Υπάρχουν άνθρωποι που περνούν τον χρόνο τους ως απλοί
θεατές γεγονότων, και υπάρχουν άνθρωποι που, από την άλλη πλευρά, φαίνονται
γεννημένοι για να καούν στην ιστορία, καταναλώνοντας τον εαυτό τους εξ
ολοκλήρου στη φωτιά των ιδεών, επαναστάσεων και τραγωδιών του αιώνα τους.
Ο Nicola Bombacci ανήκε σε αυτή τη δεύτερη γενιά.
Η ζωή του δεν ήταν μέτρια. Αυτό δεν ήταν προφύλαξη. Δεν
ήταν οπορτουνισμός.
Είναι μια μάχη. Όλα έχουν να κάνουν με την πίστη. Ήταν
μια επανάσταση.
Γεννημένος στην φλεγόμενη και ανήσυχη Ρομάνια του
τέλους του δέκατου όγδοου αιώνα, σε εκείνη την άγρια χώρα όπου ο σοσιαλισμός
αναμειγμένος με το λαϊκό αίσθημα, την εξέγερση των αγροτών και το εθνικό πάθος,
ο Bombacci μεγάλωσε στην Ιταλία όταν με υπήρχε πολιτική ενότητα
αλλά ήδη βαθιά διχασμένη από τις κοινωνικές ανισότητες, τη δυστυχία του
αγροτικού προλεταριάτου και η αλαζονεία της φιλελεύθερης αστικής τάξης.
Ήταν δάσκαλος δημοτικού.
Αλλά πριν γίνει ήταν άνθρωπος του λαού.
Στις πλατείες, στις αίθουσες εργασίας, στα σοσιαλιστικά
τμήματα, μεταξύ εργατών και αγροτών, είδε το αυθεντικό πρόσωπο του ιταλικού
κοινωνικού ζητήματος.
Και συμπεριλαμβάνοντας ότι ο κοινοβουλευτικός
φιλελευθερισμός δεν θα πληρώσει ποτέ την εργασία.
Το Φιλελεύθερο Κράτος του εμφανίστηκε ως το βασίλειο
των άχρηστων λέξεων, των βουλευτικών συμβιβασμών, της οικονομικής κυριαρχίας
που ασκείται από τα οικονομικά συμφέροντα και τη βιομηχανική μεσαία τάξη.
Από εδώ προέκυψε η συμμετοχή του στον επαναστατικό Σοσιαλισμό.
Ο Bombacci δεν ανήκε στη λίστα των ψυχρών θεωρητικών
και των συνετών αριθμομηχανών.
Ήταν ένας άνθρωπος με απόλυτο πολιτικό πάθος.
Πίστευε στην επανάσταση ως ηθικό γεγονός πριν να είναι
φθηνή.
Πίστευε στην ανάγκη να πέσει η κυριαρχία της
πλουτοκρατίας.
Πίστευε ότι η δουλειά πρέπει να γίνει η βάση της νέας
τάξης πραγμάτων.
Οι τρελοί εργάτες τον άκουγαν σαν δικό τους.
Ο λόγος του ήταν απλός, φλογερός, άμεσος.
Όχι ο ακαδημαϊκός λόγος των «επαγγελματιών» της
πολιτικής, αλλά ο ζωντανός από τους λαϊκούς ταραχοποιούς που μιλούσε στις μάζες
καθώς μιλάς στους αδελφούς που αγωνίζονται.
Στο Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα έγινε γρήγορα ένας από
τους βασικούς εκπροσώπους του επαναστατικού μαξιμαλισμού.
Σαν σεισμός πέρασε όλη την Ευρώπη ο απόηχος του Οκτωβρίου.
Ο Bombacci κοίταξε προς τη σοβιετική Ρωσία με σχεδόν
θρησκευτικό ενθουσιασμό.
Ο Λένιν του εμφανίστηκε ως ο άνθρωπος που προοριζόταν
να «σπάσει» για τα καλά την παλιά αστική τάξη.
Και μαζί με τους κομμουνιστές επαναστάτες συμμετείχε
στην ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας το 1921.
Αλλά ακόμα και τότε, στην ψυχή του Bombacci, έζησε κάτι
διαφορετικό από τον απλό μαρξιστικό διεθνισμό.
Παρέμεινε βαθιά συνδεδεμένος με την ιδέα του Έθνους.
Στη λαϊκή διάσταση της Πατρίδας.
Στην πεποίθηση ότι η επανάσταση πρέπει να ενσαρκωθεί
στη συγκεκριμένη ιστορία των λαών.
Εδώ είναι ένας από τους πιο δραματικούς και
αποφασιστικούς κόμβους της ύπαρξής του.
Καθώς ο ευρωπαϊκός κομμουνισμός κινούταν προς τη
γραφειοκρατία και τον σοβιετικό συγκεντρωτισμό, ο Bombacci άρχισε σιγά να
αντιλαμβάνεται την κρίση της διεθνούς επανάστασης.
Η Ρωσία που ονειρευόταν να γίνει πατρίδα της εργασίας
του φαινόταν όλο και περισσότερο να κυριαρχείται από μηχανισμούς, κομματικές
πειθαρχίες, γραφειοκρατικές ολιγαρχίες.
Ο κομμουνισμός κινδύνεψε να μετατραπεί σε μια νέα
δύναμη μακριά από τον Λαό.
Και αυτός, ένα επαναστατικό και ακανόνιστο πνεύμα, δεν
μπορούσε να το δεχτεί.
Εν τω μεταξύ στην Ιταλία επιβεβαίωναν τον φασισμό.
Πολλοί βλέπουν μόνο τη σύγκρουση.
Αντ' αυτού, ο Bombacci προσπάθησε να συλλάβει την
υπόγεια συνέχεια.
Αισθάνθηκε ότι ο φασισμός της εργατίστικης προέλευσής
του περιείχε μια επαναστατική, αντιαστική, κοινωνική ψυχή.
Όχι συντηρητικός φασισμός των οικονομικών συμφερόντων.
Όχι ο γραφειοκρατικός φασισμός των οπορτουνιστών.
Μιλούσε όμως για δουλειά, συμμετοχή, υπέρβαση του ταξικού
αγώνα, υπέρ της εθνικής κοινότητας.
Τότε έγινε τραγική η σιλουέτα της.
Οι κομμουνιστές τον θεωρούσαν προδότη.
Οι φασίστες πάντα τον κοιτούσαν με υποψίες.
Οι άνθρωποι της μεσαίας τάξης δεν θα τον καταλάβουν
ποτέ.
Ο Bombacci έμεινε μόνος. Μόνο με τη δική του ιδέα περί
επανάστασης.
Ωστόσο συνέχισε να πιστεύει ότι ο 19ος αιώνας
υποτίθεται ότι θα δημιουργούσε μια νέα σύνθεση: όχι ατομικιστικό
φιλελευθερισμό, όχι οικονομικός καπιταλισμός, όχι σοβιετικός γραφειοκρατικός
υλισμός, αλλά μια εθνική κοινωνική επανάσταση.
Σε αυτό το όραμα βρήκε τη σχέση με τον Μουσολίνι.
Οι δύο άνδρες ήρθαν από την ίδια σοσιαλιστική Ρομάνια.
Είχαν περάσει τις ίδιες συγκρούσεις. Τα ίδια πάθη. Οι
ίδιες ιδεολογικές καταιγίδες.
Και ο Bombacci είδε στην τελική φάση του φασισμού την
ακραία πιθανότητα να συνειδητοποιήσει ότι η εργατική επανάσταση τον κυνηγούσε
όλη του τη ζωή.
Ήταν η εποχή της Ιταλικής Κοινωνικής Δημοκρατίας.
Η Ιταλία ήταν χάλια. Οι πόλεις καίγονταν. Όλη η Ευρώπη
κατέρρευσε στον πόλεμο.
Αλλά μέσα σε αυτή την τραγωδία ο Bombacci πίστευε ότι η
κοινωνικοποίηση ήταν ακόμα δυνατή.
Η κοινωνικοποίηση!
Αυτή η λέξη έγινε το επίκεντρο της τελευταίας πολιτικής
του μάχης.
Δεν είναι μια απλή οικονομική φόρμουλα. Όχι
τεχνουργήματα προπαγάνδας.
Αλλά μια προσπάθεια να σπάσει η κυριαρχία του μεγάλου
κεφαλαίου.
Το εργοστάσιο επί το έργον. Η εταιρεία υποτάσσεται στο
Έθνος. Συμμετοχή των Εργαζομένων. Η κοινωνική λειτουργία της ιδιοκτησίας.
Ξεπερνώντας τον ανταγωνισμό μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας.
Ο Bombacci είδε σε όλα τη δυνατότητα ολοκλήρωσης της
ημιτελούς επανάστασης του 19ου αιώνα.
Πολλοί δεν θα ακολουθήσουν το παράδειγμά του. Πολλοί
τον θεωρούσαν «χαμένο» άνθρωπο.
Άλλοι κατάλαβαν ότι ο Bombacci αντιπροσώπευε την καθαρή
ουσία της φασιστικής επανάστασης που έβλεπε την τελευταία της πράξη.
Αλλά άντρες σαν τον Bombacci δεν ζουν με κριτήρια
επιφύλαξης.
Ζουν με απόλυτη πίστη στην πίστη τους.
Και έμεινε μέχρι το τέλος δίπλα στην Ιταλική Κοινωνική
Δημοκρατία.
Όχι για προσωπικό συμφέρον. Όχι για τον οπορτουνισμό.
Όχι από φόβο.
Μα γιατί ένιωσαν ότι εκεί, σε εκείνη την τελευταία
απελπισμένη ιστορική φλόγα, η πιθανότητα μιας ιταλικής κοινωνικής επανάστασης
εξακολουθούσε να επιβιώνει.
Το τέλος έφτασε στη λίμνη Κόμο, στην καταληκτική
τραγωδία του Απριλίου 1945.
Ο Bombacci συνελήφθη μαζί με τον Μουσολίνι.
Και δολοφονήθηκε μαζί με αυτόν δειλούς.
Έτσι τελείωσε η ζωή ενός από τους πιο αμφιλεγόμενους,
δραματικούς και αξιόλογους άνδρες του 19ου αιώνα.
Σοσιαλιστής.
Κομμουνιστής φαιός …
Πρωτοποριακός.
Άνθρωπος της Κοινωνικοποίησης.
Αδύνατον να «κλειδωθεί» στις παραδοσιακές κατηγορίες
της πολιτικής.
Επειδή ο Bombacci δεν ανήκε πραγματικά ούτε στη δεξιά
ούτε στην αριστερά.
Ανήκε στην επαναστατική θρησκεία του αιώνα του.
Και μέχρι το τέλος έμεινε πιστός σε αυτή την ιδέα: ότι
η δουλειά πρέπει να υπερισχύει του χρήματος, ότι η πολιτική πρέπει να κυριαρχεί
στην οικονομία, ότι ο Λαός πρέπει να γίνει πρωταγωνιστής της ιστορίας.
Η παραβολή του εξακολουθεί να παραμένει μία από τις πιο
τραγικές και ισχυρές αναπαραστάσεις της ευρωπαϊκής κρίσης του φιλελευθερισμού
και της συχνά βίαιης και αντιφατικής αναζήτησης μιας νέας κοινωνικής τάξης στην
καρδιά του 19ου αιώνα.
Και ίσως εδώ αποκαλύπτεται η τύχη του Bombacci: όχι
αυτή του ηττημένου ανθρώπου, αλλά αυτή του ανθρώπου που καταναλώνεται εξ
ολοκλήρου από την ίδια του την πολιτική πίστη.
Ένα Ιδεολογικό Κίνημα αποτελεί μια κοινή συνισταμένη
Σταθερών Αξιών και Σφριγηλών Αρχών. Ως εκ τούτου, ο Αρχηγός του οφείλει να
Υπερασπίζεται το Κίνημα κι αυτό με την σειρά του την Ιδέα. Όταν συμβαίνει η
αντίστροφη διαδικασία, τότε οδηγούμαστε σε κωμικοτραγικές, θλιβερές και χυδαίες
καταστάσεις, που διασπούν την επιβεβλημένη ηθικοπολιτική ενότητα.
Ο Αρχηγός ενός Κινήματος είναι ο βασικός υπεύθυνος για την
ιδεολογική διάσταση του και την ανάλογη πολιτική πορεία του. Επομένως, οι
επιτυχίες του Κινήματος ανήκουν πρωτίστως σ' αυτόν. Ιδίως μάλιστα όταν έχει
προηγηθεί ένας λυσσαλέος πόλεμος από όλο το φάσμα του εγχώριου (και όχι μόνο)
πολιτικού συστήματος. Είναι αυτός που χάραξε τη Στρατηγική εκείνη που οδήγησε
σε μια ή περισσότερες πολιτικές νίκες. Του αξίζουν Συγχαρητήρια και όχι φθόνος.
Όποιος δεν το αναγνωρίζει αυτό είναι εμπαθής, ζηλιάρης και ανίκανος να πράξει
κάτι παρόμοιο.
Αντιστοίχως, όμως, ο Αρχηγός ενός Κινήματος είναι ο βασικός
υπεύθυνος και για τις οποιεσδήποτε αποτυχίες του. Οι κυριότερες ευθύνες για την
αποτυχία αυτή του ανήκουν, καθώς εκείνος επέλεξε την στρατηγική, την πολιτική
πορεία, τα πρόσωπα. Όποιος δεν το αναγνωρίζει αυτό είναι άσχετος, γλοιώδης και
κόλακας σε δεσπότες θελήσεων που τρέφονται με την ενέργεια και τους αγώνες των
άλλων.
Όταν ένας επί δεκαετίες Πραγματικός Αγωνιστής φεύγει από την
Ζωή, καθήκον του Κινήματος είναι να τον Αποχαιρετήσει καταλλήλως. Ακόμη κι αν
αυτός έχει αποχωρήσει (χωρίς να έχει αλλάξει απόψεις και στάση ζωής) κάποια
χρόνια πριν, το Κίνημα που Υπεράσπισε για τεράστιο χρονικό διάστημα οφείλει να
βγάλει μια ανακοίνωση γι' αυτόν, να τηλεφωνήσει ο επικεφαλής και τα στελέχη του
στους πιο στενούς συγγενείς του, να παραστούν όσο το δυνατόν περισσότερα μέλη
του στην κηδεία του. Όταν αυτό δεν συμβαίνει, αποτελεί μια ένδειξη ενός πολύ
πιο νοσηρού φαινομένου: της μικροψυχίας, η οποία βασίζεται στην αφιλία, την
αχαριστία, την αγνωμοσύνη.
Όσοι αυτές τις ημέρες που εμείς θρηνούμε την απώλεια ενός
Εξαίρετου Αγωνιστή, γράφουν αφηγήματα και παραληρήματα για
"λιποτάκτες" και "προδότες" (χωρίς αντίλογο, εννοείται...),
πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί στους χαρακτηρισμούς που, ελαφρά τη καρδία,
αποδίδουν σε άλλους. Γιατί εάν η συζήτηση γινόταν επί ίσοις όροις και ξεκάθαρα,
το πιο πιθανόν θα ήταν να τους γύριζαν μπούμερανγκ αυτές οι κατηγορίες. Η
μεγαλομανία, ο ναρκισσισμός, η υποταγή του Κινήματος σε στενά ατομικά και
οικογενειακά συντηρητικά συμφέροντα, σαφώς και δεν αποτελεί κάτι για το οποίο
οφείλουν να απολογούνται εσαεί οι Αληθινοί Αγωνιστές ενός Κινήματος.
Η ενδεχόμενη αλλαγή στην ηγεσία ενός Κινήματος δεν μπορεί να
αποτελεί "ταμπού" και "άβατο" (Παραπέμπω ξανά στην αρχή του
κειμένου). Οι εκάστοτε επικεφαλής του προσφέρουν όλη την θετική αύρα τους για
την επιτυχία των σχεδίων, των σκοπών και των στόχων του. Όταν όλα δείχνουν ότι
αυτή η αύρα έχει εκλείψει, οφείλει ο μέχρι τότε επικεφαλής να αντιληφθεί τι
πραγματικά συμβαίνει και σκεπτόμενος το Καλό του Κινήματος και όχι τον ατομικό
εγωισμό του να κινήσει ο ίδιος τις διαδικασίες αντικατάστασης του από κάποιον
που θα χειριστεί με ικανότητα το πηδάλιο των εξελίξεων.
Να συμπεριφερθεί
ωςΠραγματικός Αρχηγός και όχι με την
ιδιότητα του "αρχηγίσκου" ιδιοκτήτη περιουσιακού στοιχείου. Όταν,
όμως, μοιράζει σαν τις καραμέλες τους αρνητικούς χαρακτηρισμούς σε όσους δεν
τον ακολουθούν στην λασπολογία, τις άδικες κατηγορίες και την μεγαλομανία, τότε
το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται στο θέαμα που θα αντικρύσει οίδιος μπροστά στον καθρέφτη του...
Η ντροπή δεν μπορεί να έχει χρυσό περιτύλιγμα. Πολύ
περισσότερο δε περιεχόμενο. Γι' αυτό και δεν έχουν καμία δικαιολογία όσοι μέσα
από ένα χυδαίο "εγώ", δεν κάνουν την παραμικρή ουσιαστική αυτοκριτική
(την οποία όμως απαιτούν από όλους τους άλλους), αλλά φορώντας το φωτοστέφανο
του "αλάνθαστου" εξευτελίζουν κάθε έννοια Συντροφικότητας και
επιχειρούν να κλείσουν μέσα στο σεντούκι τους μια Αιώνια Ιδέα, που όμως ξεπερνά
τα όποια παροδικά πρόσωπα και τις παρόμοιες καταστάσεις.
Το να γράφεις σήμερα
ένα άρθρο για τον Αδόλφο Χίτλερ σε καθιστά αυτομάτως για τους περισσότερους
αναγνώστες γραφικό και γίνεσαι στόχος κριτικής που σε ορισμένες περιπτώσεις
ξεπερνάει κάθε φαντασία. Και μόνο η αναφορά στο όνομά του μπορεί να μετατρέψει
και τον πιο δειλό μικροαστό σε μέγα «ναζιστιφάγο» διότιη λογική της αγέλης τον οδηγεί στο να
γνωρίζει ότι δίπλα του θα σταθούν στρατιές «αντιναζί» που είναι στην ουσία η
πλειοψηφία της μάζας. Δεν είμαι υποχρεωμένος να απολογηθώ σε δημοκράτες και σε
μπολσεβίκους.
Γεννημένος
στις 20 Απριλίου του 1889 στο BraunauamInn της Αυστρίας, ήταν το τέταρτο από τα
έξι παιδιά του AloisHitler και της KlaraPolzl. Στην ηλικία των 3 ετών η
οικογένεια του μετακόμισε στην Γερμανία. Ο πατέρας του δεν ενέκρινε το γεγονός
ότι ενδιαφερόταν περισσότερο για την τέχνη παρά για τις επιχειρήσεις. Ο νεαρός
Χίτλερ ήταν ένας ντροπαλός και ευαίσθητος νέος τον οποίο συγκλόνισε ο θάνατος
του νεαρού αδελφού του, Edmund, το 1900. Σε συνδυασμό με την τέχνη έδειξε από
νωρίς το ενδιαφέρον του για τον γερμανικό εθνικισμό με την απόλυτη φυλετική
υπόσταση αυτού, αρνούμενος την Αυστροουγγρική αρχή και βλέποντας πάντα με
σκεπτικισμό την αυτοκρατορία των Αψβούργων. Και εις ό,τι αφορά τις απόψεις του
έμεινε σταθερός χωρίς να παρεκκλίνει της πορείας του ακόμα και όταν το τέλος
ήταν αναπόφευκτο. Για τους Ούγγρους αν ανατρέξουμε στις λεπτομέρειες τηςεπιχείρησης «Margarethe» βλέπουμε ακριβώς
ό,τι πίστευε ως νεαρός, πραγματοποιήθηκε όταν η μοίρα του έδωσε την δύναμη.
Το 1903 ο
πατέρας του πεθαίνει απρόσμενα. Δύο χρόνια αργότερα η μητέρα τού επιτρέπει να
αφήσει το σχολείο και να μετακομίσει στην Βιέννη όπου εργάζεται ως
περιστασιακός εργάτης και ζωγράφος ακουαρέλας. Υπέβαλε αίτηση στην ακαδημία
καλών τεχνών δύο φορές και απορρίφθηκε και τις δύο φορές. Δίχως χρήματα αναγκάζεται
να μείνει σε καταφύγιο για αστέγους για αρκετά χρόνια. Η εποχή αυτή παίζει
καταλυτικό ρόλο στην διαμόρφωση του χαρακτήρα του, όπως ο ίδιος περιγράφει.
Με το
ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου κάνει αίτηση για να υπηρετήσει στον
γερμανικό στρατό όπου και έγινε αποδεκτός το 1914, αν και ήταν ακόμη πολίτης
της Αυστρίας. Αν και δεν ήταν πάντα στο μέτωπο πήρε μέρος σε πολλές μάχες και
τραυματίστηκε στην μάχη της Σομ απέναντι στους Αγγλογάλλους. Τιμήθηκε για την
γενναιότητά του με τον σιδηρού σταυρό πρώτης τάξης. Θα είναι και το μόνο
αριστείο που θα φέρει πάντα σε όλη του την καριέρα μέχρι και την πτώση.
Ο νεαρός
δεκανέας εξοργισμένος από την κατάρρευση της πολεμικής προσπάθειας σοκαρίστηκε
από την παράδοση της Γερμανίας το 1918. Βρήκε την συνθήκη των Βερσαλλιών
εξευτελιστική, ιδίως την αποστρατικοποίηση της Ρηνανίας. Όπως και άλλοι
Γερμανοί εθνικιστές πίστευε ότι ο Γερμανικός στρατός είχε προδοθεί από τους
πολιτικούς και τους μαρξιστές. Με την επιστροφή του στο Μόναχο συνεχίζει να
εργάζεται για τον στρατό ως αξιωματικός στο τμήμα πληροφοριών. Καθώς
παρακολουθεί για λογαριασμό της υπηρεσίας το Γερμανικό Εργατικό Κόμμα (DAP)
έρχεται σε επαφή με τον ιδρυτή του,AntonDrexler, ο οποίος τον καλεί να μετέχει
του κόμματος το 1919. Από τις 5 Ιανουαρίου 1919 μέχρι τις 24 Φεβρουαρίου 1920
κοσμογονικές αλλαγές συμβαίνουν στα εσωτερικά του κόμματος. Η γέννηση του
εθνικού σοσιαλιστικού εργατικού κόμματος (NSDAP) είναι πλέον γεγονός.
Σχεδίασε το
έμβλημα μόνος του. Έναν μαύρο αγκυλωτό σταυρό (hakenkreuz) μέσα σε λευκό κύκλο
πάνω σε κόκκινο φόντο. Σύντομα η φήμη του εξαπλώθηκε χάρη στις πύρινες ομιλίες
του εναντίον την συνθήκης των Βερσαλλιών και των πολιτικών του αντιπάλων,
μαρξιστών και Εβραίων. Το 1921 αναλαμβάνει το κόμμα ολοκληρωτικά. Οι έντονες
ομιλίες του άρχισαν να προσελκύουν τακτικά ακροατήρια. Ο σκληρός πυρήνας
αρχίζει να συντίθεται. Είναι 8 Νοεμβρίου 1923 και ο Χίτλερ με τα Sturmabteilung
(SA) υπό τον HermannGöring εισβάλλει στην μπιραρία Löwenbräukeller του Μονάχου
όπου 3000 παρευρισκόμενοι παρακολουθούν ομιλία της ηγεσίας της βαυαρικής
κυβέρνησης. Ο Χίτλερ καλεί σε εθνική επανάσταση και ισχυρίζεται ότι η κυβέρνηση
του Ράιχ έχει πέσει. Την ίδια στιγμή ένοπλα SA υπό τον Ernst Röhm καταλαμβάνουν
το υπουργείο πολέμου ενώ ο RudolfHeß εργάζεται για την σύλληψη των Εβραίων και
μαρξιστών πολιτικών της Βαυαρίας.
Την επόμενη
μέρα επικεφαλής 3000 υποστηρικτών έρχεται αντιμέτωπος με την αστυνομία στην
πλατεία Odeon, η οποία ανοίγει πυρ. Το πραξικόπημα αποτυγχάνει με 21 νεκρούς
και πολλούς τραυματίες. Ο Χίτλερ συλλαμβάνεται και καταδικάζεται για προδοσία
και οδηγείται στην φυλακή όπου υπαγορεύει το πρώτο μέρος του πονήματος «Ο Αγών
μου» στον πάντα πιστό στην ιδέα και αναπληρωτή του, RudolfHeß. Εκεί περιγράφει
ακριβώς την κοσμοθεωρία του την οποία ουδέποτε απαρνήθηκε μέχρι τέλους.
Το 1932
κατεβαίνει στις εκλογές εναντίον του PaulvonHindenburg. Στον δεύτερο γύρο
συγκεντρώνει το 35% των ψήφων και ο Hindenburg συμφωνεί να τον διορίσει
καγκελάριο ώστε να επέλθει η πολιτική ισορροπία. Το πεπρωμένο δένει την μοίρα
του ανθρώπου αυτού με την Γερμανία αλλά και ολόκληρη την Ευρώπη. Μετά την
πυρκαγιά στο Reichstag το 1933 ο Χίτλερ χρησιμοποιεί τη θέση του ως καγκελαρίου
για να συγκεντρώσει όλες τις εξουσίες στο πρόσωπό του. Η στρατιωτική
αντιπολίτευση τιμωρήθηκε. Τα αιτήματα των SA για περαιτέρω στρατιωτική δύναμη
ήταν στην ουσία η έναρξη μιας μακροχρόνιας σειράς ενεργειών κατά του ιδίου αλλά
και του εθνικοσοσιαλισμού, καθώς και μιας σειράς από απόπειρες δολοφονίας τις
οποίες απέφυγε όλες λες και η μοίρα τον κράτησε στην ζωή για να δώσει ό,τι είχε
να προσφέρει μέχρι το τέλος. Γίνεται αρχηγός του γερμανικού στρατού ο οποίος
μετονομάζεται σε Wermacht, ενώ μετά την νύχτα των μεγάλων μαχαιριών
δημιουργούνται τα ένοπλα τμήματα του κόμματος, τα Waffen SS (Schulzstaffel) με
απόλυτη πίστη στο πρόσωπό του. Συγκεντρώνει πάνω του όλες τις θεσμικές εξουσίες
ελέγχοντας πλήρως την κρατική μηχανή, την εθνική οικονομία, τις τράπεζες, τις
ένοπλες δυνάμεις. Η προσωπικότητά του αποκτά κάτι το μυθικό και γίνεται ένας
λαοφιλής ηγέτης για τους Γερμανούς τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων.
Στα χρόνια
της διακυβέρνησής του η Γερμανία θα γίνει κράτος ισχυρό οικονομικά και
στρατιωτικά. Ό,τι γνωρίζουμε σήμερα ως γερμανικό σήμα κατατεθέν όπως η
αυτοκινητοβιομηχανία, το εμπόριο, οι αυτοκινητόδρομοι, η βαριά βιομηχανία, το
σιδηροδρομικό δίκτυο, τα πάντα έγιναν υπό την αιγίδα του καγκελάριου Χίτλερ. Ο
ίδιος κάνει τα πρώτα σχέδια του αυτοκινήτου του λαού (Volkswagen) το οποίο
αναθέτει στοΔρ. FerdinandPorsche να
υλοποιήσει και το οποίο οι Γερμανοί μπορούν να αγοράσουν με 3 μάρκα την
εβδομάδα. Μέχρι και σήμερα στις τεχνικές σχολές και στο τμήμα μηχανολόγων σε
όλα τα πανεπιστήμια διδάσκεται ότι εκείνη η προσπάθεια καθώς και η μετέπειτα
αρχιτεκτονική των μηχανικών μερών που εισήγαγε ο Έλληνας Αλέξανδρος Ισηγόνης
για το γνωστό σε όλους mini της British Motor Industry έθεσαν τις βάσεις για
όλα τα αυτοκίνητα μαζικής παραγωγής των τελευταίων 60 ετών εις ό,τι αφορά στην
δυναμική της σχεδίασης.
Ακόμα
και100 χρόνια μετά και παρά την λυσσώδη
προσπάθεια των νικητών μετά το 1945 να διαβάλουν την αλήθεια καθιστώντας τον ως
τηνπροσωποποίηση του απόλυτου κακού, το
έργο του δεν σβήνει. Παρέλαβε ένα χάος, μια παρηκμασμένη κοινωνία και μια
κατεστραμμένη οικονομία και οικοδόμησε έθνος σε μια πολιτεία κοινωνικής
δικαιοσύνης. Το κράτος γίνεται εθνικό και ο λαός από μάζα ανθρώπων μετατρέπεται
σε φυλή αρίστων. Το πολίτευμα που όλοι αποστρέφονται και μισούν απέδειξε ότι
είναι η οδός την οποία πρέπει να ακολουθήσει κάθε έθνος που θέλει να ζήσει.
Τρανή απόδειξη είναι ότι σήμερα το μόνο κράτος παγκοσμίως που ακολουθεί την
πολιτική του 3ου Ράιχ είναι το Ισραήλ με φυλετικούς νόμους και κράτος
σιωνιστικό σύμφωνα με νόμο της Κνεσέτ. Οι Εβραίοι μάς λένε να πάρουμε
μετανάστες στις χώρες μας όταν αυτοί δεν δέχονται καθόλου αλλόφυλους για να
προστατεύσουν την φυλή τους. Άραγε ποια φυλή; Ποια από τις 12; Αλλά ας αφήσουμε
τους Εβραίους που δεν μας ενδιαφέρουν έτσι κι αλλιώς.
Το 1938 ο
Χίτλερ υπογράφει με τους Τσάμπερλεν, Ντελαντιέ, Μουσολίνι την συμφωνία του
Μονάχου με την οποία η Γερμανία προσαρτά την Σουδητία που αποτελεί γερμανικό
έδαφος όπου κατοικούν γερμανικοί πληθυσμοί. Μια μεγάλη διπλωματική επιτυχία η
οποία επιφέρει ισορροπία στην φυλετική σύσταση της Ευρώπης καθώς κράτη –
μορφώματα δίνουν τη θέση τους σε κράτη με φυλετική ομοιογένεια, όσο μπορεί αυτό
να είναι εφικτό στην βορειοανατολική Ευρώπη με την οποία θα ασχοληθούμε
αναλυτικά σε προσεχές άρθρο.
Με το σύμφωνο μη επιθέσεως Ρίμπεντροπ –
Μολότωφ τον Αύγουστο του 1939 καταφέρνει να κρατήσει μακριά από τα πόδια του
τους μπολσεβίκους της στέπας και εκστρατεύει με προορισμό την πόλη του Ντάντσιχ
στην Πολωνία, που είναι ιστορικά η γερμανική επαρχία της Πομερανίας, με σκοπό
να την προσαρτήσει. Την ίδια στιγμή Αγγλία και Γαλλία τού κηρύσσουν τον πόλεμο
ενώ οι Σλάβοι κομουνιστές της Σοβιετικής Ένωσης εισβάλουν στην Πολωνία από την
απέναντι πλευρά. Τα γεγονότα παίρνουν την μορφή χιονοστιβάδας και οδηγούν στον
δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.
Αντίθετα με
ό,τι γράφεται από τους στρατευμένους ρυπαρογράφους, ο Χίτλερ ήταν ιδιαίτερα
δημοφιλής στο γυναικείο φύλο. Δεν απέκτησε παιδιά λέγοντας πως είχε ως παιδιά
του όλους τους Γερμανούς. Η αίσθηση της μεγάλης ευθύνης ίσως τον κράτησε μακριά
από την δέσμευση της οικογένειας, σύμφωνα με τον HeinzLinge. Όμως μια γυναίκα
έδεσε την μοίρα της μαζί του. Η φωτογράφος και στενογράφος EvaBraun γνώρισε τον
Χίτλερ το 1929. Η σχέση τους έμεινε κρυφή και δεν έκαναν ιδιαίτερες δημόσιες
εμφανίσεις μαζί. Μια σχέση με εμπιστοσύνη και αλληλοσεβασμό. Ενώ θα μπορούσε να
σώσει τον εαυτό της στο τέλος δεν εγκατέλειψε ούτε την θέση της ούτε τον
σύντροφό της ακολουθώντας τον τόσο στην ζωή όσο και στον θάνατο.
Η Γερμανία
υπήρξε το πρόσφορο έδαφος της ελληνιστικής αναγέννησης. Ο Χίτλερ υπήρξε
φιλέλλην και ελληνιστής. Θαύμαζε και εξυμνούσε τους αρχαίους Έλληνες στο όραμα
που είχε για το Ράιχ των χιλίων ετών. Ήδη από τις πρώτες του ομιλίες μιλάει για
την αρχαία Σπάρτη ως το υπέρτατο φυλετικό κράτος στην
ιστορία(derklarsterassenstaatdergeschichte). Ο υπουργός εξοπλισμών AlbertSpeer
διηγείται ότι στον Χίτλερ άρεσαν ιδιαίτερα οι παραλληλισμοί ανάμεσα στον
Περικλή και τον ίδιο, λέγοντας ότι όπως ο Περικλής έχτισε τον Παρθενώνα, έτσι
κι αυτός έκανε τους γερμανικούς αυτοκινητόδρομους (autobahn). Πολέμιος της
δημοκρατίας όπως ο Σωκράτης και ο Λυκούργος και άνθρωπος πρακτικός κατά
Αριστοτέλη. Μαζί με τον προσωπικό του φίλο και γλύπτη ArnoBreker σχεδιάζει νέα
κτήρια με Ελληνιστικής εποχής αρχιτεκτονική και κοσμεί πλατείες και δημόσια
κτήρια με αγάλματα που έχουν τις αναλογίες και τα χαρακτηριστικά αυτών της
κλασικής εποχής τηςΕλλάδος.
Ο αντιναζί
ιστορικός Fest στο βιβλίο του Hitler (ullstein verlag,Berlin,1987σελ. 734)
παραθέτει απάντηση που έδωσε ο Χίτλερ σε ερώτηση για το πού πρέπει να
αναζητηθούν οι πρόγονοι των Γερμανών. Η απάντησή του ήταν η εξής : «εάν κάποιος
μας ρωτά σχετικώς με τους προγόνους μας πρέπει πάντοτε να υποδεικνύουμε τους
Έλληνες». Ο Χίτλερ έτρεφε μια συμπάθεια και ένα θαυμασμό για τον Βαλλώνο
αξιωματικό LeonDegrelle, διοικητή της 5ης ταξιαρχίας καταιγίδας (sturmbrigade)
και της 28ης λεγεώνας εθελοντών πανθήρων γρεναδιέρων (panzergrenadier). O
Χίτλερ τον παρασημοφόρησε προσωπικά με τον Degrelle να ρωτάει «Φύρερ, ποια
είναι η πατρίδα μας;» και τον Χίτλερ να απαντάει «Πατρίδα μας είναι η Ελλάδα!».
Ο Χίτλερ είπε στον νεαρό Βαλλώνο αξιωματικό ότι αν είχε έναν γιο θα ήθελε να
είναι αυτός.
Ο Χίτλερ
πληροφορείται την ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδος στις 28 Οκτωβρίου 1940 στις
10 το πρωί. Διαβάζουμε στο ημερολόγιο του Goebbels ότι αναθεματίζει και βρίζει
τους Ιταλούς κατηγορώντας τους για προδοσία.
Για την
επέμβαση του Απριλίου στην Ελλάδα μεταφέρω αυτούσιο το κείμενο από το
ημερολόγιο του Goebbels : «8 Απριλίου 1941 : χθες προχωρούμε αργώς στην
Ελλάδα…οι Έλληνες είναι γενναίοι μαχητές…οι Έλληνες εκμεταλλεύονται το ιδεώδες
αμυντικό έδαφος καλώς…με τον φύρερ. Και αυτός θαυμάζει ιδιαιτέρως το θάρρος των
Ελλήνων. Ίσως υπάρχει ακόμη ένα ίχνος της παλαιάς ελληνικής καταγωγής σε
αυτούς. Ο φύρερ απαγορεύει τον βομβαρδισμό των Αθηνών. Αυτό είναι δίκαιο και
ευγενές εκ μέρους του… εάν οι Άγγλοι δεν είχαν εγκατασταθεί εκεί δεν θα
βοηθούσε ποτέ τους Ιταλούς». Και παρακάτω: «οι Έλληνες αγωνίζονται πολύ
γενναίως. Απαγορεύω στον τύπο να τους δυσφημίσει… με τον φύρερ… θαυμάζει τη
γενναιότητα των Ελλήνων… θλίβεται που υπεχρεώθη να τους πολεμήσει». Συνεχίζει :
30 Απριλίου 1941 Τετάρτη… χθες: με τον φύρερ… είναι θλιμμένος που αναγκάστηκε
να επιτεθεί κατά της Ελλάδος. Οι Έλληνες δεν έκαναν τίποτα για να το αξίζουν
αυτό… προτίθεται να τους συμπεριφερθεί όσο το δυνατόν με φιλανθρωπία. Οι Ιταλοί
κάνουν το αντίθετο. Ο Breker που είναι επίσης παρών είναι πολύ θλιμμένος. Η
σύζυγός του είναι Ελληνίς…».
Από τις
αρχές του 1945 καταλαβαίνει ότι η Γερμανία θα χάσει τον πόλεμο. Έχει στρέψει
επάνω του όλη την μανία των αιώνιων εχθρών τηςΆριας Λευκής Ευρωπαϊκής ομοεθνίας. Ολόκληρος ο πλανήτης κάτω από τις
διαταγές του ιερατείου του Ιεχωβά στέλνει τους στρατούς του εναντίον της
Γερμανίας φαινομενικά, αλλά επί της ουσίας ολόκληρη η Ευρώπη καταστρέφεται και
λεηλατείται. Από την ανατολή τα στίφη των μπολσεβίκων Σλάβων της στέπας
εξαπέλυσαν την λυσσώδη βαρβαρική τους επίθεση. Η βαρβαρότητα αυτών των
ανθρωποειδών είναι πρωτόγνωρη. Στην Ελλάδα την συναντούμε αυτούσια από τους
ελληνόφωνους κομουνιστές οι οποίοι από τα Δεκεμβριανά του 1944 ξεριζώνουν
καρδιές με κατσαβίδια και κόβουν λαιμούς με κονσερβοκούτια.
Από δυσμάς
προχωρούν οι Εγγλέζοι του κ. Τσώρτσιλ (Εβραίου κατά το ήμισυ) μαζί με τους
Αμερικανούς του κ. Ρούσεβελτ (Εβραίου) καθώς και τον γαλλικό στρατό που δεν
είχε προσχωρήσει στην πολιτεία του Βυσί. Δηλαδή τους κουμουνιστές «πουρκουάδες».
Η μέγγενη σφίγγει και στραγγαλίζει ό,τι έχει μείνει όρθιο. Ο Χίτλερ
πληροφορείται το λιντσάρισμα του Μουσολίνι και της συντρόφου του, Πετάτσι.
Επιλέγει την μεγάλη έξοδο. Νυμφεύεται την Εύα και σε ένα 24ωρο δίνουν τέλος
στην ζωή τους για να μην πέσουν στα χέρια των ερυθρών κτηνανθρώπων της στέπας.
Η Γερμανία συνθηκολογεί στις 8 Μαΐου.
Ανεξάρτητα
από την πολιτική ιδεολογία του καθενός, όταν κάνουμε μια ιστορική αναδρομή και
βλέπουμε τις προσωπικότητες που έχουν στιγματίσει την εποχή εκείνη, οφείλουμε
να δούμε την αλήθεια και να αποδίδουμε «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του
Θεού τω Θεώ». Όταν μιλάμε για την εποχή του δεύτερου μεγάλου πολέμου πάντα
ψηλαφούμε προσωπικότητες που έδωσαν το στίγμα τους και σημάδεψαν την εποχή τους
και εξακολουθούν να ασκούν επιρροή στην εποχή μας. Όταν μιλάμε για τον Χίτλερ ή
τον Στάλιν ή τον Μάο σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να υποβιβάζουμε την
προσωπικότητα λόγω πολιτικής αντιπαλότητας. Βέβαια αυτό δεν συνέβη στην
περίπτωση του Αδόλφου Χίτλερ για το πρόσωπο του οποίου έχουν ξοδευτεί
εκατομμύρια δολάρια σε δυσφήμιση και παραπληροφόρηση από στρατευμένους
ρυπαρογράφους και κονδυλοφόρους με την αρωγή της παγκόσμιας αόρατης κυβέρνησης
των περιούσιων, οι οποίοι έχουν στρατολογήσει δημοσιογράφους, συγγραφείς,
ιστορικούς, μυστικές υπηρεσίες.
Αντί
επιλόγου θα κλείσω με μια αναφορά σε προσωπική συζήτηση που είχα με έναν
αξιωματικό ε.α. των τεθωρακισμένων, ο οποίος δραστηριοποιείται σε γνωστό
πατριωτικό κόμμα. Ύστερα από μια συζήτηση πλέον της μίας ώρας γύρω από την
σημερινή κατάντια της Ελληνικής φυλής και αφού έφτασε σε αδιέξοδο μην μπορώντας
να αντικρούσει με επιχειρήματα τα όσα ανέφερα παρουσία μιας ντουζίνας
αποστράτων συνταγματαρχών και ταξιάρχων και πτεράρχων, εξεμάνη. Νομίζοντας ότι
είμαστε ακόμα στην μονάδα και ότι μπορεί να επιβληθεί δια βίας έχασε την
ψυχραιμία του και με ύβρεις και συκοφαντίες μού επιτέθηκε λεκτικώς. Αρνήθηκε
τον εθνικισμό ως ιδεολογία «πριν αλέκτορα φωνήσαι», με αποκάλεσε «ναζί» και με
απέπεμψε στην λησμονιά της ιστορίας. Άλλος ένας «αντιφασίστας» και «αντιναζί»
πατριώτης δημοκράτης που αρνείται τον φυλετισμό ενώ τον ψωμίζει το στράτευμα
από 18 χρονών που μπήκε στη σχολή Ευελπίδων.
Ζητώ η
νίκη!»
Γεώργιος Ζ.Κουτιώλας
Θα
επιστρέψουμε. Είναι υπόσχεση.
Θα
επιστρέψουμε. Είναι υποχρέωση.
Αίμα και
τιμή
Βιβλιογραφία
:
Κωνσταντίνος
Πλεύρης «Ο άλλος Χίτλερ»
Κωνσταντίνος
Πλεύρης «Γκαίμπελς – αποκαλύψεις από το ημερολόγιο 40-41»
Το 1910 ο Luigi Fabbri και ο Armando Borghi απήγαγαν μια
αναρχική γυναίκα που είχε ντροπιάσει τον φίλο τους χωρίζοντάς τον. Μαζί την
ανάγκασαν σε γυναικολογική εξέταση ώστε ο γιατρός να δηλώσει δημόσια ότι ήταν
παραμορφωμένη και ανίκανη για σεξ.
Οι τρεις αυτοί "δράστες" ήταν ηγετικές μορφές στην ιταλική αναρχική σκηνή
και εμπλεκόμενοι σε εγκληματικές δραστηριότητες. Παρά το ότι την είχαν απαγάγει,
ιατρικά είχε βιαστεί και δυσφημιστεί από τους συναγωνιστές της, όταν η αστυνομία
τους έπιασε για την δημοσίευση αντιπολεμικών άρθρων, η Maria Rygier αρνήθηκε να
υποδείξει κάποιον και προσπάθησε να αναλάβει πλήρως την ευθύνη. Καταδικάστηκε
σε τρία χρόνια φυλάκιση, όπου ξανά βιάστηκε, αυτή τη φορά από εκπροσώπους του
κράτους.
Απογοητευμένη από τους πατριαρχικούς της αναρχικής σκηνής
και αναζητώντας υποστήριξη από αντάρτες μέσα στο κίνημα, μετά την αποφυλάκιση η
Rygier συνδέθηκε με τον εξέχοντα Stirnerite, Massimo Rocca. Αλλά αν ψάχνετε για
μια ιστορία νίκης των ατομικιστών απέναντι στους «βιαστές» της σκηνής, αυτή δεν
είναι. Παρά τις αναρχικές τους ρίζες, η Rygier και ο Rocca θα παίξουν κεντρικό
ρόλο στην εμφάνιση και εδραίωση του φασισμού. Πολλοί από τους οπαδούς τους θα
τους ακολουθήσουν ως φασίστες, με έναν, τον Leandro Arpinati, να ανεβαίνει
ακόμη και στον τίτλο του «δεύτερου Duce», ακριβώς πίσω από τον Mussolini.
Το βιβλίο του Stephen B. Whitaker The
Anarchist-Individualist Origins of Italian Fascism έχει περιστασιακά χρησιμοποιηθεί
από κομμουνιστές αντιδραστικούς εναντίον του αναρχισμού και του ατομικισμού.
Αλλά ο τίτλος δεν σημαίνει ότι κατηγορεί τον ατομικιστικό αναρχισμό για την
άνοδο του φασισμού. Επικεντρώνεται σε ένα συγκεκριμένο ιδεολογικό πεδίο ανάμεσα
σε πολλά άλλα όπου οι φασίστες βρήκαν ρίζες και συνέβαλαν στη διαμόρφωση της
πρώιμης φασιστικής ιδεολογίας. Ο φασισμός έχει πολλές ρίζες.
Ο Whitaker ξεκαθαρίζει
από την αρχή ότι πιστεύει πως η πνευματική επιρροή του αναρχισμού στον φασισμό
ήταν μικρή, αλλά ορισμένες αναγνώσεις του Stirner και ορισμένα περιθωριακά
ρεύματα είχαν σημαντική επιρροή. Καμία επιρροή δεν ταυτίζεται με αιτιώδη
ευθύνη, αλλά η κατανόηση των σημείων επαφής και των μεταλλάξεων μιας
ιδεολογικής τάσης είναι κρίσιμη για να καταλάβουμε την αρχική άνοδο του
φασισμού και τα σημεία διείσδυσης σήμερα.
Ο Whitaker δεν είναι ιδιαίτερα εχθρικός προς τον αναρχισμό
αλλά δεν τον κατανοεί πλήρως. Η αντίληψή του για τον αναρχισμό προέρχεται
κυρίως από George Woodcock, Max Stirner και μερικούς αλαζονικούς φιλελεύθερους
σχολιαστές. Παρά τα προβλήματα, το βιβλίο του περιέχει πολύτιμες αναφορές σε
συνεντεύξεις, γράμματα και άρθρα που δεν έχουν μεταφραστεί αλλού. Αποκαλύπτει
μια βαθιά δυσλειτουργική αναρχική σκηνή, υπονομευμένη από τοξικές
προσωπικότητες και ισχυρούς πατριάρχες.
Όπως και σε άλλες ιστορικές καταγραφές, ο στόχος είναι να
κατανοήσουμε τι μπορούμε να μάθουμε από αυτά τα γεγονότα. Κάθε ιδεολογία μπορεί
να δεχτεί στροφές προς την αντίδραση, αλλά υπάρχουν συγκεκριμένες δυναμικές που
πρέπει να αναλυθούν για να κατανοήσουμε πώς μια συγκεκριμένη ιδεολογία κερδίζει
οπαδούς από μια άλλη. Οι ιδεολογίες δεν είναι ομοιογενείς και τα λάθη ή οι
ευάλωτες πλευρές τους πρέπει να εξεταστούν προσεκτικά.
Η ιστορία εστιάζει σε τέσσερα άτομα – Massimo Rocca, Maria
Rygier, Torquato Nanni και Leandro Arpinati – και παρακολουθεί τις πορείες τους
μέσα από την αναρχική σκηνή και το πρώιμο φασιστικό κίνημα. Οι αντιρρήσεις τους
δεν βασίζονταν σε αναρχικές αρχές. Δεν ήταν υβρίδια αναρχισμού και φασισμού
αλλά απλοί φασίστες, ακόμα κι αν είχαν αντιφατικές θέσεις μέσα στο φασισμό. Ο
Rocca και η Rygier ήταν σεβαστές φωνές διεθνώς και ο Arpinati έγινε Υφυπουργός
Εσωτερικών, αποκτώντας τον τίτλο του «δεύτερου Duce». Ο Rocca ώθησε τον
Mussolini σε μια φιλοπολεμική σοσιαλιστική στροφή. Όλοι ήταν φίλοι με τον
Mussolini.
Μέρος του egoist αναρχιστικού χώρου στην Ιταλία αγκάλιασε τη
συμμετοχή στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και χρησιμοποίησε τις εκδόσεις και τη
διανομή τους για να διαταράξουν την Ιταλική Αριστερά και να ενισχύσουν τον
Mussolini. Από το 1915 ως το 1920, δεν εκδόθηκαν σημαντικά αναρχικά περιοδικά
στη Μπολόνια. Η στροφή αυτή συνδέθηκε με την φετιχιστική βία ορισμένων
ατομικιστών και την αντίληψη μιας φτωχής Ιταλίας που εξεγείρεται κατά των
πλουσίων μέσω του εθνικού πολέμου. Ο Nietzsche και ο Stirner χρησιμοποιήθηκαν
για να υπερασπιστούν ένα αλαζονικό ελιτισμό, ενώ η στρατιωτική γοητεία έφερνε
οπαδούς.
Σε πολλές περιπτώσεις οι ιδεολογικές μεταλλάξεις ήταν
ξεκάθαρα ευκαιριακές και εγωιστικές, αλλά σε άλλες φαίνεται πως ορισμένες
ιδεολογικές μορφές αυτοενισχύονταν.
Massimo Rocca, γνωστός και ως Libero Tancredi, είχε έντονες
αναρχικές ρίζες και διαφωνίες με την κυρίαρχη αναρχική σκηνή. Μετακόμισε στο
Μιλάνο το 1905 ως αρχισυντάκτης της Li Grido della folla, προωθώντας βία και
χάος. Αργότερα ίδρυσε το Il Novatore anarchico στη Ρώμη, προωθώντας τον πόλεμο
ως μέσο επανάστασης και τον ατομικισμό ως εξέγερση του εγώ κατά του
αλτρουισμού.
Παρά την υποστήριξη που είχε, συγκρούστηκε με άλλους
ατομικιστές και κατηγορήθηκε για υπεξαίρεση κεφαλαίων για το Novatore. Έφυγε
στην Αμερική, συνέχισε να δημοσιεύει και ανέπτυξε την ιδέα μιας ελίτ
εξεγερμένων που εξελίχθηκε σε εθνικιστική ελίτ, βλέποντας τη βία και την υπακοή
ως εργαλεία για να σπάσει τη δημοκρατία και να επαναφέρει τη φυσική τάξη.
Η Rygier, από την πλευρά της, μετατράπηκε από ακραιφνή
αντιπολεμική σε εθνικιστική υπέρμαχο του πολέμου, συμμετέχοντας σε
κατασταλτικές ενέργειες και στρατηγικές για την επέκταση της εξουσίας της
Ιταλίας στον πόλεμο.
Ο Torquato Nanni, ένας σοσιαλιστής με αναρχικές τάσεις,
ακολούθησε τον Mussolini στον φασισμό λόγω της επιθυμίας για επανάσταση,
παραβλέποντας ιδεολογικά όρια, και ο Leandro Arpinati, αρχικά νεαρός
αντιεκκλησιαστικός σοσιαλιστής και αναρχικός, συνδέθηκε με την Rygier και
αργότερα έγινε ηγετική μορφή στους φασίστες της Μπολόνια.
Ο Arpinati οργανώνει τις ένοπλες ομάδες, συμμετέχει σε
συγκρούσεις με σοσιαλιστές, χρησιμοποιεί προσωπικές φιλίες για να κερδίσει
οπαδούς από τους αντιφασίστες και ενισχύει τη θέση του μέσα στο φασιστικό
κίνημα. Το 1924 γίνεται ηγετικός στην Μπολόνια και το 1929 Υφυπουργός
Εσωτερικών, φτάνοντας στον τίτλο του «δεύτερου Duce» μέχρι την πτώση του.
Η Rygier, παρά την καταπίεση από την αναρχική κοινότητα,
στρέφεται σε συμμαχίες με πολιτικούς και μασόνους για να προωθήσει την εμπλοκή
της Ιταλίας στον πόλεμο, προτείνοντας ακόμη και δολοφονία του βασιλιά και
καταστολή των Γερμανών και αντιπολεμικών.Η ιστορία αυτών των προσωπικοτήτων δείχνει
πώς η προσωπική πίεση, η αναζήτηση συμμάχων και η αίσθηση αδικίας μπορούν να
οδηγήσουν σε ριζικές ιδεολογικές μεταστροφές και πώς ο ατομικισμός, η βία και η
πολιτική φιλοδοξία συνδέονται με την άνοδο του φασισμού στην Ιταλία.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1920 η δέσμευση της Rygier στον
φασισμό άρχισε να κλονίζεται, όταν ο Μουσολίνι κήρυξε τον πόλεμο στη Μασονία.
Εκείνη γύρισε προς την αντίθετη κατεύθυνση και δέχτηκε επίθεση, ενώ ο τόπος της
λεηλατήθηκε από φασίστες. Καθ’ όλη τη διάρκεια αυτών των γεγονότων συνέχισε να
διατυμπανίζει ότι είχε αποδείξεις πως ο Μουσολίνι ήταν πληροφοριοδότης της
γαλλικής μυστικής αστυνομίας και ότι αυτή η απόδειξη της προσέδιδε ασφάλεια,
εμποδίζοντας τον Μουσολίνι να τη φυλακίσει ή να τη σκοτώσει. Ωστόσο, τελικά
συνειδητοποίησε ότι η επίδειξη εκβιασμού μειώνει την αποτελεσματικότητά του και
κατέφυγε στη Γαλλία.
Η Whitaker δεν αναφέρεται πολύ στην Rygier μετά την
αναχώρησή της, και ακόμη λιγότερα είναι διαθέσιμα διαδικτυακά. Αξίζει όμως να
σημειωθεί η ευκαιριακή της στάση και η έλλειψη αρχών απέναντι στον υποτιθέμενο
«αντιφασισμό» και στις κριτικές της προς τον Μουσολίνι. Βασικά, το επιχείρημά
της ήταν ότι ο Μουσολίνι ήταν εκβιαστής και ευκαιριακός (πολύ καλή περίπτωση
«ποτήρι συναντά κατσαρόλα»), καθώς και υπηρέτης της Γαλλίας για να υπονομεύσει
τα ιταλικά εθνικά συμφέροντα. Όπως οι Rocca, Nanni και Arpinati, απορρίφθηκε
από τους πραγματικούς αντιφασίστες, αν και, σε αντίθεση με τους Nanni και
Arpinati, δεν δέχτηκε σφαίρα για τις αμαρτίες της. Πέθανε μονάρχης.
Παρόλο που η Whitaker εστιάζει σε τέσσερις μορφές στην
ιστορία της, κανείς δεν πρέπει να βγει με την εντύπωση ότι αυτοί ήταν οι
μοναδικοί παραδείγματα φασιστικής διείσδυσης σε αναρχικές τάξεις.
Έχω ήδη αναφέρει τον μεμονωμένο αναρχικό εκδότη εφημερίδας
που έγινε φασίστας, Edoardo Malusardi, αλλά υπήρχε επίσης ο Mario Gioda,
μεμονωτικός αναρχικός και οπαδός του Rocca, που έγινε ηγέτης του φασιστικού
φασιο στο Τορίνο και σκότωσε έντεκα εργάτες τον Δεκέμβριο του 1922. Ο Gioda
θεωρήθηκε αστικός ελιτίστας και τελικά περιθωριοποιήθηκε μέσα στις φασιστικές
τάξεις. Η Whitaker αναφέρει επίσης τον Mammolo Zamboni, έναν ακόμη αναρχικό που
έγινε φασίστας και θεωρήθηκε αιρετικός από άλλους φασίστες, επειδή
προστατευόταν από τον Arpinati.
Υπήρχε και ο Leo Longanesi, ένας αντικομφορμιστής που
επιδίωκε ρητά να συνδυάσει τον αναρχισμό με τον συντηρητισμό και εκπροσωπούσε
μια αγροτική λαϊκιστική πτέρυγα εντός του φασισμού. Ο Longanesi παίρνει το
καλύτερο απόσπασμα στο βιβλίο της Whitaker:
«[ο φασισμός αποτελείτο από] τραμπούκους, βίαιους ανθρώπους,
παντρεμένους, φλύαρους… ασαφώς φανατικούς που αναστατώνουν για κανένα
συγκεκριμένο λόγο ενάντια σε όλα όσα δεν κατανοούν, περισσότερο από όλα από μια
φυσική ανάγκη να υψώσουν τον εαυτό τους και να επιτεθούν σε κάτι: αδυνατώντας
να διατυπώσουν σαφώς τις δικές τους ιδέες, καταδικάζουν αυτές των άλλων: σε
συνεχή προσωπική αντιπαλότητα, χθες αναρχικοί, αύριο πληροφοριοδότες της
αστυνομίας, σήμερα ατομικιστές, αύριο κομμουνιστές… αναγνώστες φυλλαδίων,
οφειλέτες, και εφευρέτες συστημάτων για να κερδίζουν στη ρουλέτα, ζώντας σε
διαρκή και συγκεχυμένο φανατισμό.»
Αναφέρω αυτά τα άλλα άτομα για να αντισταθώ στις
αναπόφευκτες προσπάθειες να απαξιωθεί και να μειωθεί κάθε επαφή μεταξύ του
ατομικιστικού αναρχισμού και του φασισμού.
Ενώ οι φιλελεύθεροι, οι συνδικαλιστές, οι κρατικοί
σοσιαλιστές και οι κομμουνιστές έχουν μια ευρεία γκάμα μελών που πέρασαν στον
φασισμό – όποιος σκέφτεται να χρησιμοποιήσει αυτές τις λεπτομέρειες ως
καταγγελία του ατομικιστικού αναρχισμού θα πρέπει να σκεφτεί καλά πριν πετάξει
πέτρες – και η συντριπτική πλειονότητα των ατομικιστών αναρχικών στην Ιταλία
προφανώς δεν έγινε φασίστας, υπήρξε αναμφισβήτητα μεγάλη διείσδυση στις πρώτες
μέρες.
Ενώ δεν είχε τόσους δεσμούς με το σοσιαλιστικό κίνημα (βλ.
τον πλούτο των επαίνων που του προσέφεραν Λένιν και Τρότσκι) ή με φιλελεύθερους
και συντηρητικούς που συνέρρεαν στις υποσχέσεις του, ο Μουσολίνι ήταν εκπληκτικά
βαθιά δεμένος με αναρχικός. Ο πατέρας του συμμετείχε στη διεθνή αναρχική
οργάνωση του Bakunin. Ήταν προσωπικά κοντά με την διαβόητη μουσουλμάνα
ατομικίστρια αναρχική Leda Rafanelli στο Μιλάνο. Ήξερε τον Carlo Tresca,
επαίνεσε τον Gaetano Bresci και τον Malatesta, συνεργάστηκε με τον Luigi
Bertoni και μετέφρασε δύο βιβλία του Kropotkin. Επαινούσε τον Stirner και τον
Nietzsche και τους παραθέτει στους αντιπάλους του. Ο Μουσολίνι ακόμη προσέφευγε
στον (ατομικιστικό) αναρχισμό ανοιχτά για να δικαιολογήσει τον φασισμό: «Σε
εμάς, τους καταδικασμένους του ατομικισμού, δεν μένει τίποτα για το σκοτεινό
παρόν και το ζοφερό αύριο εκτός από την πάντα παρηγορητική θρησκεία… του
αναρχισμού!» Ο Μουσολίνι υποστήριξε ακόμα τους Sacco και Vanzetti και
παραπονιόταν ιδιωτικά στους φίλους του ότι οι Αμερικανοί φασίστες δεν πήραν το
μέρος τους.
Η φυγή από αυτήν την ιστορία δεν θα μας πάει πουθενά και δεν
παρέχει χρήσιμα αντισώματα απέναντι στην αναζωπύρωση της φασιστικής διείσδυσης
στις χειρότερες άκρες του κινήματός μας.
Ωστόσο, δεν θα συνιστούσα το βιβλίο της Whitaker ως
διορθωτικό.
Η ιδεολογική ανάλυση στο The Individualist Anarchist Origins
of Fascism είναι γενικά επιφανειακή και έχω κάνει ό,τι μπορούσα για να την
απομακρύνω στην αναφορά των ιστορικών λογαριασμών παραπάνω. Είναι δύσκολο να
προσδιορίσει κανείς ακριβώς από ποια ιδεολογική σκοπιά προσεγγίζει ο Whitaker.
Σε πολλά σημεία φαίνεται να καταδικάζει τον ατομικιστικό αναρχισμό από
σοσιαλιστική σκοπιά, σε άλλα από φιλελεύθερη, ενώ υπάρχουν λίγα σημεία όπου
φαίνεται να είναι ακόμη και συμπαθής προς τους φασιστικούς χαρακτήρες του.
Προφανώς θεωρεί τον ατομικισμό κάπως ύποπτο (ή τουλάχιστον ξένο), θεωρεί ότι η
εξωδικαστική εκτέλεση των Nanni και Arpinati είναι αυτονόητα κακή (έγκλημα!)
και λυπάται που ο Arpinati έχει χαρακτηριστεί φασίστας αντί να αναγνωριστούν οι
επιτυχίες του στη σωστή διακυβέρνηση. Αλλά ακόμη και αυτή η συμπάθεια
συνοδεύεται από κάτι που μοιάζει με κριτική στις ιστορικές αφηγήσεις που
ισχυρίζονται ότι ο φασισμός εξαφανίστηκε πλήρως και δεν είχε συνέχεια στην
Ιταλία.
Ο Whitaker ισχυρίζεται ότι έγραψε το βιβλίο για να
αντισταθεί σε ιστορικές αφηγήσεις που ομογενοποιούν τη φασιστική ιδεολογία και
την αποκόπτουν από το παρελθόν και το μέλλον της. Αυτό είναι καλό, αλλά το
τελικό αποτέλεσμα είναι ένα βιβλίο που μπορεί να παραπλανήσει φιλελεύθερους και
σοσιαλιστές ή, ακόμη χειρότερα, να παράσχει επιχειρήματα σε πραγματικούς
φασίστες. Είναι χρήσιμο για αναρχικούς, αλλά για όποιον δεν είναι ήδη γνώστης
του αναρχισμού υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να προκαλέσει μόνιμη ζημιά.
Όπως έχω αναφέρει, στην προσπάθειά του να κατανοήσει τον
αναρχισμό, αντλεί βαριά από ανεπαρκείς φιλελεύθερους ακαδημαϊκούς και από την
προβληματική σύνοψη του Woodcock για τον αναρχισμό. Πολλά έχουν γραφεί κριτικά
για το Anarchism του Woodcock (1962) και την επιρροή του. Ο Woodcock ήταν
ειρηνιστής με λογοτεχνικά ενδιαφέροντα και, αν και συμμετείχε σε αναρχικούς
κύκλους πριν από τον πόλεμο, αντιπροσώπευε τους επιζώντες που άνθισαν στη
μεταπολεμική περίοδο. Προσπαθούσε να αποποιηθεί τη βία και να επικεντρωθεί στη
νομιμότητα, αποδίδοντας στον Bakunin και τον Kropotkin από τη δική του σκοπιά.
Το βιβλίο του ήταν προκατειλημμένο, παρουσιάζοντας τον αναρχισμό ως αποτυχημένο
έργο, κάτι που για αναρχικούς της δεκαετίας του 1950-60 ήταν αντιπροσωπευτικό
του πνεύματος της εποχής τους.
Ο Woodcock επίσης έγραφε για μεταπολεμικούς φιλελεύθερους,
οι οποίοι είχαν διαφορετική αναφορά από τον αναρχισμό. Οι φιλελεύθεροι
ακαδημαϊκοί που επικαλείται ο Whitaker, βλέπουν τον αναρχισμό όχι μόνο ως
ουτοπικό αλλά και ως παράξενο, προσπαθώντας να τον εντάξουν σε δικές τους
έννοιες ατομικισμού και κοινοτισμού. Δεν διάβασαν πέρα από επιλεγμένα
αποσπάσματα, οδηγώντας σε strawman επιχειρήματα για τον αναρχισμό.
Υπάρχει επίσης η πεποίθηση ότι ο αναρχισμός ορίζεται από την
πίστη ότι η ανθρώπινη φύση είναι καλή. Αυτή η ιδέα προέκυψε μετά το Mutual Aid
του Kropotkin και επικράτησε για δεκαετίες. Η αντίληψη ήταν ότι οι άνθρωποι
είναι κατά βάση καλοί αλλά διαστρεβλώνονται από κοινωνικούς θεσμούς. Αυτό
οδήγησε στη δημιουργία του πράσινου αναρχισμού και του πρωτογονισμού. Ωστόσο,
στον 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα, ο αναρχισμός ήταν περισσότερο
προμηθεϊκός, πίστευε στην πρόοδο μέσω επιστήμης, τεχνολογίας και λογικής, με
την επαναστατική τεχνολογία (όπλα, δυναμίτης) ως μέσο κοινωνικής μεταμόρφωσης.
Ο Whitaker και οι φιλελεύθερες πηγές του διαβάζουν τον
αναρχισμό μέσα από αυτήν τη λανθασμένη οπτική, παραποιώντας τον ατομικιστικό
αναρχισμό, ακόμη και παρουσιάζοντας τον Stirner ως «λατρευτή της φύσης» και
μαθητή της Λογικής και της Αιτίας, ενώ στην πραγματικότητα ο Stirner λέει:
«Κάτοχος και δημιουργός του δικαιώματός μου, δεν αναγνωρίζω
άλλη πηγή δικαιώματος από — εμένα, ούτε τον Θεό, ούτε το Κράτος, ούτε τη φύση,
ούτε ακόμη και τον άνθρωπο με τα “αιώνια δικαιώματα του ανθρώπου”».
Αυτό το λανθασμένο διάβασμα οδηγεί στο να βλέπουν οι
φασίστες τον Stirner ως εργαλείο για την αφαίρεση της αλληλεγγύης και της
συμπόνιας προς τους άλλους, κάτι που συνεχίζεται και σήμερα. Ο φασισμός δεν
είναι αντίθετος στον ατομικισμό, αλλά αποτελεί παραμόρφωση του.
Επιπλέον, ο εθνικισμός έχει δύο πλευρές: όχι μόνο την
κατασκευή ψευδούς αλληλεγγύης με τους συμπολίτες, αλλά και τη μείωση της
φροντίδας προς τους ξένους. Ο φασισμός επιδιώκει να περιορίσει τον κύκλο
φροντίδας και αναγνώρισης, δημιουργώντας μια κοινότητα αντίθετων αξιών. Η βία
γίνεται κύκλος καθαρισμού που εξαλείφει τη συμπόνια και τη λογική.
Ο φασισμός ως κίνηση προέκυψε εν μέρει από τον αναρχισμό,
όχι ως αριθμητική πλειοψηφία, αλλά ως καταλύτης που επαναπροσδιόρισε υπάρχοντα
αντιδραστικά στοιχεία. Ατομικισμός και φασισμός μοιράζονται σύγχρονες ρίζες,
αλλά η ιδεολογική αντίθεση παραμένει.
Το κύριο μάθημα είναι ότι το «Δεν θα υποταχθώ» από μόνο του
δεν απέχει ούτε μισό βήμα προς το «Δεν θα υποταχθώ και δεν θα κυριαρχήσω», αλλά
μπορεί να κινηθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση.