Ένα κείμενο απλό, αληθινό αλλά που χρειάζεται σκέψη. Από τον Gabriele Adinolfi. Mετάφραση: Κωνσταντίνος Μποβιάτσος

 

Ας διδαχθούμε από το μάθημα των γαλλικών! Αντί να αφήνουμε τον εαυτό μας να κουνιέται σαν τα κλαδάκια, πρέπει να ενισχύσουμε αυτό  που έχουμε και είναι ήδη ουσιαστικό και σημαντικό. Πρέπει να το απορρίψουμε πολιτικά και να μην το εμπιστευόμαστε σε άχρηστες προσδοκίες και όλες αυτές μόνο βασισμένες στον «κοινοβουλευτικό κρετινισμό» που συγχωρείται για όλες τις κωλοτούμπες και όλες τις προδοσίες του. Και θα πρέπει να κάνουμε εμείς κάτι για αυτό, γιατί η επανάσταση θα είναι ίσως σαν τον άνεμο, αλλά ο άνεμος δεν είναι  επανάσταση.

Το κρύο ντους της γαλλικής εκλογικής ήττας, μετά από τόση θριαμβολογία, είναι τελικά μια καλή είδηση. Δεν είμαι από αυτούς που αποκλείουν την αξία της ψήφου ή που απορρίπτουν την προοπτική πολιτικών προόδου και εξυγίανσης, επειδή είναι «για όλα ή τίποτα». Ωστόσο, έχω βαρεθεί με αυτές τις μεσσιανικές προσδοκίες για εκλογικές νίκες που υποτίθεται ότι θα αλλάξουν τον κόσμο, αντί να υποστηρίζουν τις πραγματικές και αληθινές μηχανές πολέμου για την πολιτική.

Είμαι αηδιασμένος από τον δημοκρατικό φονταμενταλισμό και το αντιελιτιστικό τρόπο σκέψης, που εδώ και χρόνια μολύνει ένα περιβάλλον σαν πραγματική πανδημία.

Με αηδιάζει η σπασμωδική φρενίτιδα της άτακτης ανατροπής από λαούς που δεν έχουν καμιά αυτογνωσία.

Μου προκαλεί ναυτία αυτό το βιάγκρα της αντικατάστασης της στύσης, που έχει βρώμικα πρόσωπα σαν του Πούτιν, του Τραμπ, του Νετανιάχου.

Με τρομάζει ο καριερισμός των άχρηστων, μέτριων, ηλίθιων και λακέδων και η υποστήριξη κάποιων σοβαρών ανδρών σε αυτούς.

Με αηδιάζει η δουλοπρέπεια των βασικών εκπροσώπων του «χώρου», προς τη Μόσχα και το Τελ Αβίβ (που είναι διαφορετικοί τρόποι να ενεργούν ως οι μονομάχοι του Αμερικανού κυρίου).

Το κρύο ντους είναι θετικό.

Όχι γιατί όσο χειρότερο τόσο το καλύτερο, αλλά γιατί πρέπει να μας ωθήσει να αναδιοργανωθούμε εκ νέου. Σε έλλειψη (γιατί θα ήταν άδικο να μιλάμε για απουσία) ριζωμένων πολιτικών μοντέλων, υπάρχουν όμως πολλά περισσότερα να κάνουμε, από το hangover της εκλογικής θριαμβολογίας. Οι θριαμβολογίες για την επίτευξη μιας ουτοπικής πλειοψηφίας, είναι άχρηστες, δεδομένου ότι ούτε προετοίμασε το έδαφος ούτε σχεδίασε ένα ρεαλιστικό και εφικτό πρόγραμμα.

Το να μπορούμε να ενώσουμε πολλά, με μια βαθιά ριζωμένη πολιτική ικανότητα, είναι η μεγάλη μας πρόκληση για το μέλλον. Αλλά δεν είναι αρκετό. Αν είναι αλήθεια και είναι, ότι υπάρχει έλλειψη προγραμμάτων και ριζοσπαστική πολιτική νοοτροπία, αυτό που λείπει περισσότερο είναι τα παραδείγματα, είναι οι άνθρωποι.

Συνηθισμένοι να ξεγλιστράμε πάνω από τις λέξεις, να μην σκανδαλίζουμε, να μην λέμε τίποτα ανάρμοστο και μη πολιτικά ορθό, εκτός κι αν μπερδευτούμε με τέτοια σατανικά και ανόητα συνθήματα που δεν λείπουν, πετάμε τα μπαλάκια στον αέρα .…

Και ακριβώς με το να πετάξουμε τα μπαλάκια στον αέρα, ακολουθούμε το τσίρκο των λαϊκιστών ακροβατών και την επιτυχία τους μέσω αδράνειας, που μετατρέπεται αμέσως σε αποτυχία λόγω πολεμικής, βιομηχανικής και επιχειρηματικής αδυναμίας.

Οι εντυπωσιακοί αριθμοί αυτού του πολιτικού, που έχει καρπωθεί τους καρπούς του Ζαν-Μαρί Λεπέν και πιστεύει ότι είναι ακριβώς η αξία αυτών που πέτυχε και ότι δεν φταίει που σπαταλά συνεχώς το αποτέλεσμα …, κάνουν αυτούς που δεν είναι στην παράσταση και στη σφαίρα της αδιαφοροποίητης ποσότητας, οπαδούς του πρώτου. 

Τελικά πρόκειται για ταπεινότητα, αλλά είναι λάθος. Είναι, όπως έγραψα ήδη πριν από είκοσι πέντε χρόνια, μια αντιστροφή της ιεραρχίας των ινδοευρωπαϊκών συναρτήσεων και πρέπει να την αντιστρέψουμε με τη σειρά μας. 

Θα έλεγα ότι ήρθε η ώρα να αποτινάξουμε και αυτό το σύμπλεγμα κατωτερότητας. Το κρύο ντους της γαλλικής εκλογικής ήττας, μετά από τόσο θριαμβολογία, είναι τελικά μια καλή είδηση. Μας καλεί να θυμόμαστε ότι είμαστε άνθρωποι, αλλά πάνω απ' όλα ότι πρέπει είμαστε και να στραφούμε στο να είμαστε αυτοί.

Οι αναμνήσεις ενός Ιρανού στρατηγού από τον πόλεμο στη Βοσνία

 

Αποσπάσματα συνέντευξης του Ιρανού υποστράτηγου των Φρουρών της Επανάστασης, Σαΐντ Γκασεμί, στις 13 Μαΐου 2019 (η αγγλική μετάφραση βρίσκεται στο Memri Tv)

του Α.Π.

Μετά το ψήφισμα 598 του ΟΗΕ [τερματισμός του πολέμου Ιράν-Ιράκ, τον Ιούλιο του 1988], οι δυνάμεις του ΟΗΕ ήρθαν στο ιρανικό έδαφος σαν ειρηνευτική αποστολή. Εμείς και τα παιδιά [από τους Φρουρούς της Επανάστασης] πήγαμε τότε στο ξενοδοχείο Azadi για να λειτουργήσουμε ως σύνδεσμοι με τους άνδρες του ΟΗΕ.

Είδα ότι οι άνδρες του ΟΗΕ φορούσαν στρατιωτικές στολές. Ήμουν έτοιμος να ανοίξω την πόρτα του ασανσέρ όταν είδα έναν Αμερικανό, ύψους 2,10, με δυτικά ρούχα: ένα δερμάτινο γιλέκο, παπούτσια με σπιρούνια και μια δερμάτινη ζώνη με πόρπη, έτσι... Το μόνο πράγμα που δεν είχε ήταν περίστροφο. Όταν άνοιξε η πόρτα του ασανσέρ, έπεσα πάνω στο στήθος του. Έπρεπε να κοιτάξω ψηλά για να δω το πρόσωπό του. Έφεραν στρατιώτες τέτοιου τύπου για να μας επιτηρούν - καουμπόικα ρούχα, αμερικανικό στυλ... Ότι βλέπετε στις ταινίες. Φορούσε ένα δυτικό καπέλο. Μου έδωσε ένα χαστούκι στην πλάτη και είπε: «Γεια σου, φίλε μου!».

Την επόμενη μέρα, είδα τους στρατιώτες του ΟΗΕ να πηγαίνουν στη διασταύρωση Park Vey, να παίρνουν κορίτσια από το Ιράν, να τα φέρνουν στο λόμπι του ξενοδοχείου και να τα πηγαίνουν στα δωμάτιά τους. Με συγχωρείτε, αλλά είμαστε φρουροί του στρατού του Ισλάμ! Πολεμήσαμε οχτώ χρόνια! Γιατί πολεμήσαμε; Για να μας εκπορνεύουν τα κορίτσια οι ξένοι; Την επόμενη μέρα, μας είπαν να τους πάμε στην πρώτη γραμμή κοντά στο Fakkeh, όπου βρισκόταν ακόμα το νεκρό σώμα ενός από τους πολεμιστές μας. Έπιναν αλκοόλ και πέταξαν τα μπουκάλια στο χαντάκι. Εκείνη τη στιγμή είπα: «Αυτό ήταν. Φεύγω. Αντίο σε όλους». 

Για αρκετά χρόνια μετά από αυτό, δεν εκφώνησα καμία ομιλία. Όλοι το γνωρίζουν αυτό. Διανοητικά, ήμουν ένα ερείπιο. Ακόμα και τώρα, όταν λέω την ιστορία, με βασανίζει. Το ίδιο ισχύει σήμερα. Αν οι πολιτικοί κυβερνώντες του Ιράν αποδεχτούν τη συμφωνία με τη Δύση για τα πυρηνικά, θα έρθουν – οι Γάλλοι, οι Ολλανδοί, οι Αμερικανοί με τη μορφή του ΟΗΕ – και θα κάνουν ότι έκαναν στην Ιαπωνία και την Οκινάβα – βιασμούς. Επίσημους βιασμούς. Έρχονται και παίρνουν [τα κορίτσια] μπροστά στα μάτια σου, και εσύ, ως φρουρός στο στρατό του Ισλάμ, θα κάθεσαι εκεί και θα βλέπεις την τιμή σου να λεηλατείται, και θα είσαι αυτός που φυλάει [τους βιαστές]. Είπα: «Αντίο σε όλους σας!»

Το 1993, λοιπόν, ο [τότε ανώτερος αξιωματούχος των Φρουρών της Επανάστασης] Hossein Allahkaram ήρθε στο σπίτι μου και μου είπε για τη Βοσνία.

Είπα: «Βοσνία;» και είπε: «Ναι». Καθώς έφευγε, η γυναίκα μου είπε: «Τι συμβαίνει; Ο πρεσβευτής του θανάτου ήρθε ξανά;» Είπα: «Όχι». Μου είπε: «Πού πας;». Απάντησα: «Θέλουμε να πάμε στη Βοσνία». Είπε: «Βοσνία;» Εκείνη την εποχή, γινόταν λόγος για σφαγή μουσουλμάνων [εκεί]. Είπα: «Μη φοβάσαι. Θα πάμε ως διπλωμάτες». Η γυναίκα μου ξέσπασε σε γέλια. Είπε: «Διπλωμάτης; Ο Σαΐντ Γκασεμί θέλει να γίνει διπλωμάτης;».

Στη Βοσνία, ο ρόλος μας ήταν συμβουλευτικός. Εκπαιδεύαμε μαχητές. Όχι μόνο ντόπιους μουσουλμάνους. Τρεις ανώτεροι στρατιωτικοί ήμασταν, που είχαμε τον βαθμό του υποστράτηγου, αυτοί που είχαμε πάει στη Βοσνία. Ο Ρεζά (Ναγκντί), ο Κασέμ (Σολεϊμανί) και εγώ. Και κάπου 5.000 προσωπικό, όλοι από τους Φρουρούς. Τώρα μπορώ να σας πω ποιος ήταν ο ρόλος μας. Όλοι γνωρίζουν τώρα. Πήγαμε ως μέλη της Ερυθράς Ημισελήνου για να παρέχουμε στρατιωτική εκπαίδευση στις δυνάμεις των μουτζαχεντίν. Έτσι, η Ερυθρά Ημισέληνος ήταν μια κάλυψη και λειτουργούσαμε ως στρατιωτικοί σύμβουλοι.

Δεδομένου ότι οι Αμερικανοί έχουν προ πολλού γράψει ήδη γι' αυτό στα βιβλία τους, δεν είναι πια μυστικό. Αρκετά βιβλία έχουν εκδοθεί μέχρι στιγμής. Αυτή η κυρία. Η «συμπατριώτισσά» μας. Η δημοσιογράφος που είχε έρθει εδώ και έκανε ανταποκρίσεις κατά τη διάρκεια των ταραχών του 2009, αυτή η Κριστιάν [Αμανπούρ]. Σε όλους τους πολιτικούς μας αρέσει να δίνουν συνέντευξη σε αυτήν. Στον κ. Αχμαντινετζάντ αρέσει να μιλάει μαζί της, και στον κ. Ρουχανί, για παράδειγμα... Είναι μάλλον σαν νονά για τους πολιτικούς μας. Μια από τους ανθρώπους που ήταν υπεύθυνοι για την αποκάλυψη αυτών των πληροφοριών [ότι δηλαδή εμείς χρησιμοποιούσαμε την Ερυθρά Ημισέληνο ως κάλυμμα για να μπαίνουμε στη Βοσνία] ήταν αυτή η άτιμη κατάσκοπος του CNN και του BBC, αυτή η Κριστιάν.

Η τελευταία φορά που ήρθε στο Ιράν ήταν κατά τη διάρκεια της αναταραχής του 2009. Η τελευταία της ανταπόκριση ήταν απευθείας από την Πλατεία της Επανάστασης (την κεντρική πλατεία της Τεχεράνης). Είπε: «Αυτό είναι το τέλος του δρόμου της επανάστασης» – δηλαδή, «αυτό το ρεπορτάζ που κάνω είναι ο τελευταίος σταθμός της επανάστασης». Ήθελε να περάσει το μήνυμα ότι η ισλαμική επανάσταση, που ξεκίνησε το 1979, τέλειωνε το 2009.

Η αλήθεια είναι ότι στη Βοσνία – στην καρδιά της Ευρώπης – συνέβησαν πράγματα που έγιναν αφορμή να γεννηθούν νέα ισλαμικά κινήματα. Η Αλ Κάιντα ήρθε τότε στη Βοσνία. Υπήρξε μια εποχή που ήμασταν στη Βοσνία και την Ερζεγοβίνη μαζί με μέλη της Αλ Κάιντα. Αντέγραψαν το στυλ μας, από τον κεφαλόδεσμο και τις σημαίες... Ονόμασαν τα συντάγματα τους με ισλαμικά ονόματα. Όταν έκαναν την επιχείρησή τους κατά των αμερικανικών συμφερόντων στην Ανατολική Αφρική το 1998, αν θυμάστε, ανέλαβαν την ευθύνη με την ονομασία «Ισλαμικός Στρατός για την Απελευθέρωση των Αγίων Τόπων», και μάλιστα με δύο τάγματα «Καάμπα και «Αλ Άκσα». Αυτά τα ονόματα δεν τα είχαν όταν πολεμούσαν τους Σοβιετικούς στο Αφγανιστάν. Αυτά ήταν ονόματα που δίναμε εμείς στις μεραρχίες μας στον πόλεμο Ιράν-Ιράκ, και στη Βοσνία τα έμαθαν αυτοί [η Αλ Κάιντα] και τα πήραν από εμάς.

Κάτι νέο συνέβη εκεί στη Βοσνία – η ίδρυση μουσουλμανικών διεθνών μονάδων. Αυτό που συμβαίνει τα τελευταία πέντε ή έξι χρόνια στη Συρία συνέβη τη δεκαετία του 1990 στη Βοσνία. Τούρκοι πιστοί στο καθεστώς και μαθητές του Ιμάμη Χομεϊνί ήρθαν από την Τουρκία. Ήρθαν και άλλοι μουτζαχεντίν από τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Τυνησία. Ήταν ένα θαυμάσιο γεγονός. Ήταν οι Διεθνείς Ταξιαρχίες του μουσουλμανικού κόσμου – ήταν το όνειρο του Αγιατολάχ Χομεϊνί. Οι πρώτοι σπόροι της αντίστασης σχηματίστηκαν εκεί. Είχε στείλει μαχητές και η Χεζμπολάχ, με προσωπική ευθύνη του Νασράλα. Τι να πω γι' αυτόν τον άνθρωπο; Είναι ο πραγματικός σημαιοφόρος του επαναστατικού κινήματος του Ισλάμ και ο αληθινός γιος του Αγιατολάχ Χομεϊνί.

Τώρα, αν φτάσουμε να πούμε τι είναι και πώς δημιουργήθηκε το ISIS, η Χίλαρι Κλίντον είπε: «Εγώ το δημιούργησα. Είμαι η μητέρα των μελών του ISIS». Και μετά ο Τραμπ της απάντησε, λέγοντας: «Εσύ το δημιούργησες, τώρα πήγαινε να καθαρίσεις το χάος σου». Ο Νετανιάχου είπε στη Χίλαρι: «Ηλίθια, δεν είχαμε ποτέ Ιρανούς στα σύνορα μας! Τι είναι αυτό το ανεξέλεγκτο πράγμα που έχετε δημιουργήσει;» Η ήττα του ISIS ήταν μια μεγάλη νίκη του ισλαμικού Ιράν και του άξονα της αντίστασης εναντίον της ηγεσίας της αίρεσης. Διότι αυτοί δημιούργησαν το ISIS για να βάλουν φωτιά στα σύνορα του Ιράν, αλλά τελικά αυτό που έγινε ήταν να φτάσουμε εμείς - πολεμώντας το δημιούργημά τους - ως τα δικά τους σύνορα, ως το Γκολάν και τον Νότιο Λίβανο. 

Να πω εδώ ότι οι πολιτικοί καθόλου δεν βοήθησαν σε αυτή τη νίκη. Αυτοί το μόνο που κάνουν είναι να λιβανίζουν την ανόητη και αποτυχημένη συμφωνία με τους δυτικούς για τα πυρηνικά, αλλά δεν λένε τίποτα για τη μεγάλη νίκη του στρατού του Ισλάμ στην απελευθέρωση της Συρίας. Ο Ρουχανί δεν είναι ακόμα έτοιμος να ταξιδέψει στη Συρία, ούτε μία φορά - αλλά πάει σε χώρες ασήμαντες όπως η Ταϊλάνδη. Αυτοί όλοι λοιπόν οι πολιτικάντηδες αρέσκονται να φωτογραφίζονται δίπλα στον Κασέμ [Σολεϊμανί] όταν αυτός επιστρέφει στο Ιράν από τα πεδία των μαχών, γιατί ξέρουν ότι ο λαός αυτόν αγαπάει, και θέλουν να καρπωθούν κατιτίς από τις νίκες του, δεν είναι άξιοι όμως ούτε μια τρίχα του να ακουμπήσουν.

Reconquista.cy: εκδόσεις

Τα εξαιρετικά έργα στα άκρα είναι του Δανού Povl Heinrich Riis-Knudsen (1984 & 1987) τα οποία είχαν εκδοθεί στα ελληνικά από την "Χρυσή Αυγή" ενώ προσφάτως ο ίδιος είχε φιλοξενηθεί στην Ελλάδα από τον Στέφανο Γκέκα ενώ αυτό στο κέντρο του Αμερικανού David Lane της γνωστής ένοπλης οργάνωσης The Order.

Κυκλοφορούν μόνο στην Μεγαλόνησο. 


 

Πολεμώντας τους τζιχαντιστές σε Συρία και Ιράκ

 

γράφει ο Α.Π.

Μετά το ξέσπασμα του εμφυλίου πολέμου στη Συρία το 2011, έγινε προφανές ότι όλες οι σουνιτικές δυνάμεις της περιοχής, η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ, είχαν ταχθεί αναφανδόν στο πλευρό των αντιπάλων του Άσαντ και ότι η CIA, με την επιχείρηση Timber Sycamore - της οποίας ο εμπνευστής δεν ήταν άλλος από τον Ντέιβιντ Πετρέους - βαρύς οπλισμός έφτανε από όλες τις μεριές της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής στους σουνίτες τζιχαντιστές της Συρίας (ο σύμβουλος εθνικής ασφαλείας των ΗΠΑ, Τζέικ Σάλιβαν, σύμφωνα με τα Wikileaks έστειλε το 2013 email στη Χίλαρι Κλίντον λέγοντας ότι η Αλ Κάιντα είναι με το μέρος των ΗΠΑ στη Συρία), οι οποίοι προέλαυναν και έκαναν τις ημέρες του Άσαντ να μοιάζουν μετρημένες. 

Ο Σολεϊμανί, που έκανε τόσα για να μην χάσει το Ιράκ από τους Αμερικανούς, δεν ήταν διατεθειμένος να χάσει τη Συρία, και αντιλήφθηκε ότι, αφού οι σουνίτες μαχητές με τη βοήθεια Τούρκων, Σαουδαράβων και Αμερικανών είχαν μετατραπεί σε έναν διεθνή μισθοφορικό στρατό κατά του Άσαντ,  μόνο ένας άλλος διεθνής στρατός, ένας σιιτικός διεθνής στρατός από όλες τις μεριές της Μέσης Ανατολής θα ήταν ικανός να τους σταματήσει. Ο Σολεϊμανί διέταξε ορισμένες από τις ιρακινές σιιτικές πολιτοφυλακές να εισέλθουν στη Συρία για να υπερασπιστούν τον Άσαντ. Για τον ίδιο σκοπό, δημιούργησε επίσης πρόσθετες σιιτικές μαχητικές ομάδες. Αυτές περιελάμβαναν μια ομάδα Αφγανών που κατοικούσαν στο Ιράν, τη Μεραρχία Fatemiyoun και μια πακιστανική, την Ταξιαρχία Zainebiyoun. 

Τα ίδια τα ονόματα αυτών των ομάδων δείχνουν τις θρησκευτικές προθέσεις του Ιράν: για τους σιίτες μουσουλμάνους η Φατιμά, η κόρη του Προφήτη, κατέχει θέση συγκρίσιμη με εκείνη της Παναγίας για τους καθολικούς και τους ορθόδοξους χριστιανούς. ενώ η Ζαϊνάμπ, κόρη της Φατιμά, ήταν αδελφή του Χουσεΐν, του οποίου ο θάνατος στη μάχη της Καρμπάλα αποτέλεσε κομβική στιγμή στο σχίσμα σουνιτών-σιιτών. Οι δυνάμεις υπό τη διοίκηση του Σολεϊμανί έπαιξαν καθοριστικό ρόλο σε πολλές μεγάλες μάχες του συριακού πολέμου, συμπεριλαμβανομένης της ανακατάληψης του Κουσέιρ. Πιστός στο δόγμα, ο Σολεϊμανί προσπάθησε να συνδυάσει  και εδώ την κρατική και την επαναστατική εξουσία όσο το δυνατόν πιο στενά. Το προσωπικό στο μυστικό αρχηγείο του στη Δαμασκό φέρεται να περιλάμβανε Λιβανέζους και Ιρακινούς οπλαρχηγούς πολιτοφυλακών που εργάζονται μαζί με στρατηγούς τόσο από το Ιράν όσο και από τη Συρία.

Το Ιράν είχε αρκετούς ξεκάθαρους λόγους να υποστηρίξει τον Άσαντ, πέρα από την ανταπόδοση της βοήθειας που είχε παράσχει ο πατέρας του, Χαφέζ, στην Τεχεράνη κατά τη διάρκεια του πολέμου Ιράν-Ιράκ, όταν είχε κλείσει έναν σημαντικό αγωγό που μετέφερε εξαγωγές πετρελαίου από το Ιράκ. Πρώτον, υπάρχει ο θρησκευτικός δεσμός μεταξύ των Αλαουιτών και των Σιιτών. Το Ιράν, το πιο ισχυρό σιιτικό κράτος στον κόσμο, θεωρεί εαυτόν ως προστάτη των Σιιτών και ένας από τους κύριους στόχους εξωτερικής πολιτικής του είναι να δημιουργήσει μια μεγάλη συμμαχία χωρών που διοικούνται από Σιίτες μια κατηγορία χωρών που, χάρη στην απομάκρυνση του Σαντάμ Χουσεΐν από τους Αμερικανούς το 2003, περιλαμβάνει τώρα το Ιράκ μαζί με τη Συρία και τον Λίβανο. Δεύτερον, το Ιράν έχει οικονομικούς λόγους για να διατηρεί τη Συρία και το Ιράκ ως συμμάχους, κυρίως το γεγονός ότι θα χρειαστεί τη συνεργασία τους εάν θελήσει να κατασκευάσει ποτέ έναν προγραμματισμένο χερσαίο αγωγό προς τη Μεσόγειο από το γιγάντιο κοίτασμα φυσικού αερίου South Pars–North Dome στον Περσικό Κόλπος. Μια σιιτική ημισέληνος από το Ιράν έως τον Λίβανο, που συγκρατείται με πίστη και υποστηρίζεται από πετρέλαιο, θα ήταν μια υπολογίσιμη δύναμη. 

Ωστόσο, η μεγαλύτερη ανησυχία του Ιράν είναι να διατηρήσει τον διάδρομο ανεφοδιασμού της καλύτερα οργανωμένης σιιτικής ένοπλης οργάνωσης στη Μέση Ανατολή, της λιβανέζικης Χεζμπολάχ, που ταυτόχρονα, λόγω της γεωγραφικής εγγύτητάς της με την Παλαιστίνη, είναι η οργάνωση που δίνει στο Ιράν ένα δυνατό πάτημα στην ισραηλινο-παλαιστινιακή σύγκρουση. Οι αποστολές εξοπλισμού απευθείας στον Λίβανο δεν αποτελούν επιλογή λόγω των ναυτικών και αεροπορικών περιπολιών του Ισραήλ στην περιοχή. Όμως, χάρη στη συμμαχία τους με τον Άσαντ, τα ιρανικά αεροπλάνα εφοδιασμού μπορούν ανενόχλητα να προσγειωθούν στον διάδρομο του Διεθνούς Αεροδρομίου της Δαμασκού, όπου τα όπλα και οι ρουκέτες φορτώνονται σε φορτηγά για μεταφόρτωση στα βουνά και τις σήραγγες του Λιβάνου. Εάν η συριακή κυβέρνηση έπεφτε στα χέρια σουνιτών - πόσο μάλλον εξτρεμιστών με ακραία εχθρότητα προς το Ιράν, όπως το ISIS - αυτά τα αεροπλάνα θα γύριζαν πίσω και η Χεζμπολάχ, όπως και η Χαμάς στη Γάζα, θα έμεναν πρακτικά χωρίς το μεγαλύτερο μέρος του εξοπλισμού τους. 

Επιπλέον, η Χεζμπολάχ είναι η οργάνωση που έχει αποδείξει επανειλημμένα στο παρελθόν ότι μπορεί να νικήσει το Ισραήλ και να αποτρέψει μια νέα ισραηλινή εισβολή στο Λίβανο, αλλά και να αλλάξει την πορεία οποιουδήποτε πολέμου διαδραματιστεί ποτέ μέσα στο έδαφος της Συρίας. Με ιρανικά κεφάλαια, εκπαίδευση και όπλα, η Χεζμπολάχ διαθέτει ικανότητα τακτικής και πληροφοριών που άλλες οργανώσεις μπορούν μόνο να ονειρευτούν. Στις αρχές της άνοιξης του 2014, για παράδειγμα, έχοντας εντοπίσει τους κατασκευαστές βομβών που ευθύνονται για επιθέσεις αυτοκτονίας σε περιοχές του Λιβάνου υπό τον έλεγχό της, η Χεζμπολάχ έστειλε ένα μυστικό απόσπασμα κομάντο βαθιά στη Συρία, στο κομμάτι που έλεγχαν οι τζιχαντιστές, για να βρει το σπίτι όπου διέμεναν αρκετοί ύποπτοι, και το μετέτρεψε σε ερείπια με τους στόχους μέσα. Τέτοιες επιχειρήσεις αποκαλύπτουν μια πολυπλοκότητα στον σχεδιασμό και την εκτέλεση που δεν υπολείπεται σε τίποτα από τους Αμερικανούς SEALS και του Ρώσους Σπετσνάζ. Η Χεζμπολάχ έχει αναμφίβολα αλλάξει την ισορροπία της συριακής σύγκρουσης. Αλλά η Χεζμπολάχ δεν ήταν η μόνη οργάνωση που συνεργάστηκε με τον Σολεϊμανί στην περιοχή. 

Στα μέσα του 2015, υποστηριζόμενες από το Ιράν σιίτες πολιτοφυλακές από το Ιράκ (Hashd al-Shaabi), το Αφγανιστάν (Liwa Fatemiyoun) και το Πακιστάν (Liwa Zainebiyoun), μεταξύ άλλων χωρών, πολεμούσαν σχεδόν μόνες τους σουνίτες εξτρεμιστές για τον έλεγχο της μεγαλύτερης πόλης της Συρίας, του Χαλεπίου, χωρίς ουσιαστικά καμία ανάμειξη από τις δυνάμεις του Άσαντ. Αλλά και οι ίδιοι οι Φρουροί της Επανάστασης είχαν και έχουν ενεργή παρουσία στη Συρία. Οι ιρανικές τακτικές και παραστρατιωτικές δυνάμεις που διοικούσε ο Σολείμανί συμμετείχαν άμεσα στη μάχη κατά του ISIS και της Αλ Νούσρα (Αλ Κάιντα) μέσα στο συριακό έδαφος από το 2012 ως το 2017, βοηθώντας στη στήριξη των συριακών μονάδων που, στην αρχή του πολέμου, μαστίζονταν από αυτομολήσεις. Οι Ιρανοί δεν διοικούσαν απλά, αλλά πολεμούσαν και πέθαιναν στην πρώτη γραμμή. Ίσως έως και διακόσια από τα δύο χιλιάδες άτομα που είχαν αναπτυχθεί στο συριακό έδαφος σκοτώθηκαν στις μάχες, ανεβάζοντας το ποσοστό θνησιμότητας γύρω στο τριπλάσιο από αυτό που υπέστησαν οι πεζοναύτες των ΗΠΑ στον πόλεμο του Βιετνάμ. 

Μεταξύ των νεκρών ήταν αρκετοί υψηλόβαθμοι διοικητές, μεταξύ των οποίων τουλάχιστον δύο στρατηγοί των Φρουρών της Επανάστασης. Αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι για τη διατήρηση της οδικής αρτηρίας Ιράν-Ιράκ-Συρία-Λίβανος, της "οδού Σολεϊμανί" που είναι για το Ιράν το αντίστοιχο της "οδού Χο Τσι Μινχ" (Βόρειο Βιετνάμ-Καμπότζη-Λάος-Νότιο Βιετνάμ) των Βορειοβιετναμέζων, ήταν απαραίτητη. Για την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, η επιβίωση του Άσαντ ήταν και είναι ζήτημα στρατηγικό.

Με τα χρόνια, ο ίδιος ο Σολεϊμανί είχε αναπτύξει έναν ιδιαίτερα στενό δεσμό με τον Ιμάντ Μουγκνίγια, τον στρατιωτικό αρχηγό της Χεζμπολάχ, τον οποίο δυτικοί και ισραηλινοί αξιωματούχοι κατηγορούσαν ως τον εγκέφαλο πίσω από τη βομβιστική επίθεση στον στρατώνα των πεζοναυτών των ΗΠΑ στη Βηρυτό το 1983, τις επιθέσεις στις πρεσβείες των ΗΠΑ στην πρωτεύουσα του Λιβάνου και στην πόλη του Κουβέιτ, επίσης το 1983, την αεροπειρατεία του 1985 στην πτήση 847 της TWA, κατά την οποία ένας δύτης του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ ξυλοκοπήθηκε και δολοφονήθηκε. και τις βομβιστικές επιθέσεις κατά της ισραηλινής πρεσβείας και ενός εβραϊκού κοινοτικού κέντρου στο Μπουένος Άιρες το 1992 και το 1994, αντίστοιχα. Ο Σολεϊμανί σε πολλές δημόσιες συνεντεύξεις ονόμαζε τον Μουγκνίγια "αδερφό του από άλλη μητέρα". Πράγματι, τα παιδιά του Σολεϊμανί μεγάλωσαν μαζί με τα παιδιά του Μουγκνίγια και έχουν άπειρες φωτογραφίες μαζί. 

Ο Μουγκνίγια δολοφονήθηκε το 2008 στη Δαμασκό σε κοινή επιχείρηση της CIA και της Μοσάντ. Τον Φεβρουάριο του 2008, η Μοσάντ φέρεται να είχε την ευκαιρία να δολοφονήσει τον Μουγκνίγια, αλλά κάτι τέτοιο αποφεύχθηκε επειδή την κρίσιμη στιγμή ο Μουγκνίγια αγκάλιασε έναν μακροχρόνιο φίλο, τον οποίο η υπηρεσία δεν ήταν νομικά εξουσιοδοτημένη να σκοτώσει – τον Κασέμ Σολεϊμανί. Ο Μουγκνίγια σκοτώθηκε σε μια δεύτερη προσπάθεια αργότερα εκείνη την ημέρα. Όμως, υπό τη στενή καθοδήγηση του Σολεϊμανί, η Χεζμπολάχ συνέχισε να λειτουργεί μια εξαιρετικά αποτελεσματική παραστρατιωτική πτέρυγα.

Ο Σολεϊμανί δεν άργησε να δείξει την ευγνωμοσύνη του για τη θυσία της Χεζμπολάχ στον πόλεμο της Συρίας. Φρόντιζε πάντα να επισκέπτεται τους τάφους και τις οικογένειες των πεσόντων, αντιμετωπίζοντάς τους με την ίδια σιωπηλή ευλάβεια που δείχνει προς τους Ιρανούς νεκρούς. Τον Ιανουάριο του 2015, φωτογραφήθηκε να διαβάζει το Κοράνι μόνος του πάνω από τους γεμάτους με λουλούδια τάφους μαχητών της Χεζμπολάχ, συμπεριλαμβανομένου του Τζιχάντ Μουγκνίγια, του νεαρού γιου του Ιμάντ.

Η προειδοποίηση Νασράλα προς την κυπριακή κυβέρνηση (άρθρο του Λουκά Σταύρου)

 


γράφει ο Λουκάς Σταύρου

Η προειδοποίηση του αρχηγού της Χεσμπολάχ Νασράλα ότι σε περίπτωση που χρησιμοποιηθεί η Κύπρος ως βάση επίθεσης κατά των Παλαιστινίων της Λωρίδας της Γάζας δεν θα μείνει αναπάντητη, εδράζεται σε κάποια πραγματικά γεγονότα που μάλλον δεν κρύβονται.

Τα γεγονότα αυτά είναι δύο.

Πρώτο το άνοιγμα της Κύπρου προς το Ισραήλ με κοινές ασκήσεις και χρήση του χώρου της Κύπρου από τις ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις. Αυτό το άνοιγμα που εξελίσσεται σε πλήρη παράδοση του κυπριακού χώρου ως στρατηγικό βάθος του Ισραήλ άρχισε από την κυβέρνηση Αναστασιάδη και συνεχίζεται από την κυβέρνηση Χριστοδουλίδη.

Κοινές ασκήσεις με τον στρατό του Ισραήλ για όσους γνωρίζουν σημαίνει ισχυρή παρουσία των ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών στη Κύπρο που την είδαμε να εκδηλώνεται και με το γνωστό βανάκι συλλογής πληροφοριών και παρακολούθησης των πάντων.

Κοινές ασκήσεις με το Ισραήλ σημαίνει επέκταση της στρατιωτικής ισχύος του Ισραήλ στη Κύπρο επί μονίμου βάσεως.

Δεύτερο η ανεξέλεγκτη χρησιμοποίηση των αγγλικών βάσεων από τους εγγλέζους και το ΝΑΤΟ το οποίο τάσσεται αναφανδόν υπέρ της γενοκτονίας του Ισραήλ κατά του παλαιστινιακού λαού.

Αυτά τα δυο γεγονότα μετατρέπουν την Κύπρο σε πεδίο σύγκρουσης μεταξύ των αντιμαχομένων δυνάμεων και η Κύπρος χάνει την ουδετερότητα της ως χώρος και κατά συνέπεια και ως πολιτική επιλογή. Σύρεται η Κύπρος στο πεδίο της σύγκρουσης Ισραηλινών και Παλαιστινίων από την φιλοϊσραηλινή πολιτική των δυο τελευταίων κυβερνήσεων.

Η προειδοποίηση Νασράλα μάλλον δεν θα σταματήσει την παράδοση της Κύπρου στο Ισραήλ και το ΝΑΤΟ αλλά θα αποτελέσει δικαιολογία για περαιτέρω ενρίζωση αυτών των δυνάμεων στη Κύπρο.

Η μόνη λύση για να απεμπλακεί η Κύπρος από αυτή την κατάσταση και να απομακρυνθεί ο κίνδυνος της σύγκρουσης των αντιμαχομένων στο χώρο της είναι να υπάρξουν νέες πολιτικές δυνάμεις είτε ως ισχυρή αντιπολίτευση είτε ως κυβέρνηση που να αλλάξουν πορεία και ως προς το Ισραήλ και ως προς τις αγγλικές βάσεις.

Αν κρίνουμε από τις υπάρχουσες πολιτικές τοποθετήσεις ολόκληρη η δεξιά με τα ακροδεξιά και κεντρώα συγκοινωνούντα δοχεία της τάσσεται υπέρ του Ισραήλ και προτάσσει την ισλαμοφοβία για να εκθειάσει την γενοκτονία των Παλαιστινίων. 

Το ελαμ μάλιστα αναφέρει πως η αιτία που διέκοψε τις σχέσεις του με την Χρυσή Αυγή είναι η αγάπη που τρέφει προς το Ισραήλ σε αντίθεση με τους χρυσαυγίτες που είναι εναντίον του. Έκαναν δηλαδή την σχέση τους με το Ισραήλ ταυτοτικό στοιχείο της ιδεολογίας τους.

Η μόνη πολιτική δύναμη που αντιτάσσεται στην ισραηλινή πολιτική της γενοκτονίας, είναι το ΑΚΕΛ.

Όμως πότε το ΑΚΕΛ κατήγγειλε την επικίνδυνη συνεργασία της ανίσχυρης Κύπρου με το ισχυρό Ισραήλ;

Πότε κατανόησε το μεγάλο ψέμα του eastmed ως ισραηλινό δέλεαρ για την επέκταση της στρατιωτικής του ισχύος στη Κύπρο και στον ελλαδικό χώρο;

Το ΑΚΕΛ σίγησε και άφησε την δεξιά φιλοσιωνιστική κυβέρνηση Αναστασιάδη να κάνει το καταστροφικό έργο της ανενόχλητη. 

Επίσης πότε το ΑΚΕΛ απαίτησε την κατάργηση των βάσεων όταν ευθύς μετά την άνοδο στην εξουσία του Χριστόφια έσπευσε να υπογράψει μνημόνιο συναντίληψης με την Μ. Βρετανία;

Καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ολόκληρο το πολιτικό κατεστημένο έχει κάνει την Κύπρο ξέφραγο αμπέλι.

Δεξιοί, ακροδεξιοί, κεντρώοι και αριστεροί πρώην κομουνιστές και νυν δικαιωματιστές, ακολουθούν πολιτική υποταγής τόσο προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, το ΝΑΤΟ και τους εγγλέζους όσο και προς το Ισραήλ.

Αναφέρω ακόμα το ξεπούλημα της Κύπρου στους Εβραίους “επενδυτές” ως αποτέλεσμα της οικονομικής πολιτικής που καθορίζει η Ευρωζώνη και η ντόπια τραπεζοκρατία. Μια οικονομία που συρρικνώνεται διαρκώς και απλώνει το χέρι στους ξένους επενδυτές δημιουργεί συνθήκες εξάρτησης και συρρίκνωσης της εθνικής κυριαρχίας.

Εμείς ως εθνικοκοινοτιστές απαιτούμε την άμεση κατάργηση των αγγλικών βάσεων και την απεμπλοκή της Κύπρου από την ζώνη ελέγχου του Ισραήλ.

Απαιτούμε επίσης την ομοσπονδιακή ένωση των δυο κρατών του ελληνισμού και την ενοποίηση των εθνικών ενόπλων δυνάμεων που η παρουσία τους στη Κύπρο θα επισφραγίσει την εθνική ελληνική κυριαρχία στον ενιαίο εθνικό χώρο και έτσι διάφοροι που επιβουλεύονται την Κύπρο θα αλλάξουν πορεία.

Το στρατιωτικό αεροδρόμιο της Πάφου θα καταστεί ο χώρος μόνιμης παρουσίας της ελληνικής πολεμικής αεροπορίας και ο ελληνικός πολεμικός στόλος θα αποκτήσει έδρα στη Κύπρο.

Συνακόλουθα απαιτούμε την ανασυγκρότηση της οικονομίας που είναι και ο σημαντικότερος παράγοντας ισχύος, με έξοδο από την Ευρωζώνη και εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος ώστε να διοχετευθούν χρήματα στις λαϊκές παραγωγικές δυνάμεις.

Κλείνω λέγοντας πως το κυπριακό κατεστημένο έχει παραδώσει την Κύπρο στην διαχείριση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ και στην επικίνδυνη επιρροή του Ισραήλ που μας εμπλέκει με την Αραβοϊσραηλινή σύγκρουση.

Το ζητούμενο είναι η ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας αφενός και αφετέρου η ουδετερότητα σε κάθε σύγκρουση ξένων δυνάμεων συμπεριλαμβανομένης και της σύγκρουσης στην Ουκρανία. Διότι και στο ζήτημα της Ουκρανίας η Κύπρος ζημιώθηκε και θα ζημιωθεί ακόμα περισσότερο από την καταναγκαστική εναντίωση της προς την Ρωσία κατά απαίτηση της Ε.Ε.

Πόλεμος, κατοχή, απελευθέρωση, νέος πόλεμος (1982-2006)

 

γράφει ο Α.Π.

Στις 6 Ιουνίου 1982, έλαβε χώρα ένα γεγονός που άλλαξε την ιστορία της Μέσης Ανατολής. Με το ψεύτικο πρόσχημα της ενοχής της Φατάχ για μια δολοφονική επίθεση στον ισραηλινό πρέσβη στο Λονδίνο, το Ισραήλ εισέβαλε στο νότιο Λίβανο στο σύνολό του και μάλιστα επέβαλε πολιορκία στη Βηρυτό απαιτώντας την απέλαση του Γιασέρ Αραφάτ, των ηγετών της Φατάχ και άλλων ένοπλων παλαιστινιακών πολιτοφυλακών από το νότιο Λίβανο. Ήταν τόσο προφανές ότι ο ισραηλινός στρατός είχε έρθει εκ των προτέρων σε συμφωνία με τους χριστιανούς Μαρωνίτες να εκδιώξουν τους Παλαιστίνιους που αποτελούσαν μια πιεστική δύναμη στη λιβανέζικη κοινωνία. Με αυτό το στόχο, πολλές σφαγές διαπράχθηκαν εναντίον των Παλαιστινίων, η πιο σημαντική από τις οποίες είναι η σφαγή της Σάμπρα και της Σατίλα, κατά τη διάρκεια της οποίας σκοτώθηκαν τρεις χιλιάδες Παλαιστίνιοι. Εν πάση περιπτώσει, οι Ισραηλινοί μαζί με τους Χριστιανούς Μαρωνίτες κατάφεραν να εκδιώξουν τους περισσότερους Παλαιστίνιους από το νότιο Λίβανο και από τη Βηρυτό. Ωστόσο, η ισραηλινή κατοχή δεν αποσύρθηκε μετά την εκδίωξη των Παλαιστινίων. Αντίθετα, συνέχισε να δρα ως δύναμη κατοχής στο Λίβανο καταλαμβάνοντας ολόκληρο το νότιο Λίβανο.

Αυτή η εξέλιξη είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή των ελπίδων των Σιιτών να ιδρύσουν το κράτος τους, ειδικά καθώς ήταν χωρισμένοι σε κοσμικούς και θρησκευτικούς. Έτσι, οι θρησκευόμενοι μεταξύ τους αποφάσισαν να αποσχιστούν από το Κίνημα Αμάλ και να επικοινωνήσουν με τους ηγέτες του Ιράν για να κερδίσουν την υποστήριξή τους. Είχαν ήδη σχηματίσει μια εννεαμελή επιτροπή που ταξίδεψε στην Τεχεράνη. Κατά τη συνάντησή τους με τον Χομεϊνί, δήλωσαν την πίστη τους σε εκείνο το είδος διακυβέρνησης που λέγεται ηγεσία του ισλαμικού νομοθέτη (Velayat e-Faqih). Κατά συνέπεια, ο Χομεϊνί θα γινόταν ο ισλαμικός νομοθέτης υπό την κηδεμονία του οποίου θα υπόκεινται οι Λιβανέζοι Σιίτες. Ο Χομεϊνί εξουσιοδότησε την επιτροπή που επέστρεψε στο Λίβανο να αποσχιστεί από το Κίνημα Αμάλ και να σχηματίσει αυτό που ήταν γνωστό εκείνη την εποχή ως Ισλαμικό Κίνημα Αμάλ, του οποίου ηγείτο ο Αμπάς Μουσαβί.

Το Ιράν υποστήριξε σθεναρά τη νεοσυσταθείσα οντότητα και έστειλε περαιτέρω στην κοιλάδα Μπεκάα στο Λίβανο μέσω της Συρίας 1.500 Ιρανούς Φρουρούς της Επανάστασης για να δώσουν στρατιωτική εκπαίδευση στο Ισλαμικό Κίνημα Αμάλ και να του παράσχουν τις απαραίτητες οικονομικές και στρατιωτικές ικανότητες. Έτσι, το εκκολαπτόμενο κίνημα κέρδισε την υποστήριξη δύο μεγάλων χωρών της περιοχής, δηλαδή του Ιράν και της Συρίας. Ωστόσο, η Συρία συνέχισε να υποστηρίζει ταυτόχρονα το κοσμικό εθνικιστικό κίνημα Αμάλ του Ναμπίχ Μπερί.

Ο εμφύλιος πόλεμος του Λιβάνου συνέχισε να φουντώνει και η δύναμη του Ισλαμικού Κινήματος Αμάλ συνέχισε να αυξάνεται μέχρι που ο Αμπάς Μουσαβί κήρυξε τον Φεβρουάριο του 1985, την ίδρυση της Χεζμπολάχ ως μετεξέλιξη του Ισλαμικού Κινήματος Αμάλ. Τρεις μήνες αργότερα, δηλαδή τον Μάιο του 1985, το κοσμικό εθνικιστικό Κίνημα Αμάλ με επικεφαλής τον Ναμπίχ Μπέρι διέπραξε μια ειδεχθή σφαγή εναντίον των Παλαιστινίων, σκοτώνοντας εκατοντάδες από αυτούς για να δώσει το τελειωτικό χτύπημα σε όσους από αυτούς είχαν επιζήσει στο νότιο Λίβανο. Σε αυτά τα εγκλήματα δεν συμμετείχε η Χεζμπολάχ, που είχε από καιρού αποσχιστεί από τους εθνικιστές της Αμάλ. Η Χεζμπολάχ σε όλη την ιστορία της αποτελούσε και αποτελεί τη δύναμη που προστατεύει τους Παλαιστίνιους πρόσφυγες στο Λίβανο.

Τη δεκαετία του 1980, η Χεζμπολάχ απέδειξε έμπρακτα τη δυνατότητά της να επιτυγχάνει εκπληκτικά αποτελέσματα με μικρούς πόρους. Οι δύο βόμβες της που τίναξαν στον αέρα την αμερικανική πρεσβεία και το στρατόπεδο Αμερικανών πεζοναυτών στη Βηρυτό το 1983 – όταν ακόμα το ένοπλο σκέλος της οργάνωσης είχε το όνομα Ισλαμική Τζιχάντ – ανάγκασαν τον Πρόεδρο Ρήγκαν να αποσύρει εσπευσμένα τις αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις από τον Λίβανο την επόμενη χρονιά. Οι ειδικές της επιχειρήσεις κατά Ισραηλινών στόχων (βομβιστικές επιθέσεις σε συγκεντρώσεις Ισραηλινών στρατιωτών και μυστικών πρακτόρων στην Τύρο το 1982 και το 1983, αεροπειρατεία στην πτήση 847 της TWA το καλοκαίρι του 1985 στο αεροδρόμιο του Ελληνικού) οδήγησαν στην απελευθέρωση χιλιάδων Παλαιστίνιων και Λιβανέζων κρατουμένων από τις φυλακές του Ισραήλ και την απόσυρση του ισραηλινού στρατού από τον κεντρικό Λίβανο το 1985. 

Αλλά η αδιαμφισβήτητα πιο επιτυχημένη επιχείρηση της Χεζμπολάχ στα πρώτα της χρόνια, και η επιχείρηση που της χάρισε την πλήρη εμπιστοσύνη της ιρανικής ηγεσίας, ήταν μια επιχείρηση που κράτησε σχεδόν μια δεκαετία: η ομηρία πολιτών από δυτικές χώρες στον Λίβανο. Ήταν η εποχή που ο -πάντα πανέξυπνος και πάντα αδίστακτος- Αγιατολάχ Χομεϊνί, που για να αντέξει στην επίθεση του Σαντάμ κατά της χώρας του χρειαζόταν όπλα πέρα από αυτά της Συρίας και της Βόρειας Κορέας, και γνωρίζοντας την απληστία των βιομηχανιών όπλων των Ηνωμένων Πολιτειών και την απαράμιλλη δίψα τους για κέρδη χωρίς αναστολές, αποφάσισε να εκμεταλλευτεί για άλλη μια φορά τις κακές συνήθειες του «Μεγάλου Σατανά» προς όφελος της δικής του Ισλαμικής Επανάστασης. 

Αξιωματικοί των Φρουρών της Επανάστασης ήρθαν στις αρχές του 1985 σε επαφή με τον εξόριστο Ιρανό έμπορο όπλων, Μανουσέρ Γκορμπανιφάρ, ο οποίος είχε άριστες σχέσεις με αξιωματούχους του Λευκού Οίκου. Ο Γκορμπανιφάρ έπεισε την κυβέρνηση των ΗΠΑ ότι ο Χομεϊνί θα πέθαινε σύντομα και στην εξουσία στο Ιράν θα έρχονταν μετριοπαθή στοιχεία που θα έστρεφαν το Ιράν σε μια φιλοδυτική πολιτική στάση. Τους είπε επίσης ότι αν οι ΗΠΑ έδιναν όπλα στο Ιράν σε μειωμένες τιμές, η Χεζμπολάχ θα απελευθέρωνε τους –Αμερικανούς και άλλους δυτικούς- ομήρους που κρατούσε. Και έτσι έγινε. Η κυβέρνηση Ρήγκαν εκείνη την εποχή ήθελε πάση θυσία να εξοπλίσει τους ακροδεξιούς αντάρτες Κόντρας, που μάχονταν στη Νικαράγουα εναντίον της επαναστατικής κυβέρνησης των Σαντινίστας. Έτσι δεν δίστασε να κάνει μυστικές οπλικές μπίζνες με το Ιράν και τη Χεζμπολάχ, παρότι γνώριζε ότι η τελευταία είχε μόλις δολοφονήσει πάνω από 300 Αμερικανούς στρατιωτικούς και αξιωματούχους της CIA στη Βηρυτό. Για την Αμερική, το χρήμα είναι πάντα πάνω από το αίμα ή μάλλον, το αίμα (των άλλων) είναι γι’ αυτήν πάντα μια ευκαιρία για χοντρό χρήμα. 

Η κυβέρνηση Ρήγκαν θεώρησε ότι με το να πουλήσει τα όπλα στο Ιράν, θα φέρει πίσω τους ομήρους, θα πάρει το χρήμα που χρειάζεται για να εξοπλίσει στη συνέχεια τους Κόντρας, και θα επηρεάσει την ιρανική ηγεσία προς μια μελλοντική συμμαχία με τη Δύση. Αυτό διήρκεσε για δύο χρόνια, ώσπου το έβγαλε στη φόρα ένας αξιωματικός των Φρουρών της Επανάστασης, ο Μεχντί Χασεμί –που γι’ αυτή την αποκάλυψη έχασε τη ζωή του- και έγινε σκάνδαλο που οδήγησε σε απαγγελία κατηγοριών κατά του Προέδρου Ρήγκαν από το Κογκρέσο. Αλλά το Ιράν είχε πετύχει αυτό που ήθελε: είχε λάβει τα αμερικανικά όπλα - και μάλιστα σε μειωμένες τιμές - για να αμυνθεί εναντίον του Ιράκ, και είχε κοροϊδέψει την αμερικανική ηγεσία ότι τάχα μετά τον επικείμενο θάνατο του Χομεϊνί θα έρθουν στο προσκήνιο φιλοδυτικές δυνάμεις στη χώρα, κάτι που έκανε για λίγο τις ΗΠΑ να ελαφρύνει τις κυρώσεις στο Ιράν. Η Χεζμπολάχ από τη μεριά της, απέδειξε με τον προφανέστερο τρόπο ότι ήταν μια οργάνωση ικανή να πετύχει - για δικό της λογαριασμό και για χάρη του Ιράν - κατορθώματα που καμιά άλλη παρτιζάνικη οργάνωση στη Μέση Ανατολή δεν είχε πετύχει ως τότε. 

Για τον νεαρό στρατιωτικό διοικητή Κασέμ Σολεϊμανί, που δεν συμμετείχε στην υπόθεση αλλά που σίγουρα είχε πληροφορηθεί γι’ αυτήν, η ιστορία αυτή θα αποτελούσε ένα κρίσιμο μάθημα: πολλές φορές η μυστική διπλωματία, ή ο συνδυασμός αυτής και του πολέμου, μπορεί να φέρει πολύ καλύτερα αποτελέσματα από ό,τι ο πόλεμος από μόνος του. Η συνειδητοποίηση αυτή θα ακολουθούσε αυτόν και το modus operandi του για τα επόμενα τριάντα χρόνια.

Το Κίνημα Αμάλ ανταγωνίστηκε τη Χεζμπολάχ για την ηγεσία στο νότιο Λίβανο και την κοιλάδα Μπεκάα, όπου είναι συγκεντρωμένος ο σιιτικός πληθυσμός. Ως εκ τούτου, η σύγκρουση μεταξύ τους έγινε τόσο έντονη που κατέληξε σε μια βίαιη μάχη κατά την οποία η Χεζμπολάχ συνέτριψε το κίνημα Αμάλ το 1988. Αργότερα, περισσότερο από το 90% των μελών της Αμάλ εντάχθηκαν στη Χεζμπολάχ, που πλέον κέρδισε την αδιαφιλονίκητη στήριξη τόσο του Ιράν όσο και της Συρίας. Κατά συνέπεια, η Αμάλ εγκατέλειψε τη στρατιωτική κονίστρα και μετατράπηκε σε πολιτική ομάδα.

Αν και η Χεζμπολάχ έγινε ο μοναδικός ανταγωνιστής του Ισραήλ στις αρχές της δεκαετίας του 1990, η κύρια πηγή εξουσίας της, δηλαδή ο νότιος Λίβανος, εξακολουθούσε να καταλαμβάνεται από τους Ισραηλινούς. Αυτό την ανάγκασε να κυριαρχήσει σε ορισμένες περιοχές της Βηρυτού, καθιστώντας τις σημείο εκκίνησης του αγώνα της για την απελευθέρωση του νότιου Λιβάνου. Η Χεζμπολάχ δεν επεδίωξε να επιτεθεί στην ανατολική Βηρυτό όπου ζει ο χριστιανικός πληθυσμός. Αντίθετα, επιτέθηκε στη δυτική και ιδιαίτερα στη νότια Βηρυτό και άρχισε να την καταλαμβάνει με στρατιωτική δύναμη, έχοντας κατά νου ότι αυτές είναι περιοχές όπου κατοικεί ο σουνιτικός πληθυσμός. Η Χεζμπολάχ κατασκεύαζε μερικές φορές τα οικοδομήματά της σε δημόσιους χώρους και μερικές φορές σε σουνιτικά εδάφη, μια πράξη που ήταν γνωστή από την κυβέρνηση του Λιβάνου. Τελικά, το νότιο προάστιο της Βηρυτού, η Νταχία, μετατράπηκε σε μια καθαρά σιιτική περιοχή υπό τον πλήρη έλεγχο της Χεζμπολάχ.

Ο Χομεϊνί πέθανε το 1989 για να τον διαδεχθεί στη θέση του Ανώτατου Ηγέτη της Επανάστασης ο Αλί Χαμενεΐ. Αυτό δεν επηρέασε τις σχέσεις Χεζμπολάχ-Ιράν, ή μάλλον τις έκανε ακόμα στενότερες. Την ίδια χρονιά, τα αντιμαχόμενα μέρη του λιβανέζικου εμφυλίου πολέμου συναντήθηκαν στο Ταΐφ μέσω σαουδαραβικής διαμεσολάβησης για να υπογράψουν τη συμφωνία του Ταΐφ, η οποία τερμάτισε τον εμφύλιο πόλεμο του Λιβάνου. Την ίδια χρονιά, η μεγαλύτερη σουνιτική φιγούρα στο Λίβανο, ο σεΐχης Χασάν Χαλίντ δολοφονήθηκε και έτσι οι σουνίτες έχασαν την ηγεσία τους, γεγονός που έδωσε χώρο και ευκαιρία στη Χεζμπολάχ να αναδειχθεί ως ισλαμικό σύμβολο στο Λίβανο.

Η Χεζμπολάχ άρχισε να προετοιμάζεται για να πολεμήσει εναντίον των Ισραηλινών προκειμένου να απελευθερώσει τα κατεχόμενα εδάφη του νότιου Λιβάνου. Πακτωλός κεφαλαίων από το Ιράν εισέρρεε στον κορβανά της Χεζμπολάχ ετησίως, συν τη συριακή υποστήριξη. Αυτό προκάλεσε προβλήματα στους Ισραηλινούς, που με εντολή του -μετέπειτα γνωστού ως ειρηνιστή- πρωθυπουργού Γιτζάκ Ράμπιν δολοφόνησαν τον Αμπάς Μουσαβί, τον γενικό γραμματέα της Χεζμπολάχ, τον οποίο διαδέχθηκε στην ηγεσία ο Χασάν Νασράλα. Την ίδια χρονιά, ένα νέο σουνιτικό σύμβολο, ο Ραφίκ Χαρίρι, ήρθε στο προσκήνιο στο Λίβανο, γύρω από τον οποίο συσπειρώθηκαν οι Λιβανέζοι σουνίτες. Ο Χαρίρι ανέλαβε τη θέση του πρωθυπουργού από το 1992 έως το 1996. Ξεκίνησε την ανοικοδόμηση του Λιβάνου και κέρδισε μεγάλη δημοτικότητα.

Το 1996, οι Ισραηλινοί ξεκίνησαν μια άγρια επίθεση εναντίον του Λιβάνου, την οποία ονόμασαν Επιχείρηση Σταφύλια της Οργής. Είχε αποτέλεσμα 120 νεκρούς, όλους αμάχους, κυρίως γυναίκες και παιδιά. Ο πατριωτικός ζήλος παρακίνησε τον λαό του Λιβάνου να απαλλαγεί από τη σιωνιστική κατοχή. Η Χεζμπολάχ κήρυξε το σχηματισμό λιβανικών ταξιαρχιών για αντίσταση στον σιωνιστικό εχθρό. Διαφορετικές κοινότητες του λαού του Λιβάνου εντάχθηκαν στις ταξιαρχίες, οι οποίες αποτελούνταν κυρίως από σουνίτες που αποτελούσαν το 38% αυτών, ενώ οι σιίτες αποτελούσαν το 25%, οι Δρούζοι αποτελούσαν το 20% και οι χριστιανοί αποτελούσαν το 17%.

Οι επιθέσεις που εξαπέλυσαν οι ταξιαρχίες ανάγκασαν τους σιωνιστές να αποσυρθούν από τις περισσότερες περιοχές του νότιου Λιβάνου το 2000, με εξαίρεση την περιοχή των αγροκτημάτων Σεμπάα. Στη συνέχεια, η Χεζμπολάχ κατέλαβε όλα τα απελευθερωμένα εδάφη. Μετά το 2000 παρατηρείται η μεγαλύτερη σύσφιξη σχέσεων μεταξύ της ηγεσίας της Χεζμπολάχ και του στρατηγού Σολεϊμανί, η Δύναμη Κουντς του οποίου θεωρείται υπεύθυνη, μαζί με Βορειοκορεάτες και Σύριους μηχανικούς, για την κατασκευή των οχυρωματικών έργων και σηράγγων της Χεζμπολάχ στον νότιο Λίβανο, που ήταν κομβικά για την επιτυχημένη απόκρουση της ισραηλινής επίθεσης το καλοκαίρι του 2006.

Για άλλη μια φορά, ο Ραφίκ Χαρίρι ανέλαβε τη θέση του πρωθυπουργού την ίδια χρονιά της αποχώρησης των Ισραηλινών. Η δύναμη της Χεζμπολάχ αυξανόταν όλο και περισσότερο, ωστόσο, η άνοδος του Χαρίρι πρόσθεσε κάποια ισορροπία στην κατάσταση στα μάτια του λαού του Λιβάνου. Το 2004, ο Χαρίρι παραιτήθηκε από τη θέση του πρωθυπουργού λόγω διαφοράς με τους Σύριους των οποίων η στρατιωτική παρουσία στο Λίβανο ήταν εγκατεστημένη στα βορειοανατολικά. Αργότερα, στις 14 Φεβρουαρίου 2005, ο Χαρίρι δολοφονήθηκε καθώς η αυτοκινητοπομπή του κατευθυνόταν στη Βηρυτό και έτσι οι σουνίτες έχασαν ένα μοναδικό σύμβολο. Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι πολλά παγκόσμια συστήματα πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων των αμερικανικών, γαλλικών, συριακών, ιρανικών και λιβανικών μυστικών υπηρεσιών, εργάζονταν στην αρένα του Λιβάνου. Η Χεζμπολάχ κατηγόρησε την ισραηλινή Μοσάντ για τη δολοφονία, ενώ οι Δυτικοί θεώρησαν υπεύθυνη τη Συρία. Το 2020 το δικαστήριο απάλλαξε τη Χεζμπολάχ από την κατηγορία της δολοφονίας του Χαρίρι.

Ο Λίβανος συγκλονίστηκε τρομερά από τη δολοφονία του Χαρίρι. Η Δύση έδειξε με το δάχτυλο τη Συρία και έτσι απαίτησε από τη Συρία να αποσυρθεί από τον Λίβανο. Ωστόσο, η Χεζμπολάχ οργάνωσε μια μεγάλη διαδήλωση στις 8 Μαρτίου 2005 υποστηρίζοντας τη συριακή παρουσία στο Λίβανο και αρνούμενη την απόσυρση της Συρίας. Τα κόμματα που συμμετείχαν σε αυτή τη διαδήλωση μαζί με τη Χεζμπολάχ ίδρυσαν τη Συμμαχία της 8ης Μαρτίου, που ως σήμερα αποτελεί μια από τις δύο μεγάλες πολιτικές δυνάμεις της χώρας. Έξι μέρες αργότερα, στις 14 Μαρτίου, οργανώθηκε αντιδιαδήλωση από το Κίνημα του Μέλλοντος, το κίνημα στο οποίο ανήκει η οικογένεια του Χαρίρι με επικεφαλής τον γιο του, Σαάντ, υποστηριζόμενο από το Μέτωπο Δημοκρατικής Συγκέντρωσης με επικεφαλής τον Ουαλίντ Τζουμπλάτ (κόμμα των Δρούζων με σοσιαλιστική κατεύθυνση) και το κόμμα των Μαρωνιτικών Λιβανικών Δυνάμεων με επικεφαλής τον Σαμίρ Γκεαγκέα. Αυτά τα κόμματα ίδρυσαν τη Συμμαχία της 14ης Μαρτίου, τη δεύτερη μεγάλη πολιτική δύναμη στη χώρα ως σήμερα. Οργάνωσαν μια μεγάλη διαδήλωση στις 14 Μαρτίου 2005 απαιτώντας την απόσυρση της Συρίας από το Λίβανο. Αργότερα, η Συρία αποσύρθηκε από τον Λίβανο τον ίδιο μήνα.

Το ίδιο εκείνο έτος 2005 η Χεζμπολάχ αποφάσισε να συμμετάσχει σε ένα σημαντικό πολιτικό έργο με άλλες δυνάμεις. Έτσι, η Χεζμπολάχ συμμετείχε στις κοινοβουλευτικές εκλογές του Λιβάνου συμμαχώντας με τρεις άλλες παρατάξεις, δηλαδή το Σουνιτικό Κίνημα του Μέλλοντος, το ρεύμα των Δρούζων του Ουαλίντ Τζουμπλάτ και το Κίνημα Αμάλ του Ναμπίχ Μπερί, μια συμμαχία οποίο ονομάστηκε Τετραμερής Συνασπισμός. Ο συνασπισμός κέρδισε μαζί 72 από τις συνολικά 128 έδρες στο κοινοβούλιο για να αποτελέσει την πλειοψηφία και έτσι σχημάτισε την κυβέρνηση του Λιβάνου με επικεφαλής τον Φουάντ Σινιόρα. Με αυτό τον τρόπο, η Χεζμπολάχ αποτέλεσε το πιο επιτυχημένο μοντέλο της συνύπαρξης πολιτικής και αντάρτικης εξουσίας: η Χεζμπολάχ δεν είναι ούτε "κράτος ενάντια σε άλλο κράτος" στον Λίβανο, αλλά μάλλον "κράτος εν κράτει." Δεν είναι πλέον απλά μια παράλληλη εξουσία με το λιβανέζικο κράτος, αλλά μια εξουσία που σε πολλά σημεία τέμνεται με αυτό.

Στις 12 Ιουλίου του 2006, με σκοπό την απελευθέρωση των Λιβανέζων αγωνιστών που κρατούνταν στις φυλακές του Ισραήλ, η Χεζμπολάχ ξεκίνησε μια στρατιωτική επιχείρηση εναντίον των Ισραηλινών σκοτώνοντας οκτώ και συλλαμβάνοντας δύο στρατιώτες τους χωρίς καμία απώλεια. Η στρατιωτική επιχείρηση προκάλεσε τον πόλεμο Ισραήλ-Λιβάνου. Για 33 ημέρες, οι μαζικές ισραηλινές αεροπορικές επιδρομές και τα πυρά του πυροβολικού στόχευαν την καταστροφή των πολιτικών υποδομών του Λιβάνου. Η Χεζμπολάχ απάντησε εκτοξεύοντας ρουκέτες. Πολλοί Λιβανέζοι σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου, αλλά σε στρατιωτικό επίπεδο οι απώλειες των Ισραηλινών ήταν αναπάντεχες γι' αυτούς. Επίσης, οι Ισραηλινοί απέτυχαν να σταματήσουν τις ρουκέτες της Χεζμπολάχ, κάτι που θεωρήθηκε νίκη για τη Χεζμπολάχ λόγω των αεροπορικών επιδρομών που απέτυχαν να σταματήσουν την πυραυλική δύναμη της Χεζμπολάχ ή να φέρουν πίσω ζωντανούς τους δύο αιχμάλωτους στρατιώτες τους.

Ο Λίβανος πριν το 1982

 

γράφει ο Α.Π.

Για να κατανοήσουμε την αλήθεια για κάτι, πρέπει να εξερευνήσουμε τις ίδιες τις ρίζες του. Έτσι, θα πρέπει να κατανοήσουμε την ιστορία από την αρχή, δηλαδή πώς και υπό ποιες συνθήκες δημιουργήθηκε και γνώρισε θεαματική άνοδο η Χεζμπολάχ. Επιπλέον, πρέπει να κατανοήσουμε την ιστορία των ιδρυτών της, τις πεποιθήσεις, την ιδεολογία, τις φιλοδοξίες, τους στόχους και τα μέσα τους. Με αυτόν τον τρόπο, πολλά διφορούμενα γεγονότα θα γίνουν σαφή.

Η Χεζμπολάχ ιδρύθηκε στο Λίβανο, μια χώρα μοναδικής φύσης στην περιοχή, καθώς αν και μικρή σε έκταση, είναι σε ακραίο βαθμό χωρισμένη με βάση την πίστη, καθώς υπάρχουν σε αυτή 18 επίσημα αναγνωρισμένες θρησκευτικές κοινότητες. Ήταν η ορεινή φύση του Λιβάνου που τον έκανε κέντρο θρησκευτικών κοινοτήτων και αιρέσεων που κατά τον Μεσαίωνα ήταν παράνομες και κινδύνευαν με κρατικές διώξεις στα πεδινά. Ως εκ τούτου, Χριστιανοί διαφορετικών αιρέσεων, Σιίτες, Δρούζοι και οπαδοί άλλων δογμάτων βρήκαν καταφύγιο εκεί κατά την περίοδο των μεσαιωνικών σουνιτικών χαλιφάτων. Είναι συμβατικά αποδεκτό μεταξύ των Λιβανέζων ότι οι Σουνίτες, οι Σιίτες και οι Χριστιανοί Μαρωνίτες είναι οι τρεις μεγαλύτερες αιρέσεις στο Λίβανο. Δίπλα τους, αλλά πολύ λιγότεροι σε αριθμό, είναι οι Δρούζοι, οι οποίοι συμβατικά αναγνωρίζονται ως μουσουλμάνοι, αν και στην πραγματικότητα ανήκουν σε ξεχωριστή πίστη.

Οι Γάλλοι αποικιοκράτες, οι οποίοι εισέβαλαν στο Λίβανο το 1920 μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ήταν πρόθυμοι να ενισχύσουν τον σεχταρισμό παρέχοντας εξουσία στους Μαρωνίτες συμμάχους τους. Εν πάση περιπτώσει, μετά την απόκτηση της ανεξαρτησίας το 1943, διαμορφώθηκε το σύνταγμα του Λιβάνου που προέβλεπε ότι ο πρόεδρος είναι Μαρωνίτης, ο πρωθυπουργός είναι Σουνίτης και ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου είναι Σιίτης. Στην πραγματικότητα, αυτή η συνταγματική διάταξη τέθηκε σε εφαρμογή μόλις το 1959: ως τότε όλες οι θέσεις εξουσίας καταλαμβάνονταν από Μαρωνίτες.

Εξαιτίας αυτού του επί αιώνες παρατεινόμενου σεχταρισμού, οι Λιβανέζοι παρέβλεψαν εντελώς τη διεξαγωγή μιας πανεθνικής απογραφής, ώστε να υπολογιστεί με ακρίβεια η αναλογία της κάθε θρησκευτικής κοινότητας στον συνολικό πληθυσμό. Ωστόσο, οι περισσότερες αξιόπιστες αναλύσεις αναφέρουν ότι οι σουνίτες αποτελούν το 26%, οι σιίτες αποτελούν το 26%, οι μαρωνίτες αποτελούν το 22% και οι Δρούζοι αποτελούν το 5,6% του συνολικού πληθυσμού.

Στην πραγματικότητα, κάθε κοινότητα επεδίωκε να συγκεντρωθεί σε ένα συγκεκριμένο μέρος, έτσι ώστε να αποτελέσει μια δύναμη επιρροής. Έτσι, οι Σιίτες συγκεντρώνονται στο Νότιο Λίβανο και στην κοιλάδα Μπεκάα στα ανατολικά, οι Σουνίτες συγκεντρώνονται στο Βόρειο και κεντρικό Λίβανο και σε παράκτιες πόλεις όπως η Βηρυτός, η Τρίπολη και η Σιδώνα, ενώ οι Μαρωνίτες συγκεντρώνονται στο Τζαμπάλ Λουμπνάν και την Ανατολική Βηρυτό.

Η μεγάλη συγκέντρωση των Σιιτών στο νότο μας εξηγεί το μεγάλο έρεισμα της Χεζμπολάχ στις περιοχές κοντά στα σύνορα Λιβάνου-Ισραήλ και τις συνεχείς πολεμικές προσπάθειες των Ισραηλινών για την αναγκαστική μετακίνηση του πληθυσμού του Νότιου Λιβάνου προς βορειότερα σημεία κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών. Οι σιίτες ήθελαν και θέλουν να υπερασπιστούν τις κύριες περιοχές που είναι τα λίκνα τους και, ως εκ τούτου, έπρεπε να αντισταθούν. Διαφορετικά, ολόκληρη η ύπαρξη τους θα ετίθετο σε κίνδυνο.

Ας επιστρέψουμε στις ρίζες της ιστορίας μας. Σουνίτες και Σιίτες περιθωριοποιήθηκαν σε μεγάλο βαθμό σε σύγκριση με τους Μαρωνίτες που υποστηρίζονταν από τη Γαλλία και τη διεθνή κοινότητα. Ωστόσο, οι Σουνίτες και οι Σιίτες ξεκίνησαν την κοινοτική τους αυτοπραγμάτωση και αυτοεπιβεβαίωση ειδικά στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Οι σουνίτες του Λιβάνου επηρεάστηκαν βαθιά από τις κοσμικές ιδέες του νασερισμού και του παναραβικού σοσιαλισμού. Την ίδια εποχή, ένας ισχυρός σιίτης ιεροκήρυκας που άφησε το αποτύπωμά του στον χάρτη του Λιβάνου, ο Μούσα αλ-Σαντρ, εγκαταστάθηκε στο Λίβανο το 1959. Ο Σαντρ γεννήθηκε στην ιερή πόλη Κομ του Ιράν το 1928, όπου σπούδασε Φιλοσοφία. Στη συνέχεια διορίστηκε λέκτορας στο Πανεπιστήμιο του Κομ όπου δίδαξε ισλαμική νομολογία και λογική. Στη συνέχεια μετακόμισε στην ιρακινή πόλη Νατζάφ, επίσης ιερή για τους σιίτες, όπου σπούδασε υπό μεγάλους σιίτες θεολόγους όπως ο Αγιατολάχ Μουχσίν αλ-Χακίμ και ο Αμπούλ Κασίμ αλ-Χόι. Στη συνέχεια μετακόμισε στο Λίβανο όπου εγκαταστάθηκε για το υπόλοιπο της ζωής του.

Ο Σαντρ πήγε στο Λίβανο με σκοπό τη δημιουργία ενός σιιτικού κράτους στη χώρα. Όμως οι Λιβανέζοι Σιίτες εκείνη την εποχή δεν ήταν θρησκευόμενοι. Αν και αυτοπροσδιορίζονταν ως Σιίτες, αυτός ο προσδιορισμός ήταν περισσότερο σε επίπεδο εθνοτικής κοινότητας και λιγότερο σε επίπεδο θεολογίας.

Καθώς στις περισσότερες χώρες της Μέσης Ανατολής οι σιίτες βρίσκονταν υπό καθεστώς διακρίσεων που κατευθύνονταν από σουνιτικές ή χριστιανικές κυβερνήσεις, τα σιιτικά πολιτικά κόμματα ήταν κατά βάση επαναστατικά κινήματα εναντίον κυβερνώντων καθεστώτων. Με την παρακμή της περσικής δυναστείας των Σαφαβιδών στα μέσα του δέκατου όγδοου αιώνα, οι σιίτες δεν είχαν πλέον κρατική κυριαρχία σε κανένα μέρος του κόσμου, ωστόσο, η πολιτική σκέψη τους άρχισε να αναβιώνει στις αρχές της δεκαετίας του 1950, μέσα από τα γραπτά λογίων όπως ο Αγιατολάχ Χομεϊνί, ο Αλί Σαριατί και ο Μούσα αλ-Σαντρ. Οι σιίτες δεν φιλοδοξούσαν να ιδρύσουν κράτος σε πάνω από τρεις χώρες, το Ιράν, το Ιράκ και τον Λίβανο, όπου αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού.

Ενώ λοιπόν στα τέλη της δεκαετίας του 1970 ο Χομεϊνί ηγήθηκε της επανάστασης στο Ιράν και οι κληρικοί του Νατζάφ πρωτοστάτησαν στον αγώνα των σιιτών του Ιράκ κατά του Σαντάμ, ο Μούσα αλ-Σαντρ φιλοδόξησε να πράξει κάτι παρόμοιο στο Λίβανο. Στην πραγματικότητα, ήταν μια αλληλένδετη, περίπλοκη και σκόπιμη αποστολή: οι Ιρανοί αγιατολάχ του Κομ επικοινωνούσαν πάντα με τους Ιρακινούς ομολόγους τους του Νατζάφ και με αυτούς του Λιβάνου. Συνήθως, οι σιιτικές οργανώσεις ασκούσαν τη μεγαλύτερη επιρροή στο προλεταριάτο και τις φτωχές τάξεις, καθώς τόσο στο Ιράκ όσο και στο Λίβανο, οι σιίτες ήταν καταδικασμένοι από αιώνες στη φτώχεια και τις διώξεις. Έτσι ήταν πιο εύκολο για τους μουλάδες να μεταλαμπαδεύσουν σε αυτούς τους ανθρώπους το επαναστατικό πνεύμα, εγγενώς εμφυτευμένο στους σιίτες, εναντίον των πλουσίων και των κατοίκων των παλατιών, ελπίζοντας, μέσω αυτού, ότι μια λαϊκή επανάσταση μπορεί να οδηγήσει στην ίδρυση του σιιτικού κράτους.

Ας επιστρέψουμε στην ιστορία του Λιβάνου. Ο Μούσα αλ-Σαντρ λοιπόν έρχεται το 1959 στον Λίβανο για να σχεδιάσει την ίδρυση ενός σιιτικού κράτους. Όντας Λιβανέζος και έχοντας καλή γνώση της αραβικής καθώς και της περσικής γλώσσας, ο Σαντρ διατηρούσε εξαιρετικές σχέσεις τόσο με τους κληρικούς του Ιράκ όσο και με αυτούς του Ιράν, και τον συνέδεαν ισχυροί δεσμοί ειδικά με τον Χομεϊνί. Ο γιος του Χομεϊνί, Αχμάντ, ήταν παντρεμένος με την ανιψιά του Σαντρ. Επιπλέον, ο γιος του Σαντρ ήταν παντρεμένος με την εγγονή του Χομεϊνί. Εκτός αυτού, ο Μουσταφά Χομεϊνί, ο μεγαλύτερος γιος του Αγιατολάχ, ήταν στενός φίλος του Μούσα αλ-Σαντρ.

Ο Σαντρ βρήκε αμέσως πολλούς υποστηρικτές στον Νότιο Λίβανο, όπου ζει η πλειοψηφία του σιιτικού πληθυσμού. Άρχισε να εργάζεται σε κοινωνικό επίπεδο υπέρ των καταπιεσμένων, χωρίς να δείχνει σαφή θρησκευτική τάση. Ίδρυσε πολλά ιδρύματα κοινωνικών υπηρεσιών για να βοηθήσει τους φτωχούς και τους άπορους. Ωστόσο, η σιιτική τάση του άρχισε να εμφανίζεται σταδιακά. Ίδρυσε ισλαμικά δικαστήρια με βάση τη σιιτική νομολογία, τα οποία εκδίδουν ετυμηγορίες μεταξύ των σιιτών που υπόκεινται στη σχολή σκέψης των Δώδεκα Ιμάμηδων, έχοντας τη δυνατότητα από τη θρησκευτική φύση του Λιβάνου να το πράξουν λαμβάνοντας υπόψη την πολύ αδύναμη κατάσταση της κυβέρνησης και του στρατού του Λιβάνου. Έτσι, ενώ κατά τις αρχές της δεκαετίας του 1970 η σουνιτική κοινότητα της χώρας έκανε τις κύριες ιδεολογικές της αναζητήσεις στο χώρο του κοσμικού παναραβικού σοσιαλισμού, η σιιτική κοινότητα άρχισε σταδιακά να υιοθετεί τις ιδέες ενός επαναστατικού Ισλάμ.

Το 1967 ο μαρωνίτης πρόεδρος του Λιβάνου, Σαρλ Ελού, συναινεί στην ίδρυση του Ανώτατου Σιιτικού Ισλαμικού Συμβουλίου για να εκπροσωπήσει τους Σιίτες του Λιβάνου. Επιπλέον, ψηφίζει τον νόμο 72/76 που προβλέπει ότι το Σιιτικό Συμβούλιο μπορεί να αναφέρεται στις μεγαλύτερες σιιτικές αρχές στον κόσμο (Ιράν, Ιράκ και άλλοι) σχετικά με φετφάδες, αποφάσεις και νόμους, και όχι απαραίτητα στην κρατική νομοθεσία του Λιβάνου. Το Συμβούλιο είχε ήδη συσταθεί το 1969 με επικεφαλής, φυσικά, τον Μούσα αλ-Σαντρ, και αναγνωρίστηκε από την κυβέρνηση το 1970, η οποία αποφάσισε περαιτέρω να δώσει βοήθεια 10 εκατομμυρίων δολαρίων στον σιιτικό νότο.

Επιπλέον, ο Σαντρ δεν παρέλειψε να ζητήσει την εύνοια των ΗΠΑ. Σε συνάντηση με τον πρεσβευτή των ΗΠΑ, ο Σαντρ δήλωσε ότι αντιστέκεται στη νασερική σοσιαλιστική επέκταση μεταξύ των σιιτών νέων. Εκεί όμως ήταν που ήρθε σε ρήξη με τον Χομεϊνί. Οι σχέσεις του Σαντρ με τους Αμερικανούς αποκαλύφθηκαν τόσο καθαρά που ο κύκλος του Χομεϊνί τον κατηγόρησε γι' αυτό, έχοντας κατά νου ότι ο Χομεϊνί, σε εκείνο το στάδιο, θεωρούσε τις ΗΠΑ ως ενδεχόμενο κίνδυνο, καθώς αυτές υποστήριζαν σθεναρά τον σάχη. Σε αντίθεση με όλες τις προσδοκίες του Σαντρ, μια σοβαρή εξέλιξη έλαβε χώρα όταν οι Παλαιστίνιοι πρόσφυγες στην Ιορδανία υπέφεραν από τη σφαγή του Μαύρου Σεπτέμβρη που διήρκεσε με την απέλαση των Παλαιστινίων μαχητών υπό την ηγεσία της Φατάχ στο Λίβανο. Η αφιλόξενη απέλαση των «σουνιτών» (αν και κοσμικών κατά κύριο λόγο) Παλαιστινίων στο νότιο Λίβανο (δίπλα στα σύνορα Λιβάνου-Ισραήλ) έκανε τον Σαντρ να σκεφτεί ότι το γεγονός αυτό θα μπορούσε να είναι ένα εμπόδιο στο δρόμο του σιιτικού κρατικού σχεδίου, έχοντας κατά νου ότι η Φατάχ εκείνη την εποχή είχε σοσιαλιστική κοσμική κατεύθυνση και ήταν πολύ μακριά από τις ισλαμικές διδασκαλίες.

Παρ' όλα αυτά, ο Σαντρ επωφελήθηκε από τη δημιουργία καλών σχέσεων με τη Φατάχ με την ελπίδα ότι η Φατάχ θα δώσει στους σιίτες στρατιωτική εκπαίδευση και έτσι θα βοηθήσει στη δημιουργία σιιτικών πολιτοφυλακών που θα έχουν σοβαρή επιρροή στο Λίβανο. Από την πλευρά της, η Φατάχ αναζητούσε έναν άλλο σύμμαχο μέσα στον Λίβανο, έναν σύμμαχο πιο πολυπληθή από τους Λιβανέζους κομμουνιστές, και τον βρήκε στους επαναστατικά σκεπτόμενους σιίτες του νότου, γεγονός που παρήγαγε μια τακτική συμμαχία κοινών συμφερόντων μεταξύ Φατάχ και σιιτών.

Το 1971, ο Χαφέζ αλ-Άσαντ ανήλθε στην εξουσία στη Συρία. Ανήκε στους Αλεβίτες, που θεολογικά δεν ανήκουν στο σιιτικό Ισλάμ αν και γειτνιάζουν με κάποιες παραδόσεις του. Ωστόσο, ο Σαντρ, σκοπεύοντας σε μια στρατηγική συμμαχία με τη Συρία, εξέδωσε έναν διάσημο φετφά κρίνοντας τους Αλεβίτες ως σιίτες και θεωρώντας έτσι τον Χαφέζ αλ-Άσαντ ομόθρησκο. Αυτό οδήγησε σε μια στενή προσέγγιση με τη Συρία και το κυβερνών καθεστώς της και στο να γίνει ο Σαντρ μεσολαβητής για συνεχή επαφή μεταξύ του Χαφέζ αλ-Άσαντ και των ηγετών της Ιρανικής Επανάστασης. Πράγματι, το 1979 ο Άσαντ υποστήριξε σθεναρά την εξέγερση εναντίον του σάχη και υποστήριξε το Ιράν στον πόλεμό του εναντίον του Ιράκ, λόγω της προσωπικής και κομματικής του έχθρας με τον Σαντάμ Χουσεΐν (και οι δύο προέρχονταν από το Αραβικό Σοσιαλιστικό Κόμμα Μπάαθ, το οποίο όμως διασπάστηκε το 1966 σε μια ιρακινή και μια συριακή φράξια, οι οποίες βρίσκονταν σε διαρκή αντιπαλότητα).

Το 1974 ο Σαντρ ίδρυσε το Κίνημα των Απόκληρων για να πιέσει για καλύτερες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες για τους φτωχούς. Στην αρχή, πολλοί χριστιανοί στο νότο, θεωρώντας ότι ήταν ένα εθνικό κίνημα με στόχο τη βελτίωση της κατάστασης των φτωχών στο Λίβανο, εντάχθηκαν στο κίνημα σε μεγάλους αριθμούς. Ανακαλύπτοντας τον σαφή σιιτικό προσανατολισμό του Κινήματος, αποφάσισαν να αποσυρθούν. Λίγο αργότερα, ο Σαντρ συνήψε συμφωνία με τον Γιασέρ Αραφάτ, ηγέτη της Φατάχ, με αποτέλεσμα η Φατάχ να δώσει στρατιωτική εκπαίδευση στο Κίνημα των Απόκληρων. Το 1975, ο Σαντρ διακήρυξε ότι ο σχηματισμός της πολιτοφυλακής Afwaj al-Muqawama al-Lubnaniya (Λιβανέζικα Αποσπάσματα Αντίστασης), γνωστότερης με το ακρωνύμιο Αμάλ (που σημαίνει επίσης «ελπίδα») ήταν η στρατιωτική πτέρυγα του Κινήματος των Απόκληρων, με τον ίδιο ως επικεφαλής.

Ο εμφύλιος πόλεμος του Λιβάνου ξέσπασε το 1975, ένας πολύπλευρος εμφύλιος πόλεμος στον οποίο εμπλέκονταν πολλά εσωτερικά και εξωτερικά κόμματα. Ωστόσο, πρέπει να τον χρονολογήσουμε με ειδικές αναλύσεις, ώστε να μπορέσουμε να τον κατανοήσουμε σαφέστερα.

Έχοντας ιδρύσει το Ανώτατο Σιιτικό Συμβούλιο και το Κίνημα Αμάλ, ο Σαντρ μετατράπηκε σε σημαντικό κέντρο εξουσίας, το οποίο προκάλεσε την οργή πολλών κομμάτων. Ο Σαντρ σε πολλά συνέδρια απειλούσε να παρακινήσει τους υποστηρικτές του να επιτεθούν στα παλάτια των πλουσίων σε περίπτωση που τα αιτήματά τους δεν εκπληρωθούν. Άρχισε να επικρίνει περαιτέρω ορισμένες συμπεριφορές του Χομεϊνί και να αντιμετωπίζει ορισμένες παγκόσμιες δυνάμεις χωρίς να συμβουλεύεται τους αναγνωρισμένους λογίους του Κομ και του Νατζάφ. Τα πράγματα έγιναν ακόμη χειρότερα όταν επισκέφθηκε το Ιράν για να πραγματοποιήσει μια συνάντηση με τον ίδιο τον σάχη για να του ζητήσει να δώσει χάρη σε δώδεκα σιίτες θρησκευτικούς ηγέτες τους οποίους ο σάχης είχε αποφασίσει να εκτελέσει. Ο Χομεϊνί θεώρησε μια τέτοια επίσκεψη παραβίαση του παγκόσμιου σιιτικού επαναστατικού συντονισμού για την αντιμετώπιση του σάχη, ο οποίος είναι εχθρός των επαναστατών. 

Η κατάσταση επιδεινώθηκε το 1978 μετά τη διάλυση των σχέσεων μεταξύ της Συρίας και του Σαντρ. Όντας υπό την πίεση των γύρω χωρών καθώς και των ΗΠΑ μετά την επίσκεψη που πραγματοποίησε ο Σαντάτ στην Ιερουσαλήμ το 1977, η Συρία ήθελε μια ισχυρή υποστήριξη από τον Λίβανο, καθώς ο συριακός στρατός ήταν στο Λίβανο εκείνη την εποχή και ήθελε τον Σαντρ να συμμαχήσει μόνο με τη Συρία. Νιώθοντας ισχυρός μπροστά στη δύσκολη κατάσταση της Συρίας, ο Σαντρ ήθελε να ενισχύσει τους δεσμούς με τις αραβικές χώρες και έτσι δεν έλαβε υπόψη τις προειδοποιήσεις του Χαφέζ αλ-Άσαντ. Έτσι, επισκέφθηκε το Κουβέιτ και στη συνέχεια την Αλγερία και στη συνέχεια κατευθύνθηκε προς τη Λιβύη του Μουαμάρ Καντάφι τον Αύγουστο του 1978. Εκεί, στις 25 Αυγούστου, εξαφανίζεται. Υπάρχει η θεωρία ότι ο Χαφέζ αλ-Άσαντ (ή ακόμα και ο ίδιος ο Χομεϊνί) είχε ζητήσει από τον Καντάφι να δολοφονήσει τον Σαντρ.

Εκείνη την εποχή, ο Σαντρ είχε πολλούς εχθρούς, πολλοί από τους οποίους κατηγορούνται ότι τον σκότωσαν. Ο κυριότερος από αυτούς ήταν ο ηγέτης της επίδοξης ιρανικής επανάστασης που πρόκειται να λάβει χώρα ένα χρόνο αργότερα, ο Χομεϊνί, ο οποίος δεν θα ήθελε μια αντίπαλη χαρισματική προσωπικότητα με διεθνείς διασυνδέσεις που θα μπορούσε να ανταγωνιστεί τον Μεγάλο Αγιατολάχ για την ηγεσία του σιιτικού κόσμου. Επιπλέον, η πρόκληση της οργής του συριακού καθεστώτος θα μπορούσε να έχει ένα τελικό αποτέλεσμα, δηλαδή τη δολοφονία, λαμβάνοντας υπόψη τον γνωστό σκληρό τρόπο με τον οποίο ο πατέρας Άσαντ συνήθιζε να αντιμετωπίζει τους αντιπάλους του. Επιπλέον, η ίδια η Λιβύη είχε σχέσεις με την ηγεσία της ιρανικής επανάστασης και έτσι θα την υποστηρίξει αργότερα στον πόλεμο κατά του Ιράκ. Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο εμφύλιος πόλεμος του Λιβάνου ήταν στο αποκορύφωμά του, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι και πολλές εσωτερικές λιβανικές δυνάμεις ενδιαφέρονταν να ανατρέψουν τον Σαντρ.

Η αλήθεια είναι πως η εξαφάνιση του Μούσα αλ-Σαντρ αποτελεί ένα μπερδεμένο παζλ, πολλά ανταγωνιστικά σενάρια έχουν προταθεί, αλλά τίποτα δεν έχει αποδειχθεί. Είτε έτσι είτε αλλιώς, ο Σαντρ άφησε πίσω του το πρώτο ένοπλο σιιτικό κίνημα στην ιστορία του σύγχρονου Λιβάνου, την Αμάλ. Επιπλέον, η θέση του επικεφαλής του σιιτικού Ανώτατου Συμβουλίου έμεινε κενή. Ένα χρόνο αργότερα, η Ιρανική Επανάσταση θα εκδιώξει τον σάχη. Τέσσερα χρόνια αργότερα, οι ισραηλινές δυνάμεις θα εισβάλουν στο νότιο Λίβανο.

Αφού πήγε από την ιρανική πόλη Κομ στο Λίβανο έχοντας ζήσει για λίγο στη Νατζάφ του Ιράκ, ο Μούσα αλ-Σαντρ προσπάθησε να ενώσει τους σιίτες σε μια ολοκληρωμένη οντότητα που τείνει να είναι ένα μελλοντικό κράτος. Ασχολήθηκε με το σεχταριστικό χαρακτηριστικό της οντότητας και έτσι ίδρυσε το Ανώτατο Σιιτικό Συμβούλιο το 1969. Έδωσε επίσης προσοχή στη στρατιωτική πτυχή και έτσι ίδρυσε το Κίνημα Αμάλ, ακρωνύμιο για το Afwaj al-Muqawama al-Lubnaniyya (Λιβανέζικα Αποσπάσματα Αντίστασης). Δημιούργησε ισχυρούς δεσμούς με τους Μαρωνίτες Χριστιανούς (τον πρόεδρο Σαρλ Ελού), καθώς και με τις ΗΠΑ, τη Συρία και τον Αγιατολάχ Χομεϊνί, ο οποίος ζούσε στο Ιράκ εκείνη την εποχή.

Με την αυξανόμενη δύναμη του Σαντρ, άρχισε να λαμβάνει χώρα σύγκρουση συμφερόντων και προέκυψε μια διαμάχη μεταξύ αυτού και των ηγετών της επίδοξης ιρανικής επανάστασης, καθώς και μεταξύ αυτού και του προέδρου της Συρίας Χαφέζ αλ-Άσαντ, ο οποίος μέχρι τότε είχε αποτελέσει έναν από τους ισχυρότερους υποστηρικτές του. Αυτές οι διαμάχες κατέληξαν στην εξαφάνιση του Σαντρ στη Λιβύη κατά τη διάρκεια επίσημης επίσκεψης το 1978. Ο Σαντρ άφησε πίσω του μια μεγάλη κενή θέση προς πλήρωση.

Οι Σιίτες προσπάθησαν να αναδιοργανωθούν και διόρισαν τον αναπληρωτή του Σαντρ, Αμπντούλ-Αμίρ Καμπαλάν, ως επικεφαλής του Ανώτατου Σιιτικού Συμβουλίου, ενώ εξακολουθούσαν να διορίζονται αναπληρωτές πρόεδροι, αφήνοντας έτσι τη θέση του προέδρου κενή μέχρι και σήμερα. Επιπλέον, η πνευματική εξουσία δόθηκε σε έναν από τους πιο πολυμαθείς κληρικούς της κοινότητας, τον Μοχάμεντ Χουσεΐν Φαντλάλα.

Ωστόσο, η κατάσταση στη σιιτική στρατιωτική πτέρυγα, γνωστή ως Κίνημα Αμάλ, επιδεινώθηκε και τα μέλη της χωρίστηκαν σε δύο κόμματα. Το πρώτο κόμμα αποτελούταν από κοσμικούς σιίτες που ήθελαν να διαχειριστούν τα πράγματα χωρίς αναφορά στον νόμο των Δώδεκα Ιμάμηδων, δεν τους άρεσε να συνδέονται με θρησκευτικές αρχές εκτός Λιβάνου και, μάλλον, υιοθετούσαν μια εθνικιστική σκέψη. Επικεφαλής αυτού του κόμματος είναι ο γνωστός ηγέτης του Λιβάνου Ναμπίχ Μπερί, που εδώ και πάνω από τριάντα χρόνια είναι ηγέτης του κόμματος Αμάλ και πρόεδρος της Βουλής του Λιβάνου. Το δεύτερο κόμμα αποτελούταν από εκείνους που ήθελαν να συνεχίσουν να ακολουθούν τα βήματα του Σαντρ και έτσι να εγκαθιδρύσουν ένα σιιτικό κράτος με τη δύναμη των όπλων. Ένα τέτοιο κράτος επρόκειτο να επεκτείνει την εξουσία του σε όσο το δυνατόν περισσότερους τομείς και θα έπρεπε να συνδεθεί με την ηγεσία της επανάστασης στο Ιράν. Ωστόσο, το δεύτερο αυτό κόμμα δεν είχε έναν ηγέτη για να το καθοδηγήσει.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου αμηχανίας, δύο σιίτες που μελέτησαν το σιιτικό δόγμα στη Νατζάφ του Ιράκ, επέστρεψαν στο Λίβανο. Αυτές οι δύο προσωπικότητες ήταν ο Αμπάς Μουσαβί και ο Χασάν Νασράλα, οι οποίοι θα έχουν μεγάλο αντίκτυπο στη διατήρηση της θρησκευτικής γραμμής του Σαντρ.

Το 1979, έλαβε χώρα η Ιρανική Επανάσταση, ο σάχης εκδιώχθηκε και ο Χομεϊνί επέστρεψε από το Παρίσι (έχοντας εξοριστεί εκεί από το Ιράκ το 1978) στην Τεχεράνη για να αναλάβει την ηγεσία και να κάνει τις απαραίτητες ρυθμίσεις. Στη συνέχεια ξεφορτώθηκε τους ανταγωνιστές του και εκδίωξε εκείνους που ανήκαν σε άλλα ιρανικά ρεύματα που τον βοήθησαν. Στην πραγματικότητα, θα μπορούσε απολύτως να εξασφαλίσει μια βάση. Ωστόσο, δεν κατευθύνθηκε προς την ιερή πόλη Qom όπως αναμενόταν, αλλά παρέμεινε στην πρωτεύουσα Τεχεράνη.

Σταθερά εγκατεστημένος στο Ιράν, ο Χομεϊνί άρχισε να στρέφει το βλέμμα του στον Λίβανο και στο Ιράκ, καθώς περιείχαν τον μεγαλύτερο πληθυσμό σιιτών και, ταυτόχρονα, οι σιιτικοί πληθυσμοί σε αυτές τις χώρες, αν και πλειοψηφικοί, μαστίζονταν από διώξεις και φτώχεια και έτσι ήταν ευεπίφοροι στις επαναστατικές ιδέες και την πράξη.

Η κατάσταση στο Ιράκ επιδεινώθηκε καθώς ο Σαντάμ Χουσεΐν κυβερνούσε τη χώρα δικτατορικά, κάτι που βίωσε ο ίδιος ο Χομεϊνί, ο οποίος έμεινε στο Ιράκ για δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια πριν απελαθεί στο Παρίσι. Ως εκ τούτου, ο Χομεϊνί αντιλήφθηκε ότι η σιιτική οργάνωση στο Ιράκ (το Ανώτατο Συμβούλιο για την Ισλαμική Επανάσταση) και το στρατιωτικό της σκέλος, η Οργάνωση Μπαντρ, δεν μπορεί να ανατρέψει το κυβερνών καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν. Την ίδια εποχή, οι αμερικανικοί πετρελαϊκοί κολοσσοί που έχασαν δισεκατομμύρια με την κρίση που είχε προκαλέσει η ιρανική επανάσταση το 1979 με την εθνικοποίηση των πετρελαίων του Ιράν, αποζητούσαν την ανατροπή του Χομεϊνί, ενώ και οι οπλικές εταιρείες των ΗΠΑ, που με τον τερματισμό της σύγκρουσης Ισραήλ-Αιγύπτου χάρη στις συμφωνίες του Καμπ Ντέιβιντ το 1978 δεν έβρισκαν ευκαιρία να πουλήσουν σε μαζική κλίμακα όπλα στη Μέση Ανατολή, πίεσαν προς έναν πόλεμο Ιράν-Ιράκ ώστε να αναπληρώσουν τις ζημίες τους. 

Έτσι λοιπόν ο Σαντάμ επιτέθηκε στο Ιράν τον Οκτώβριο του 1980 έχοντας πάρει το πράσινο φως από τις ΗΠΑ αλλά και τον Αραβικό Σύνδεσμο. Από την πλευρά του, ο Χομεϊνί είδε τον πόλεμο ως ευκαιρία να συσπειρώσει την ιρανική κοινωνία πίσω από το ισλαμικό του καθεστώς, αλλά και μέσω ενός πιθανού νικηφόρου πολέμου να ανατραπεί ο Σαντάμ και να παραδοθεί η εξουσία στους σιίτες του Ιράκ. Όσο για τον μακρινό Λίβανο, χρειαζόταν μια μακρά προετοιμασία που απαιτούσε άνδρες πλήρους πίστης στον Χομεϊνί. Ως εκ τούτου, ο Χομεϊνί ήρθε σε επαφή με τους δύο πιστούς του στον Λίβανο: αυτοί οι δύο άνδρες ήταν ο Αμπάς Μουσαβί και ο Χασάν Νασράλα, που μετά την ισραηλινή εισβολή θα ίδρυαν την οργάνωση που είναι σήμερα παγκοσμίως γνωστή ως Χεζμπολάχ. Από τότε, ξεκίνησε η άμεση υποστήριξη του Ιράν προς τη Χεζμπολάχ. 

Ωστόσο, το Κίνημα Αμάλ εξακολούθησε (και εξακολουθεί ως σήμερα) να καθοδηγείται από τον κοσμικό προσανατολισμό του Ναμπίχ Μπερί. Το 1981, το Κίνημα Αμάλ πραγματοποίησε το τέταρτο συνέδριό του για να θέσει τέλος στις εσωτερικές διαμάχες μεταξύ των αντιμαχόμενων μερών εντός του κινήματος, καθένα από τα οποία φιλοδοξούσε να ελέγξει τον σιιτικό νότο. Η διάσκεψη κατέληξε σε απόφαση για ανανέωση της θητείας του Ναμπίχ Μπερί ως επικεφαλής της Αμάλ, καθιστώντας τον Αμπάς Μουσαβί αναπληρωτή του.

Λίγο νοτιότερα, στο Ισραήλ, η κυβέρνηση Μπέγκιν και ειδικότερα ο «πυρομανής» υπουργός άμυνας Αριέλ Σαρόν, αναζητούσαν τρόπους να αναδιαμορφώσουν το γεωπολιτικό τοπίο της Μέσης Ανατολής προς όφελος του εβραϊκού κράτους. Η ειρήνη του Καμπ Ντέιβιντ με την Αίγυπτο εξασφάλιζε τα νότια και δυτικά σύνορά τους, η καταστροφή των πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράκ και η μυστική ομαλοποίηση των σχέσεων με την Ιορδανία εξασφάλιζε τα ανατολικά. Έμεναν όμως τα βόρεια, όπου στον Λίβανο η PLO υπό τον Γιασέρ Αραφάτ φαινόταν να έχει εγκαταστήσει οιονεί κράτος εν κράτει. Ο Σαρόν εξουσιοδότησε τον σύμβουλό του, Οντέτ Γινόν, να καταρτίσει ένα στρατηγικό σχέδιο για τη «βαλκανοποίηση» του Λιβάνου, της Συρίας και του Ιράκ με την πρόκληση εμφυλίων συγκρούσεων σε αυτές τις χώρες που θα απέβαιναν προς όφελος του Ισραήλ. 

Το πρώτο σκέλος του σχεδίου προέβλεπε την κατοχή του Νοτίου Λιβάνου από τους Ισραηλινούς, αλλά για να γίνει αυτό θα έπρεπε να φανεί ότι το Ισραήλ δέχτηκε επίθεση από την PLO. Θα ήταν λοιπόν αναγκαίο να προκληθεί η PLO μέσα από μια τεχνητή «στρατηγική της έντασης» που θα την κατηύθυνε το ίδιο το Ισραήλ με βίαιες ενέργειες – χωρίς όμως να φαίνεται ποιος βρίσκεται πίσω από αυτές – ώστε να εξαναγκαστεί η παλαιστινιακή οργάνωση να απαντήσει εξίσου βίαια και να δοθεί η αφορμή στο Ισραήλ να επιτεθεί στον Λίβανο, παρουσιάζοντας τον εαυτό του στη διεθνή κοινότητα ως ευρισκόμενο σε νόμιμη άμυνα.

KULTURKAMPF: Ο Νίτσε προειδοποίησε: «Γράψε με αίμα και θα ανακαλύψεις ότι το αίμα είναι πνεύμα».

 

γράφει ο Κωνσταντίνος Μποβιάτσος

Στο βιβλίο του Paul Sérant, “Ο Φασιστικός Ρομαντισμός” του 1971, διαβάζουμε: 

Μία εκ των τελευταίων ημερών του Παρισιού πριν από την απελευθέρωση. Ένας νεαρός πολιτοφύλακας, απογοητευμένος από την αποτυχία της Εθνικής Επανάστασης του Βισύ, συναντώντας τον Robert Brasillach σε ένα πάρκο, του εκμυστηρεύτηκε: «Εξάλλου, είμαστε αναρχοφασίστες». 

Αυτό το επεισόδιο ευχαρίστησε τόσο πολύ τον συγγραφέα, που αποφάσισε να μείνει στην πρωτεύουσα και στη συνέχεια να παραδοθεί, να υποβληθεί σε μια γελοία και διαβόητη δίκη και να καταλήξει στην πυρά για όσους καταδικάστηκαν σε θάνατο στις 6 Φεβρουαρίου 1945, με μια φωτογραφία της μητέρας του πάνω στην καρδιά και ένα κόκκινο μαντήλι στο λαιμό του. 

Ήταν ένα πολύ νεαρό ταλέντο γαλλικών «γραμμάτων», που  εκφράζει στα μυθιστορήματα, τα δοκίμια, τα θεατρικά έργα του καθώς και στα περισσότερα άρθρα που εμφανίζονται στα περιοδικά των “Συνεργατών” μια βαθιά και άμεση αίσθηση για τη νιότη, τη φιλία, τη χαρά της ζωής και την αναζήτηση για μια πιθανή ευτυχία. 

«Ζούμε σε αυτήν την εξέχουσα αξιοπρέπεια του προσωρινού, που είναι τόσο αντίθετο με την αστική αντίληψη της ζωής. Αν αυτό είναι φασισμός - και είναι φασισμός - δεν είναι χρωματισμένος με έναν σκωπτικό και ανάλαφρο τρόπο που τον κάνει, με τους τρόπους και τις χειρονομίες του, να μοιάζει με τον αναρχισμό;».

Ακριβώς αυτούς τους αναφαίρετους λόγους αντιπροσωπεύει ο φασισμός στα μάτια του. Ως μαθητής στο διάσημο λύκειο του ”Λουδοβίκος ο Μέγας”, θυμάται, «Υποψιάζομαι ότι πρώτα από όλα ήμασταν αναρχικοί στην ιδιοσυγκρασία, όπως οικειοθελώς διαβάσαμε στην «Le Canard Enchainé» (σατυρική εφημερίδα της άκρας αριστεράς) και την “L'Action Française”(πρωτοφασιστική εφημερίδα). Είχαμε μπερδεμένες ιδέες και αηδία για τον σύγχρονο κόσμο για δεκαοκτώ χρόνια και επίσης μια συγκεκριμένη υποκειμενική πρόταση για αναρχία»

Το έργο “Η ιστορία του Ισπανικού εμφυλίου” δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο του 1939, γραμμένο μαζί  με τον φίλο και γαμπρό του Maurice Bardéche, όπου η επιλογή του πεδίου των δύο συγγραφέων είναι εμφανής, αλλά ο Brasillach εκτιμά το θάρρος πάρα πολύ για να μην αποτίει φόρο τιμής και σε εκείνους που τοποθετούνται στην αντίπαλη μεριά. 

Για παράδειγμα, στη Βαρκελώνη, όταν «οι Καταλανοί αναρχοσυνδικαλιστές συγκέντρωσαν τους εργάτες και ξεχύθηκαν στους δρόμους», προκαλώντας την αποτυχία της εξέγερσης των στρατευμάτων του Φράνκο. Και προσθέτει: «...αντιπροσωπεύει μια από τις πιο όμορφες σελίδες ηρωισμού στην επαναστατική ιστορία όλων των εποχών».

Υπόθεση Ilaria Salis: παρέμβαση Αυτόνομων Εθνικιστών στο Ουγγρικό προξενείο της Πάτρας

 

Στην Πάτρα πραγματοποιήθηκε έξω από το Ουγγρικό προξενείο μια συμβολική και συνάμα μαχητική δράση. Η δράση αφορούσε την υπόθεση της Ilaira Salis της Ιταλίδας ακροαριστερής η οποία αποπειράθηκε μαζί με άλλους Ιταλούς ακροαριστερούς να δολοφονήσει Ούγγρους Εθνικιστές που πήγαιναν να τιμήσουν τους Ούγγρους πατριώτες που το 1945 αντιμετώπισαν τις σοβιετικές ορδές. 

Η αναμφισβήτητα αυτή τρομοκρατική ενέργεια έχει βαθύ ιδεολογικό πρόσημο, με τον ίδιο τρόπο στα χρόνια του μολυβιού Ιταλοί κομμουνιστές φοιτητές σκότωσαν με γαλλικά κλειδιά τον Ιταλό φασίστα Sergio Ramelli επειδή άνηκε στην τοπική οργάνωση της Νεολαίας του  MSI.

    Η δυναμική αυτόνομη εθνικιστική νεολαία της Πάτρας, αποφάσισε να προβεί σε αυτή την ενέργεια περνώντας το μήνυμα ''όχι στην τρομοκρατία της αριστεράς'' και πάνω από όλα σκοπεύει να στείλει ηχηρό μήνυμα στην κυβέρνηση του Victor Orban ο οποίος μετά τις δηλώσεις υπέρ του ΝΑΤΟ και του Stondelberg ξεπλένοντας ταυτόχρονα την Von Der Laian απελευθερώνει την Ιταλίδα δολοφόνο. 

Το σχέδιο τους είναι να εργαλειοποιήσουν την τρομοκρατία εναντίον του εθνικιστικού κινήματος το οποίο αμφισβητεί τόσο την Woke πολιτική των ΗΠΑ όσο και τον Ευρασιανισμό του Κρεμλίνου.

Η ΟΥΓΓΡΙΚΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΒΙΚΤΟΡ ΟΡΜΠΑΝ ΥΠΟΘΑΛΠΕΙ ΤΗΝ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

Το Φεβρουάριο του 2023 έλαβε χώρα στη Βουδαπέστη η ετήσια εκδήλωση τιμής και  μνήμης των Γερμανών και Ούγγρων στρατιωτών του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι οποίοι πολέμησαν σθεναρά εναντίον των Σοβιετικών εισβολέων που πολιορκούσαν την πόλη της Βουδαπέστης το 1944-1945. Η πόλη όμως δυστυχώς έπεσε στα χέρια των κομμουνιστών με τα γνωστά αποτελέσματα (βιασμοί γυναικών, εκτελέσεις αμάχων κλπ.). 

Η συγκεκριμένη εκδήλωση είναι γνωστή ως “Day of Honour” στην οποία συμμετέχουν Εθνικιστές από όλη την Ευρώπη. Η εκδήλωση είναι μία ήσυχη συγκέντρωση Εθνικιστών με μοναδικό σκοπό την απόδοση τιμών στους Γερμανούς και Ούγγρους ήρωες. Παρόλα αυτά κάθε χρόνο συμμορίες της (ακρο)αριστεράς οργανώνουν αντισυγκεντρώσεις με τη συμμετοχή ακροαριστερών τρομοκρατών από χώρες της Κεντροδυτικής κυρίως Ευρώπης. 

Αποκορύφωμα των αντισυγκεντρώσεων αυτών ήταν η ενέδρα που έστησε στις 10 Φεβρουαρίου 2023 η Ιταλίδα κομμουνίστρια “Ilaria Salis” μαζί με ομοϊδεάτες της  κατά ενός μεμονωμένου ανθρώπου ο οποίος φορούσε στρατιωτικό παντελόνι παραλλαγής και ένα μπουφάν με παραδοσιακά σύμβολα της Ουγγαρίας. 

Λόγω της ενδυμασίας του, η Ilaria Salis θεώρησε ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος ήταν Ούγγρος Εθνικιστής με αποτέλεσμα να χτυπηθεί από την Ilaria και τους ομοϊδεάτες της με σφυριά, προκαλώντας του σοβαρά τραύματα. 

Η Ilaria αφού συνελήφθη οδηγήθηκε στη φυλακή. Η Ουγγρική Δικαιοσύνη ένα χρόνο μετά, όταν έγινε το δικαστήριο, την καταδίκασε σε 11 χρόνια φυλάκιση. Λίγους μήνες μετά την απόφαση του δικαστηρίου η Ilaria αποφυλακίζεται και στέλνεται σε κατ’οίκον περιορισμό (!) παρόλο που είχε εξακριβωθεί η συμμετοχή και ο πρωταγωνιστικός ρόλος της ακροαριστερής Ιταλίδας στην απόπειρα δολοφονίας. 

Αποκορύφωμα της ανοχής που δείχνει η Ουγγρική κυβέρνηση του Βίκτορ Όρμπαν στην τρομοκρατία της αριστεράς, είναι η οριστική  αποφυλάκιση της “Ilaria Salis” μετά την εκλογή της στο Ευρωκοινοβούλιο(!). Την ίδια στιγμή οι Ούγγροι Εθνικιστές διώκονται χωρίς λόγο από την “συντηρητική” Ουγγρική κυβέρνηση και τον Βίκτορ Όρμπαν ο οποίος απαγορεύει τις πολιτικές εκδηλώσεις της οργάνωσης “Legio Hungaria”. 

Η συγκεκριμένη εξέλιξη δείχνει τον προσανατολισμό του καθεστώτος Όρμπαν ο οποίος παρά τις εξαγγελίες του εναντίον της Ευρωπαϊκής Ένωσης δείχνει να υποτάσσεται στα κελεύσματα της, μη τολμώντας να αντισταθεί πραγματικά στο κατεστημένο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Επειδή ο Ελληνικός και ο Ουγγρικός λαός έχουν υποφέρει από τις συμμορίες των κομμουνιστών κατά το παρελθόν, θεωρούμε ως “Αυτόνομοι Εθνικιστές Πάτρας” πως η Ουγγρική κυβέρνηση θα πρέπει να απαγορεύσει την δραστηριοποίηση κάθε κομμουνιστικής και ακροαριστερής οργάνωσης και να θεσπίσει αυστηρές και ουσιαστικές  ποινές για παρόμοια εγκλήματα προς παραδειγματισμό. 

Επίσης η Ουγγρική κυβέρνηση οφείλει να πιέσει με κάθε τρόπο την Ιταλία και την Ευρωπαϊκή Ένωση προκειμένου να επιστρέψει στη φυλακή η Ilaria Salis για την αποφυγή νέων εγκλημάτων και την απόδοση δικαιοσύνης.

ΚΑΜΙΑ ΑΝΟΧΗ ΣΤΗΝ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

ΑΥΤΟΝΟΜΟΙ ΕΘΝΙΚΙΣΤΕΣ ΠΑΤΡΑΣ