hedilla συνελήφθη
μαζί σε άλλους εξακόσιους Φαλαγγίτες, με την κατηγορία ότι είχαν συνωμοτήσει
εναντίον του Franco. Η σύλληψη του προκάλεσε θυελλώδεις δημόσιες διαμαρτυρίες,
αλλά πολλοί συμμετέχοντες σε αυτές συνελήφθησαν και αυτοί κατηγορούμενοι σαν…
κομμουνιστές. Μέσω της καταστολής ο Franco έπνιξε τις αντιστάσεις των
πρωτεργατών της Φάλαγγας και εδραίωσε την πολιτική του εξουσία ποδηγετώντας το
εθνικό επαναστατικό κίνημα. Διόρισε επίσης τον βετεράνο Raimundo Fernandez
Cuesta ως γενικό γραμματέα της νέας συστημικής «Φάλαγγας».
Στις 5 Ιουλίου του 1937 ο Hedilla καταδικάστηκε από το
στρατοδικείο σε ισόβια κάθειρξη, ενώ λίγο έλειψε να εφαρμοστεί η θανατική
ποινή. Πέρασε τα πρώτα τέσσερα χρόνια της καταδίκης του εξόριστος στην φυλακή
των Las Palmas. Μετά την κρίση του Μαΐου του 1941, όταν αποφυλακίστηκαν μαζικά
πολλοί παλαιοί μαχητές της Φάλαγγας ως μέτρο κατευνασμού, ο Hedilla μεταφέρθηκε
στην Mallorca. Εκεί, έζησε έως το 1947, όταν και ανέκτησε την πλήρη ελευθερία
του.
Μετά την φυλακή
Μετά την αποφυλάκιση του, δεν ανέλαβε τον οποιοδήποτε
πολιτικό ρόλο στην φρανκική Ισπανία. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε μια
μικρή εμπλοκή στο συνδικαλιστικό κίνημα, καταγγέλλοντας ρητά την αναρχοκομμουνιστική
εκτροπή του και υπερασπίστηκε τα ιδεώδη ενός πλέριου Πατριωτικού Κοινωνισμού.
Χαρακτηριστική είναι μια μυστική αναφορά της CIA, από
τον Αύγουστο του 1948, για την δράση του Hedella μετά την αποφυλάκιση του:
«Οι προσπάθειες που φέρεται να γίνονται από τον Manuel
HEDILLA Larrey να εξωθήσει σε αλλαγές το ισπανικό καθεστώς στρέφονται
περισσότερο ενάντια στην κατάσταση που αντιπροσωπεύει ο FRANCO, παρά εναντίον
του ίδιου του Caudillo. Σύμφωνα με τον [λογοκριμένο όνομα], ο HEDILLA
χρησιμοποιεί τους πιστούς οπαδούς του στη Φάλαγγα, αλλά πιστεύει ότι η Φάλαγγα καθαυτή είναι τελειωμένη υπόθεση.
Ο HEDILLA δεν ενδιαφέρεται για
«υπονομευτικές» δραστηριότητες, προτιμώντας τη μεταρρύθμιση μέσω της
αντικατάστασης των ανίκανων στα σημαντικά αξιώματα. Αυτό το σκοπό επιδιώκει να
επιτύχει ασκώντας επιρροή σε μέλη της εθνοσυνέλευσης, ηγέτες του Μετώπου
Νεολαίας, γραμματείς της Πολιτικής Κυβέρνησης, Συνδικάτα κ.λπ. που μπορούν να
μιλήσουν χωρίς να χαρακτηρίζονται ως εχθροί του Καθεστώτος.
Ο Αρχιεπίσκοπος OLAECHEA της Βαλένθια φέρεται να
αρνήθηκε να αποσύρει την πρόσκληση στον HEDILLA για να παραστεί σε θρησκευτική
εορτή που πραγματοποιήθηκε την περασμένη Άνοιξη, λέγοντας ότι δεν θα μπορούσε
να αρνηθεί την αποδοχή σε καθαρά θρησκευτικές τελετές ενός τόσο Χριστιανού κυρίου.»
Ο Hedilla απεβίωσε στην Μαδρίτη στις 4 Φεβρουαρίου του
1970. Για πολλούς νοσταλγούς της «παλαιάς φρουράς» της αληθινής Φάλαγγας,
έφτασε να συμβολίζει την αγνότερη ουσία μιας νέας δυναμικής διάστασης του
Κινήματος, αυτής του εθνικοσυνδικαλισμού. Υπήρξε επίσης το σύμβολο της
αντίστασης των ακραιφνών ιδεολόγων Φαλαγγιτών στην προδοσία του Franco, καθώς
τοποθετήθηκε ξεκάθαρα ενάντια στο κύμα των σκόπιμων αυθαιρεσιών της Δεξιάς, η
οποία ακόμα και με την χρήση των Μαροκινών μισθοφόρων, έθαψε με σφοδρότητα το
όραμα για την δόμηση μιας Εθνικιστικής και Σοσιαλιστικής Ισπανίας.
Η
ιδεαλιστική θέση του Hedilla και των Συναγωνιστών του τελικά δικαιώθηκε, καθώς
ο Φρανκισμός έσβησε μαζί με τον ηγέτη του, δίχως δυστυχώς να αφήσει πίσω του
παρακαταθήκη ανάλογη των 36 ολόκληρων ετών διακυβέρνησης.